Ο Αλέξανδρος ήταν ξάδερφος του Κυριακού, μεγαλύτερος σε ηλικία και πιο «ψημένος» στα πράγματα της ζωής. Οι γονιοί του είχαν περβόλια διάσπαρτα στον κάμπο, κάτω από το οροπέδιο της Χλώρακας, κι εκείνος πήγαινε τακτικά να τα ποτίσει, να τα φροντίσει, να δει τον κόπο τους να καρπίζει. Καμιά φορά, όταν ο Κυριακός σχόλανε από το δημοτικό σχολείο, τον ακολουθούσε με προθυμία, σαν να’ταν μια μικρή περιπέτεια η διαδρομή προς τα χωράφια.
Ο Αλέξανδρος ήξερε πολλές ιστορίες. Δεν ήταν μόνο οι δουλειές που τον κρατούσαν δεμένο με τη γη· ήταν κι ένας άλλος κόσμος που κουβαλούσε μέσα του. Ήξερε τα Ακριτικά έπη, τραγουδούσε νεοελληνικά πατριωτικά άσματα, και σαν έπιανε να μιλά, η φωνή του έπαιρνε έναν τόνο σχεδόν τελετουργικό. Μα πάνω απ’ όλα, ήξερε την ιστορία της Χλώρακας — όχι όπως γραφόταν στα βιβλία, αλλά όπως τη διηγούνταν οι παλιοί, από στόμα σε στόμα.
Ο Κυριακός, ακριβώς γιατί του άρεσε να τον ακούει να τα διηγείται, τον ακολουθούσε με πολλή όρεξη. Περπατούσε δίπλα του και ρουφούσε κάθε λέξη, κάθε ιστορία, κάθε μικρή λεπτομέρεια που έκανε τον τόπο να ζωντανεύει μπροστά του. Από αυτόν έμαθε πολλά — περισσότερα ίσως απ’ όσα μπορούσε τότε να καταλάβει.
Όσα έμαθε από τον Αλέξανδρο, αργότερα τα συνάντησε στη σχολική ύλη και τα ξαναδιδάχτηκε από τους δασκάλους του. Κάποια τα αναγνώρισε, άλλα τα είδε αλλιώς, πιο τακτοποιημένα, πιο «σωστά». Ένα όμως του έκανε μεγάλη εντύπωση. Κάτι που έμεινε μέσα του σαν απορία και σαν μικρό μυστικό μαζί.
Πουθενά αλλού δεν το συνάντησε. Ούτε στα βιβλία, ούτε από γεροντότερους άκουσε κάτι παρόμοιο. Κι όμως, ο Αλέξανδρος το έλεγε με σιγουριά, σαν να μετέφερε μια αλήθεια παλιά, σχεδόν ξεχασμένη:
Πως κάποτε, πολύ παλιά, η Χλώρακα ονομαζόταν Πρασκίουρο.
Ο Αλέξανδρος, όμως, δεν έμενε μόνο στις ιστορίες που άκουγες και ξανάκουγες. Κάποιες φορές, σαν να χαμήλωνε λίγο τη φωνή του, έμπαινε σε πράγματα πιο βαθιά — πράγματα που δεν τα έβρισκες εύκολα ούτε στα βιβλία.
«Το όνομα της Χλώρακας», έλεγε, «το βρίσκεις και γραμμένο αλλιώς…»
Και τότε ανέφερε πως σε παλιούς βενετικούς χάρτες του 1400, όπως γράφει ο Χρίστος Μαυρέσης, το χωριό καταγράφεται ως Florakas. Το έλεγε με έναν τρόπο που έδειχνε πως αυτά είναι τα «επίσημα», τα καταγραμμένα.
Ύστερα όμως σταματούσε για λίγο, κοίταζε γύρω του τον κάμπο, και σαν να γύριζε πίσω στον χρόνο, συμπλήρωνε:
«Μα οι παλιοί… άλλα λένε.»
Και τότε μιλούσε για το όνομα που δεν γράφτηκε σε χάρτες, αλλά έμεινε στη μνήμη των ανθρώπων. Πρασκίουρο.
Ένα όνομα παράξενο στ’ αυτιά του Κυριακού, μα γεμάτο εικόνες. «Πράσινη ουρά», του εξηγούσε ο Αλέξανδρος. Έτσι το έλεγαν, γιατί αν έβλεπες το χωριό από ψηλά, τα σπίτια απλώνονταν πάνω στην άκρη του οροπεδίου σαν μια γραμμή, κι από κάτω απλωνόταν η γη — βαθιά, γόνιμη, καταπράσινη. Εκεί φύτρωναν δρύες θεόρατες, βελανιδιές και τρεμιθιές, που έσμιγαν τα κλαδιά τους και σχημάτιζαν, σαν ζωγραφιά, μια μακριά πράσινη ουρά που εκτεινόταν μέχρι την Κισσόνεργα.
Οι πρώτοι κάτοικοι, του έλεγε, ήταν βοσκοί και γεωργοί. Άνθρωποι δεμένοι με τη γη, μα και αναγκασμένοι να την προστατεύουν. Έκτισαν τα σπίτια και τις μάντρες τους στις παρυφές του οροπεδίου — όχι τυχαία. Από εκεί μπορούσαν να αγναντεύουν τη θάλασσα, να βλέπουν από μακριά κάθε κίνηση. Γιατί εκείνα τα χρόνια, οι επιδρομές από πειρατές και Σαρακηνούς δεν ήταν σπάνιο πράγμα· ήταν φόβος καθημερινός.
Κι έτσι, με το πρώτο σημάδι κινδύνου, είχαν τον χρόνο να κρύψουν τα υπάρχοντά τους, να μαζέψουν τα ζώα, να προφυλαχτούν.
Τα πρώτα όρια της κατοικημένης περιοχής, συνέχιζε ο Αλέξανδρος, ξεκινούσαν από τα υψώματα της σημερινής περιοχής της οδού Χατζηφιλίππου και έφταναν ως τα υψώματα της Λέμπας, εκεί κοντά στον προϊστορικό συνοικισμό. Όλα τα άλλα ήταν γη δουλεμένη — χωράφια που δεν ήθελαν να χαθούν.
Και καθώς τα χρόνια περνούσαν και οι άνθρωποι πλήθαιναν, ήρθε η ώρα της επιλογής: να χτίσουν πάνω στη γόνιμη γη και να τη χάσουν ή να μετακινηθούν αλλού.
Και διάλεξαν το δεύτερο.
Σιγά-σιγά άρχισαν να ανεβαίνουν πιο μέσα στο οροπέδιο. Εκεί η γη ήταν διαφορετική — καυκάλλα, σκληρή, άγονη για καλλιέργεια. Μα είχε κάτι άλλο: ήταν γεμάτη ζωή άγρια — σχοινιές, αρκόσσιηλλες, θάμνοι που έμεναν πράσινοι όλο τον χρόνο, πεισματικά δεμένοι με το χώμα.
Ο Κυριακός θυμόταν τον Αλέξανδρο να σκύβει, να πιάνει λίγο χώμα στο χέρι του και να λέει:
«Βλέπεις; Χλωρή γη…»
Και τότε του εξηγούσε πως, όπως λένε, από αυτή τη χλωρή καυκάλλα γη γεννήθηκε σιγά-σιγά και το νέο όνομα του χωριού.
Χλώρακα.
Κι έτσι, το Πρασκίουρο έμεινε πίσω — όχι χαμένο, μα κρυμμένο μέσα στις λέξεις των παλιών και στις ιστορίες που περνούσαν από γενιά σε γενιά.
Ο Κυριακός δεν ήξερε τότε ποιο από τα δύο ονόματα ήταν πιο αληθινό. Μα ένιωθε πως και τα δύο ανήκαν στον ίδιο τόπο.
Κάτω από το οροπέδιο, του έλεγε ο Αλέξανδρος, περνούσε κάποτε μια αρχαία στράτα. Δεν ήταν ένας απλός δρόμος· ήταν πέρασμα χρόνων και ιστοριών. Ξεκινούσε από τα Παλιόκαστρα της Πάφου και τραβούσε βόρεια, διασχίζοντας τον κάμπο, για να καταλήξει στα λουτρά της Αφροδίτης, στην Πόλη Χρυσοχούς.
Μέχρι πρόσφατα, υπήρχαν ακόμη σημάδια που μαρτυρούσαν το πέρασμά της. Ο Κυριακός τα πρόλαβε. Τα είδε με τα ίδια του τα μάτια, πριν τα σκεπάσει ο καινούργιος δρόμος. Ήταν χαραγμένα πάνω στην πέτρα — στενά, βαθιά αυλάκια, σκαλισμένα από τους τροχούς των αμαξών που περνούσαν ξανά και ξανά από το ίδιο σημείο. Σαν να είχε χαραχτεί ο χρόνος μέσα στη γη.
«Από ’δω περνούσε άμαξα», του έλεγε ο Αλέξανδρος. «Και όχι όποια κι όποια…»
Άλλοι έλεγαν πως ήταν της Αφροδίτη. Άλλοι πως ανήκε στη Ρήγαινα, τη βασίλισσα των παλιών θρύλων. Μια άμαξα χρυσή, λαμπερή, που την έσερναν δυνατά άλογα, και πίσω της ακολουθούσαν πεζοί οι υπηρέτες.
Κι ο δρόμος αυτός δεν ήταν τυχαίος. Τον ακολουθούσε για να φτάνει στα νερά των λουτρών, εκεί όπου —όπως έλεγαν— η ομορφιά ξαναγεννιόταν.
Μια φορά όμως, συνέχιζε ο Αλέξανδρος χαμηλώνοντας τη φωνή του, κάτι συνέβη.
Καθώς η χρυσή άμαξα περνούσε από τις παρυφές της Χλώρακας, εκεί που το οροπέδιο κοιτά τη θάλασσα, κάποιος από τους υπηρέτες διέκρινε στον ορίζοντα ένα καράβι. Δεν ήταν εμπορικό. Ήταν κουρσάρικο.
Η θάλασσα, που άλλοτε έδινε ζωή, γινόταν ξαφνικά απειλή.
Χωρίς να χάσουν χρόνο, οι υπηρέτες άρπαξαν τη βασίλισσά τους και την οδήγησαν προς τα ψηλώματα του οροπεδίου, εκεί όπου μπορούσε να κρυφτεί και να σωθεί. Η άμαξα όμως δεν μπορούσε να ακολουθήσει.
Έπρεπε να εξαφανιστεί.
Και τότε, μέσα στον πανικό και τη σιωπηλή βιασύνη, την έκρυψαν σε μια σπηλιά, στις ρίζες του οροπεδίου — εκεί όπου η γη ήταν σκεπασμένη με πυκνή βλάστηση, δέντρα και θάμνους που δεν άφηναν το φως να περάσει εύκολα.
Από εκείνη τη μέρα, έλεγε ο Αλέξανδρος, κανείς δεν την ξαναείδε.
Μα η ιστορία δεν χάθηκε.
Έμεινε και μεγάλωσε, άλλαξε και παραλλάχτηκε με τα χρόνια. Έγινε θρύλος που περνούσε από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά. Ο μύθος της Χρυσής Σπηλιάς.
Άλλοι έλεγαν πως εκεί μέσα βρίσκεται ο αμύθητος θησαυρός της Αγία Μαρίνα, κρυμμένος για να μην πέσει σε ξένα χέρια. Άλλοι ορκίζονταν πως βαθιά στο σκοτάδι της σπηλιάς παραμένει ακόμη η χρυσή άμαξα της Αφροδίτης, άθικτη, σαν να περιμένει την ώρα που θα ξαναβγεί στο φως.
Ο Κυριακός άκουγε και κοίταζε γύρω του τον τόπο αλλιώς. Τα χωράφια, τα μονοπάτια, οι πέτρες — όλα έμοιαζαν να κρύβουν κάτι. Σαν να υπήρχε κάτω από τη γη μια δεύτερη ιστορία, αθέατη, που περίμενε κάποιον να την ανακαλύψει.
Και τότε ήταν που για πρώτη φορά σκέφτηκε…
Μήπως το Πρασκίουρο δεν ήταν μόνο ένα παλιό όνομα.
Μήπως ήταν ένας τόπος γεμάτος μυστικά.
Κι από τότε, κάθε φορά που περπατούσε στον κάμπο ή κοίταζε το χωριό από μακριά, αναρωτιόταν:
Πόσα ακόμα ονόματα, πόσες ιστορίες να κρύβονται κάτω από το χώμα που πατούσαν;
ΠΩΣ
ΧΑΘΗΚΕ Η ΜΙΣΗ ΧΛΩΡΑΚΑ
Τα βοριοανατολικά
σύνορα της Χλώρακας άρχιζαν από τα Διπλαρκάτσια και ακολουθούσαν το σημερινό δρόμο της Έμπας μέχρι το δημοτικό
σχολείο, γύριζαν προς τη Κισσόνεργα και τέλειωναν λίγο πριν τη περιοχή της Ζιλιχού.
Πριν ακόμη χαραχτούν οι γραμμές πάνω στους χάρτες και φυλακιστεί η γη μέσα σε
αριθμούς και τίτλους, η ιδιοκτησία στην Κύπρο δεν ήταν πράγμα, ήταν βίωμα. Δεν
μετριόταν, δεν οριζόταν με τίτλους. Ήταν μνήμη που ρίζωνε βαθιά, βλέμμα που αγκάλιαζε
τον τόπο, λόγος που δέσμευε πιο ισχυρά κι από γραμμένο νόμο. Μια συμφωνία άγραφη,
σμιλεμένη μέσα στον χρόνο, όπως οι ρίζες των δέντρων που μπλέκονταν με το χώμα
και δεν ξεχώριζαν πια από αυτό.
Στα χωριά, οι άνθρωποι δεν είχαν σχέδια και τοπογράφους για να γνωρίζουν τι τους
ανήκε. Η γη μιλούσε. Τα όριά της χαράζονταν από τη φύση την ίδια — μια ξερολιθιά
που άντεχε τους αιώνες, μια χαρουπιά που έριχνε τη βαριά σκιά της, ένας βράχος
που στεκόταν ρησημιός σαν φύλακας, ένα ρυάκι που άλλαζε πορεία. Ακόμα και τα
χωριά οριοθετούνταν με σημαδια της γης, με φυσικά σύνορα που έδιναν ταυτότητα και
ασφάλεια στους ανθρώπους. Έτσι, «με το μάτι», όπως έλεγαν, γνώριζε ο καθένας τη
γη του — όχι σαν ιδιοκτησία, αλλά σαν προέκταση της ύπαρξής του.
Η μνήμη περνούσε από γενιά σε γενιά σαν ιερό φορτίο. Οι γεροντότεροι δεν
κουβαλούσαν μόνο ιστορίες· κουβαλούσαν σύνορα, ευθύνες και δικαιοσύνη. Κι όταν
γεννιόταν διαφορά, δεν χρειάζονταν δικαστές. Ο λόγος τους αρκούσε. Γιατί τότε,
η κοινότητα δεν ήταν πλήθος, ήταν συνείδηση.
Κι όμως, ακόμη και μέσα σε αυτή την άγραφη τάξη, άρχισε να παρεισφρέει η ανάγκη
του νόμου. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, εμφανίστηκαν τα τάπια — τίτλοι ιδιοκτησίας,
σκιές γραφής πάνω σε χαρτί. Μα ούτε κι αυτά μπορούσαν να φυλακίσουν τη γη. Ήταν
μόνο περιγραφές: «γειτονεύει με το χωράφι του τάδε», «φτάνει ως τη μεγάλη ελιά».
Λόγια που προσπαθούσαν να συγκρατήσουν κάτι που δεν συγκρατιόταν.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, η ίδια η ιδιοκτησία διασπάστηκε. Άλλος κρατούσε τη
γη, κι άλλος τα δέντρα που φύτρωναν πάνω της. Σαν να αρνιόταν ο τόπος να δοθεί ολόκληρος σε έναν άνθρωπο. Σαν να απαιτούσε
να μοιράζεται — όχι από δικαιοσύνη, αλλά από ανάγκη.
Ήταν ένα σύστημα που στεκόταν όρθιο όσο υπήρχε εμπιστοσύνη. Μα η εμπιστοσύνη,
όπως και η γη, δεν είναι αιώνια. Εκεί όπου η μνήμη ξεθώριαζε και το πάθος φούντωνε,
τα όρια άρχισαν να σβήνουν. Και τότε, η γη — που άλλοτε ένωνε — έγινε αφορμή για
διχασμό. Για μίσος. Για αίμα.
Και ίσως γι’ αυτό, ακόμη και σε καιρούς πιο κοντινούς, πιο «πολιτισμένους», η
γη δεν έπαψε ποτέ να γεννά σκιές.
Στα βορειοανατολικά της άκρα, η Χλώρακα σταματά απότομα. Όχι γιατί τελειώνει ο
τόπος, αλλά γιατί κάποιος τον έκοψε. Μια λεωφόρος — ένας δρόμος που ξεκινά από
την Πάφο και τραβά προς τη Λέμπα — στέκεται σαν γραμμή χαραγμένη όχι μόνο στη γη,
αλλά και στη μνήμη.
Κι όμως, στην απέναντι πλευρά, εκεί όπου απλώνεται μια έκταση μεγάλη, σχεδόν απέραντη,
οι άνθρωποι είναι Χλωρακιώτες. Οι ανάσες τους, οι κόποι τους, οι ρίζες τους είναι
δεμένες με τη Χλώρακα. Τα χωράφια τους τους ανήκουν. Μα ο τόπος… όχι.
Ανήκει στην Έμπα.
Κάτι δεν ταίριαζε. Κάτι αντιστεκόταν στη λογική, μα και στη μνήμη. Σαν να είχε
μετακινηθεί η γη μέσα στη σιωπή. Σαν να είχε γίνει μια πράξη χωρίς μάρτυρες. Η
σκέψη της υφαρπαγής δεν γεννιόταν, αναδυόταν, σαν παλιά ενοχή που δεν ειπώθηκε ποτέ.
Ο Κυριακός δεν μπόρεσε να αγνοήσει αυτή την ενοχή. Το ερώτημα ρίζωσε μέσα του. Γιατί
να συμβαίνει αυτό; Και άρχισε να ψάχνει.
Μα δεν έψαχνε χώμα. Έψαχνε τις σιωπές. Στα χαρτιά, τίποτα. Στα αρχεία, κενό.
Στα στόματα των γερόντων, μια φράση μονάχα, επαναλαμβανόμενη σαν όρκος: πως εκείνη
η γη… ήταν πάντα Χλώρακα.
Κι όσο η αλήθεια φαινόταν να χάνεται, τόσο ο Κυριάκος δυσκολευόταν να πλησιάσει.
Ώσπου βρέθηκε μπροστά στον έναν. Τον μοναδικό. Εκείνον που ήξερε, που το ανακάλυψε
τυχαία, καθώς όλα έγιναν κρυφά.
Η ιστορία δεν ήταν παλιά. Δεν ανήκε στο βάθος των αιώνων. Ήταν σχεδόν πρόσφατη.
Τόσο πρόσφατη που πονούσε ακόμη. Τότε που ο Κυριακός έλειπε στα ξένα. Και όταν
γύρισε, βρήκε τον τόπο του μικρότερο:
Η μισή Χλώρακα είχε χαθεί. Όχι με πόλεμο. Όχι με βία. Μα με κάτι πιο σκληρό: με
την αδιαφορία και τη σιωπή.
Η χαρτογράφηση έγινε χωρίς τους ανθρώπους. Τα όρια χαράχτηκαν χωρίς εκείνους που
τα ζούσαν. Και η αδικία δεν φώναξε. Πέρασε σαν σκιά.
Κι όμως, υπήρχε κάποιος που μπορούσε να σταθεί εμπόδιο. Και δεν στάθηκε. Ο κοινοτάρχης του χωριού.
Εκείνος που όφειλε να γίνει φωνή, έγινε σιωπή. Εκείνος που όφειλε να σταθεί,
υποχώρησε. Κι έτσι, χωρίς αντίσταση, το χωριό κόπηκε στα δύο.
Κανείς δεν έμαθε ποτέ το γιατί. Και ίσως να μην το μάθει ποτέ. Γιατί υπάρχουν
σιωπές που δεν σπάζουν, μόνο βαραίνουν.
Όταν λοιπόν ο Κυριακός έφερε την αλήθεια στο φως, δεν υπήρχε πια τίποτα να
σωθεί. Η μισή Χλώρακα δεν ήταν πια τόπος. Ήταν μνήμη. Και το χωριό… μισό:
Μετά το 1960 για πρώτη φορά η Κύπρος γύρεψε τον δικό της χάρτη, όχι απλώς σαν χαρτί
αλλά σαν ανάσα ελεύθερης γης. Κάθε δρόμος, κάθε λόφος, κάθε μικρό ρυάκι σφραγιζόταν
με ένα όνομα, μια γραμμή, μια αίσθηση ότι το νησί γινόταν επιτέλους δικό του.
Οι γεωμέτρες και οι χαρτογράφοι περιπλανιόντουσαν σε χωράφια και οροσειρές, με τα
μάτια τους να ψάχνουν τα όρια που οι άνθρωποι κρατούσαν στο μυαλό τους και που
τώρα έπρεπε να μετατραπούν σε σκληρές γραμμές χαρτογράφων.
Το Κτηματολόγιο γεννιόταν σαν σιωπηλός φύλακας: κάθε ιδιοκτησίας, κάθε αγροτεμαχίου,
και κάθε πατρικό σπίτι καταγραφόταν προσεκτικά. Η γη που είχε γνωρίσει αιώνες ξένων
αφεντάδων, τώρα στεκόταν υπό την προστασία ενός χαρτογραφικού βλέμματος που
ήθελε να τιμήσει την ιστορία και την κληρονομιά της. Κι έτσι, πίσω από αριθμούς
και συντεταγμένες, χτιζόταν η νέα Κύπρος: ένας τόπος όπου το παρελθόν και το μέλλον
συναντιόνταν στα όρια των χαρτών και στην καρδιά των ανθρώπων.
Έτσι κατά την περίοδο της Κοινοταρχίας στη Χλώρακα του Μαυρόγιαννου Λιασίδη, τα
χωριά γνώρισαν ξανά νέα χαρτογράφηση, χαράζοντας τον χάρτη της Έμπας όπως τον ξέρουμε
σήμερα.
Ο Εμπάτης κοινοτάρχης, ο Έλληνας, με την αποφασιστικότητα ενός ανθρώπου που
γνώριζε τα αχαρτογράφητα όρια της γης, διεκδίκησε και κατόρθωσε να ενσωματώσει
το μισό τμήμα της Χλώρακας στην Έμπα. Αυτό συνέβη, κυρίως, λόγω της αμέλειας και
της αδιαφορίας του κοινοτάρχη της Χλώρακας, που άφησε τα σύνορα να ξεθωριάσουν και
τις ευκαιρίες να χαραχτούν από τον επιτήδειο γείτονα.
Ο Εμπάτης κοινοτάρχης έκανε αίτηση στον Επαρχο, κι όπως ήταν φυσικό, εκείνος αρχικά
αρνήθηκε. Μα ο επιτήδειος κοινοτάρχης, του εξήγησε πως είχε μιλήσει με τον κοινοτάρχη
της Χλώρακας, και έλαβε μια απροσδόκητη απάντηση: Του δήλωσε πως η κοινότητα
δεν ενδιαφερόταν για το συγκεκριμένη γη, γιατί δεν ήταν Χλώρακα αλλά ήταν Έμπα.
Και του διηγήθηκε μια ιστορία: λίγο πριν την ανεξαρτησία της Κύπρου: Μουχτάρης
ήταν το Γιωρκακούην που τον φώναζαν έτσι για το μικροκαμωμένο του ανάστημα. Όταν
η πυρκαγιά κατέκαψε τον τόπο, οι Βρεττανικές αρχές επέβαλαν πρόστιμο στη κοινότητα,
γιατί έκριναν πως η φωτιά ήταν κακόβουλη. Το ποσό ήταν δέκα λίρες — τεράστιο για
την εποχή. Το Γιωρκακούην αρνήθηκε να το πληρώσει και δήλωσε στις αποικιακές
αρχές: «Αυτός ο τόπος δεν είναι Χλώρακα, είναι Έμπα». Και έτσι, το πρόστιμο
επεβλήθηκε στην Έμπα.
Με αυτό ως πρόσχημα, ο μουχτάρης της Έμπας ζήτησε να χαρτογραφηθεί η περιοχή επισήμως
ως Έμπα. Ο Επαρχος, γνωρίζοντας ότι η περιοχή ανέκαθεν ήταν Χλώρακα, επικοινώνησε
με τον Μαυρόγιαννο και τον ενημέρωσε. Του είπε πως, επειδή ήταν άδικο, θα
έπρεπε να του κάνει μια απλή αίτηση και να διεκδικήσει την περιοχή, κι εκείνος θα
τη χαρτογραφούσε ως Χλώρακα. Μα ο Μαυρόγιαννος έδειξε αδιαφορία.
Και έτσι, χάθηκε η μισή Χλώρακα — και αιτία ήταν δύο μουχτάρηδες από τη Χλώρακα
και ένας από την Έμπα, που με μικρές αποφάσεις και μεγάλα λόγια άλλαξαν για πάντα
τα όρια των χωριών. Οι δύο έδρασαν προς ζημίαν του δικού τους χωριού, και ο τρίτος
προς όφελος του χωριού του. Μικρές αποφάσεις, πολλή αδιαφορία — και οι χάρτες
έγιναν η σκιά μιας αδικίας που κράτησε για πάντα.
ΟΙ ΝΕΡΑΪΔΕΣ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
Οι παλιοί έλεγαν πως οι Κλούννοι δεν ήταν ένας τόπος σαν τους άλλους. Δεν τολμούσαν
να μπαίνουν βαθιά στο φαράγγι μετά τη δύση του ήλιου, όχι από φόβο για τα άγρια
βάτα ή τα φίδια, αλλά από έναν άρρητο σεβασμό. Κάτι ζούσε εκεί. Κάτι αρχαιότερο
από τους ανθρώπους.
Ανάμεσα στους καλαμιώνες και τις μυρσίνες, εκεί όπου το νερό ανέβλυζε ασταμάτητα
από τα σπλάχνα της γης και σχημάτιζε μικρά ρυάκια που τραγουδούσαν νύχτα και
μέρα, έλεγαν πως κατοικούσαν νεράιδες. Δεν τις έβλεπες εύκολα. Φανερώνονταν
μόνο σε όσους είχαν καθαρή ψυχή ή σε εκείνους που σέβονταν τη γη. Άλλοτε τις
άκουγες σαν ψίθυρο μέσα στα φύλλα, άλλοτε σαν γέλιο που χανόταν μέσα στον άνεμο,
κι άλλοτε σαν το ανεξήγητο τρέμουλο του νερού όταν δεν φυσούσε πουθενά.
Οι θεόρατοι δρύες και οι βελανιδιές δεν φύτρωσαν
τυχαία εκεί. Οι ρίζες τους, έλεγαν, αγκάλιαζαν τις φωλιές των νεράιδων βαθιά μέσα
στο χώμα, προστατεύοντάς τες από τον χρόνο και τους ανθρώπους. Γι’ αυτό και το μέρος
έμεινε ανέγγιχτο για αιώνες. Κανένα ανθρώπινο χέρι δεν τολμούσε να το πειράξει,
λες και η ίδια η φύση έβαζε όρια αόρατα αλλά αδιαπέραστα.
Στη
Χλώρακα, οι Κλούννοι ήταν γνωστοί ως τόπος «στοιχειωμένος» με την καλή έννοια.
Οι βοσκοί έπαιρναν άλλους δρόμους, και τα ζώα, παράξενα υπάκουα, δεν πλησίαζαν ποτέ
τα βαθύτερα σημεία του φαραγγιού. Κι αν κάποιος άκουγε τη νύχτα νερό να τρέχει πιο
δυνατό απ’ ό,τι έπρεπε, έλεγε χαμηλόφωνα πως οι νεράιδες χόρευαν.
Αλλά δυστυχώς όταν ήρθαν οι άνθρωποι με τις μηχανές και τις μπουλντόζες, δεν
κατέστρεψαν μόνο τη βλάστηση. Έθαψαν και τα ρυάκια, ξερίζωσαν τα δέντρα, σκόρπισαν
τις φωλιές των ζώων, και μαζί μ’ αυτά, έδιωξαν και τις νεράιδες. Άλλες χάθηκαν,
άλλες λένε πως έφυγαν προς τα βουνά, κι άλλες πως έμειναν παγιδευμένες κάτω από
το μπετόν, δεμένες για πάντα με τα θαμμένα νερά.
Κι έτσι, ο τόπος στέγνωσε. Όχι μόνο από νερό, αλλά κι από ψυχή.
Το πατρικό σπίτι του Κυριακού γειτόνευε με την όμορφη εκείνη περιοχή, πριν ακόμη
η ανθρώπινη απληστία τη μετατρέψει σε σωρό από μπετόν και σίδερο. Θυμόταν τον
εαυτό του παιδί, να τρυπώνει στα όρια του φαραγγιού, να σεργιανίζει ανάμεσα στους
καλαμιώνες και να εξερευνά κάθε γωνιά του τόπου, με την αθωότητα και την τόλμη
που μόνο τα παιδιά γνωρίζουν. Το μέρος τον τραβούσε, όχι μόνο για την ομορφιά του,
αλλά για μια ανεξήγητη οικειότητα, σαν να τον καλούσε πίσω ξανά και ξανά.
Πιο έντονα απ’ όλα, όμως, είχαν χαραχτεί στο μυαλό του οι ιστορίες που άκουγε
μικρός. Ιστορίες ψιθυρισμένες, σχεδόν τελετουργικές, για τους Κλούνους και για όσα
κατοικούσαν εκεί παλιά. Η πιο παράξενη απ’ όλες αφορούσε τον παλιό τους
πρόγονο, τον Τζιυρκακό. Έλεγαν πως εκείνος ισχυριζόταν πως το γένος του δεν
ήταν εξ ολοκλήρου ανθρώπινο, πως οι απόγονοί του κατάγονταν από νεράιδες, από πλάσματα
δεμένα με τα νερά, τα δέντρα και τη γη του φαραγγιού.
Ο
Κυριακός δεν πίστευε σε τέτοια πράγματα. Η λογική του δεν άφηνε χώρο για μύθους
και δοξασίες. Κι όμως, υπήρχε πάντα μια μικρή σκιά αμφιβολίας. Έφερε το ίδιο
όνομα με τον προγονό του, κι ίσως γι’ αυτό ένιωθε πως η ιστορία τον αφορούσε περισσότερο
απ’ όσο θα ήθελε να παραδεχτεί. Τώρα πια, ως ερευνητής, αποφάσισε να ξεδιαλύνει
τον μύθο. Να καταλάβει πώς και γιατί γεννήθηκε, και για ποιο λόγο ο Τζιυρκακός
ισχυριζόταν κάτι τόσο παράδοξο.
Η έρευνα ξεκίνησε σχεδόν φυσικά. Δεν ήταν δύσκολη. Επρόκειτο για μια καθαρά
οικογενειακή υπόθεση. Έπρεπε απλώς να
ακολουθήσει τις ρίζες της οικογένειας από την πλευρά της μητέρας του, να
ξετυλίξει τα νήματα μιας μεγάλης γενιάς που απλωνόταν πίσω στον χρόνο. Ήξερε πως
θα του έπαιρνε καιρό. Η οικογένεια ήταν πολυάριθμη, οι αφηγήσεις πολλές και συχνά
αντιφατικές. Όμως δεν θα συναντούσε μεγάλες δυσκολίες. Μόνο θα χρειαζόταν υπομονή
και επιμονή.
Και
κάπου ανάμεσα στα ονόματα, τα κιτρινισμένα χαρτιά και τις προφορικές μαρτυρίες,
ο Κυριακός ένιωθε πως δεν ερευνούσε απλώς ένα οικογενειακό παρελθόν. Ερευνούσε
έναν τόπο που είχε χαθεί, τους Κλούνους της Χλώρακα, και ίσως, χωρίς να το παραδέχεται
ακόμη, κάτι από τον ίδιο του τον εαυτό.
Στην έρευνα
του διαπίστωσε ότι ανάμεσα σε παλιά τετράδια και αφηγήσεις που περνούσαν από στόμα
σε στόμα, ξεχώριζε πάντα το ίδιο όνομα φορτωμένο φόβο, δέος και σιωπή, Τζιυρκακός.
Μια ιστορία μυθιστορηματική, η ιστορία της φυγής και του γυρισμού.
Μια ιστορία
για τον άνθρωπο τον λιγομίλητο που μια νύχτα παγωμένη που ήταν το φεγγάρι ολόγιομο
και το φως του κίτρινο και άρρωστο, ενώ απλωνόταν στην άγρια βουνοπλαγιά σαν
προμήνυμα κακών, μια παγωμένη πνοή φύσηξε, όχι άνεμος, αλλά κάτι βαθύτερο, μια ψυχρή
ανάσα που σκότωνε ό,τι άγγιζε, και σκότωσε και τον ίδιο. Μα το πρωί, όταν η παγωνιά
έλιωσε και το φως της αυγής χάραξε τον ορίζοντα, καθώς η πόρτα άνοιξε από τον
αέρα, το δροσερό αεράκι άγγιξε το πρόσωπο του και τον ξύπνησε από το θάνατο. Και
καθώς κατάλαβε πως είχε περάσει το μεγάλο κατώφλι, γονάτισε και προσευχήθηκε. Και
μάζεψε τα λιγοστά του υπάρχοντα, και κατηφόρισε προς τη θάλασσα της Χλώρακας.
Καθώς προχωρούσε στις έρευνες, ο Κυριακός συνειδητοποιούσε πως για να καταλάβει
πραγματικά το παρελθόν του, δεν αρκούσαν τα έγγραφα και τα ονόματα. Έπρεπε να
ακούσει εκείνους που έζησαν με αυτόν. Να σκύψει πάνω από τις μνήμες, τις προλήψεις,
τα πιστεύω, τα γεννοφάσκια.
Θυμήθηκε
τότε τα λόγια της στετές του, της Δεσποινούς που παντρευτηκε τον εγγονό του Τζιυρκακού
τον Λεωνή, και που δεν ζούσαν πια. Του είχε πει κάποτε πως μερικοί από τους κατοίκους
της Χλώρακας είχαν ρίζες αλλόκοτες και όμορφες. Πως κατάγονταν από νεράιδες που
μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν στην καταπράσινη λαγκαδιά, στην τέλειωση του χωριού,
στους Κλούνους.
Ήταν,
έλεγε, ένας τόπος ευλογημένος. Το νερό ανέβλυζε ασταμάτητα από τη γη και σχημάτιζε
ρυάκια που, διασχίζοντας την πυκνή βλάστηση, ενώνονταν και γίνονταν ποταμός
μεγάλος, ώσπου να χαθεί στη θάλασσα του Κοττσιά. Τα δέντρα ήταν πανύψηλα, λες
και συναγωνίζονταν το ένα το άλλο για το ποιο θα φτάσει πιο κοντά στον ουρανό. Όλη
η κυπριακή χλωρίδα φύτρωνε εκεί, κι άγρια λουλούδια χρωμάτιζαν το τοπίο,
κάνοντάς το να μοιάζει με παράδεισο, έναν τόπο πλασμένο για να τον κατοικούν
νεράιδες.
Τα βάτα
και η άγρια βλάστηση σχημάτιζαν αδιαπέραστο τοίχο. Κανένας άνθρωπος δεν μπορούσε
να διαβεί. Μόνο άγρια ζώα και ξωτικά. Τα μούρα, κόκκινα και μούρα, κρέμονταν
κατάφορτα - εύκολη τροφή για τις νεράιδες που ζούσαν εκεί.
Και
του έλεγε πως οι νεράιδες υπάρχουν για όποιον πιστεύει πραγματικά. Κι όποιος
πιστεύει, μπορεί να τις δει: να πετούν στον ουρανό τις νύχτες της πανσελήνου ή να
χορεύουν μέσα στις λίμνες, αν έχει την υπομονή να τις παραμονεύσει τα μεσάνυχτα
των καλοκαιρινών νυχτών. Έπαιρναν πολλές μορφές: ζώα, πουλιά, μα κυρίως ανθρώπινες.
Κατοικούσαν σε ρυάκια, λιβάδια και λίμνες.
Η πατρίδα τους ήταν άγνωστη. Μα όταν το φεγγάρι
γινόταν ολόγιομο, φορούσαν τα φτερά τους και το ακολουθούσαν. Από ψηλά αγνάντευαν
τη γη, κι όπου έβλεπαν νερά και πράσινο, βουτούσαν για να λουστούν. Ένας τόπος
που αγαπούσαν ιδιαίτερα, έλεγε η Δεσποινού, ήταν οι Κλούνοι.
Η στετέ
του δεν μιλούσε μόνο για νεράιδες. Μιλούσε για τραγούδια, για Ρηγάδες και Ακρίτες,
για θρύλους πειρατών, για τη Θεά Αφροδίτη, για την Αγιά Μαρίνα, για σπηλιές
γεμάτες χρυσάφι.
Οι Κλούνοι στο πέρασμα των αιώνων είχαν καταστραφεί πολλές
φορές από πλημμύρες, σεισμούς, καταποντισμούς, ακόμη κι από μεγάλο σεισμό και τσουνάμι.
Κι όμως, πάντα ξαναβλάσταιναν. Το πράσινο σκέπαζε ξανά τη γη, σαν να την προστάτευε
κάτι αόρατο.
Εκεί, όταν κάθε φορά που οι νεράιδες ακολουθούσαν το φεγγάρι, κατέβαιναν και χαριεντίζονταν
για μέρες: έπαιζαν, χόρευαν και τραγουδούσαν. Ήταν πανέμορφες, μα ανέραστες, φτιαγμένες
έτσι από τη φύση. Όμως μία απ’ αυτές, σε μια επίσκεψή της στους Κλούνους, είδε ένα
παλληκάρι και το ερωτεύτηκε παράφορα. Ήταν ο Χατζητσιυρκακός.
Για να ενωθεί μαζί του, έπρεπε να χάσει τη νεραϊδική της οντότητα. Κι έτσι, από
έρωτα, έβγαλε το φόρεμά της και βούτηξε στη λίμνη. Το παλληκάρι το έκλεψε.
Έγινε θνητή. Παντρεύτηκαν. Έκαναν παιδιά. Και τα παιδιά τους παιδιά άλλα.
«Έτσι»,
έλεγε η Δεσποινού, «ζουν σήμερα στη Χλώρακα άνθρωποι με αίμα νεράιδας. Είσαστε
εσείς, οι πρόγονοι σας και οι απόγονοι σας».
Ο Κυριακός έκλεισε τις σημειώσεις του αργά. Τώρα καταλάβαινε γιατί ο Τζιυρκακός
μιλούσε για γένος νεράιδων. Δεν ήταν απλός μύθος, ήταν η μνήμη ενός τόπου που χάθηκε.
Γιατί οι Κλούνοι δεν υπάρχουν πια. Οι άνθρωποι τους ξήλωσαν. Έθαψαν τα νερά, ξερίζωσαν
τη βλάστηση, έδιωξαν τα ζώα, κι έδιωξαν μαζί και τις νεράιδες. Εκεί που άλλοτε
υπήρχε όαση, τώρα υψώνονται πολυκατοικίες. Δρόμοι και σκαλοπάτια χαράχτηκαν στα
φαράγγια. Αυτοκίνητα παρκάρουν εκεί όπου κάποτε υπήρχαν φωλιές. Κι ο τόπος
στέγνωσε. Όχι μόνο από νερό. Αλλά από μνήμη.
Από τη μέρα που ο Κυριακός κατέγραψε τις μαρτυρίες της στετές του, τίποτα μέσα
του δεν έμεινε το ίδιο. Δεν ήταν φόβος, ήταν κάτι βαθύτερο. Μια αίσθηση εγρήγορσης,
σαν να είχε ξυπνήσει μέσα του κάτι που κοιμόταν χρόνια. Άρχισε να βλέπει τον τόπο
αλλιώς. Τα μέρη που περνούσε καθημερινά, τα έβλεπε σαν να είχαν στρώματα αόρατα
από κάτω, σαν να πατούσε πάνω σε μνήμη.
Τις νύχτες δεν κοιμόταν εύκολα. Ο ύπνος του γινόταν ρηχός και γεμάτος εικόνες:
νερό που έτρεχε χωρίς ήχο, φύλλα που κινούνταν χωρίς άνεμο, φως σε απόχρωση ωχρή,
όχι του ήλιου, ούτε ακριβώς της σελήνης. Ξυπνούσε με την αίσθηση πως κάποιος
τον παρατηρούσε. Όχι με κακία, αλλά με προσμονή.
Άρχισε
να νιώθει το σώμα του να αντιδρά παράξενα. Όταν πλησίαζε την περιοχή των Κλούνων,
τον έπιανε ρίγος, ακόμη κι αν έκανε ζέστη. Το δέρμα του ανατρίχιαζε, η αναπνοή
του άλλαζε ρυθμό, και μια αδιόρατη υγρασία γέμιζε τον αέρα, σαν ανάμνηση νερού που
είχε θαφτεί βαθιά.
Ο Κυριακός, στην έρευνα και τη μελέτη του, άρχισε να παρατηρεί κάτι που στην αρχή
του φάνηκε τυχαίο. Όσο όμως προχωρούσε, τόσο το τυχαίο έδινε τη θέση του σε ένα
μοτίβο επίμονο και ανησυχητικά καθαρό.
Σχεδόν
όλοι οι απόγονοι του Χατζή Τσιυρκακού διέφεραν από τους υπόλοιπους κατοίκους.
Όχι με τρόπο κραυγαλέο, αλλά με μια διαφορά λεπτή, που γινόταν αισθητή μόνο σε όποιον
κοιτούσε προσεκτικά. Ήταν άνθρωποι με οξυμένη αντίληψη, με βλέμμα που έμοιαζε
να διαπερνά τους άλλους. Μιλούσαν λιγότερο, μα όταν μιλούσαν, οι κουβέντες τους
είχαν βάρος. Είχαν μια έμφυτη ικανότητα να καθοδηγούν, να παίρνουν αποφάσεις χωρίς
δισταγμό, σαν να γνώριζαν εκ των προτέρων τον δρόμο.
Ήταν, επίσης, ομορφότεροι. Όχι με τη συμβατική έννοια, αλλά με μια αρμονία σχεδόν
αφύσικη. Τα χαρακτηριστικά τους έμοιαζαν ισορροπημένα, το παρουσιαστικό τους
ήρεμο, μα συνάμα επιβλητικό. Κάτι πάνω τους πρόδιδε μια καταγωγή αλλιώτικη, σαν
να μην είχαν φθαρεί από τον χρόνο με τον ίδιο τρόπο που φθείρονταν οι άλλοι.
Ακόμη και η τύχη, παρατήρησε, έδειχνε να τους ευνοεί. Πολλοί βρέθηκαν σε θέσεις
ισχύος, απέκτησαν περιουσία, έγιναν άρχοντες του τόπου χωρίς να το επιδιώξουν
φανερά. Οι άνθρωποι τους ακολουθούσαν φυσικά, χωρίς ερώτηση, χωρίς αντίρρηση.
Ήταν αρχηγικοί από φύση, όχι από φιλοδοξία.
Κι
αυτό που τον τάραξε περισσότερο ήταν το κοινό συναίσθημα που κατέγραφε στις
μαρτυρίες: μια ανεξήγητη αίσθηση γαλήνης κοντά τους. Άλλοι μιλούσαν για «καλό χερικό»,
άλλοι για «φως», άλλοι απλώς έλεγαν πως «ο Θεός τους φύλαγε». Κανείς όμως δεν μπορούσε
να το εξηγήσει. Τότε ήταν που άρχισε να διερωτάται. Μήπως, τελικά, υπήρχε ένα
δίκιο σ’ όλη αυτή την ιστορία;
Μέχρι εκείνη τη στιγμή πίστευε πως οι ισχυρισμοί του Τζιυρκακού ήταν κατασκευάσματα
ενός ανθρώπου που είχε αγγίξει τον θάνατο και γύρισε πίσω αλλοιωμένος. Μια φαντασίωση
γεννημένη από μοναξιά, ασκητισμό και μυστικιστική εμπειρία. Μα τώρα, βλέποντας
τα δεδομένα να επαναλαμβάνονται από γενιά σε γενιά, άρχισε να αμφιβάλλει για τη
δική του βεβαιότητα.
Δεν
ήθελε να πιστέψει. Όμως δεν μπορούσε πια να απορρίψει. Η λογική του έλεγε πως όλα
εξηγούνται: κληρονομικότητα, κοινωνικές συνθήκες, αυτοεκπληρούμενοι μύθοι. Κι όμως,
υπήρχε κάτι που δεν χωρούσε σε καμία εξίσωση. Ένα υπόλειμμα ανεξήγητο. Ένα ίχνος
ανωτερότητας, σχεδόν θεϊκής, όχι αλαζονικής αλλά ήρεμης, σαν να κουβαλούσαν μέσα
τους μια μνήμη αρχαιότερη από τον άνθρωπο.
Και τότε γεννήθηκε μέσα του η δυσπιστία. Όχι προς τον μύθο. Αλλά προς την άρνησή
του.
Για
πρώτη φορά, ο Κυριακός αναρωτήθηκε αν αυτό που ονόμαζαν νεράιδες δεν ήταν απλώς
πλάσματα των παραμυθιών, αλλά κάτι που άφησε αποτύπωμα στο αίμα, στη μορφή, στη
μοίρα. Κάτι που δεν φώναζε την παρουσία του, αλλά περίμενε, ήσυχο, υπομονετικό,
να αναγνωριστεί.
Και όσο το σκεφτόταν, τόσο ένιωθε πως αυτή η έρευνα δεν αφορούσε πια μόνο το παρελθόν.
Αφορούσε
τον ίδιο.
Όταν η
έρευνα ολοκληρώθηκε, ο Κυριακός έμεινε για καιρό σιωπηλός.
Τα
στοιχεία είχαν πλέον τακτοποιηθεί. Οι μαρτυρίες είχαν διασταυρωθεί, τα χρονικά
είχαν ελεγχθεί, οι προφορικές αφηγήσεις είχαν μπει στη σωστή τους θέση. Όσο κι
αν τον είχε παρασύρει η ένταση της αναζήτησης, το συμπέρασμα ήταν σαφές: η ιστορία
των νεράιδων δεν μπορούσε να σταθεί ως γεγονός. Ήταν ένας αστικός μύθος, γεννημένος
από την ανάγκη των ανθρώπων να εξηγήσουν το ανεξήγητο. Ένας ποιητικός τρόπος να
δοθεί νόημα σε μια διαφορετικότητα, σε μια σειρά ανθρώπων που ξεχώριζαν, σε
έναν τόπο που χάθηκε. Ένας μύθος φτιαγμένος από φόβο και θαυμασμό, από μνήμη και
απώλεια, από τη βαθιά ανάγκη του ανθρώπου να νιώθει πως δεν είναι μόνο χώμα και
χρόνος.
Και όμως.
Παρά
τη βεβαιότητα της λογικής, μέσα του δεν ένιωθε απογοήτευση. Αντίθετα, τον
διαπερνούσε μια παράξενη ικανοποίηση. Όχι γιατί πίστεψε τελικά στις νεράιδες, αλλά
γιατί κατάλαβε τι πραγματικά εκπροσωπούσαν. Ήταν η αντανάκλαση ενός ανώτερου
μέτρου, όχι θεϊκού με τη στενή έννοια, αλλά ανθρώπινου
σε αρμονία με τη φύση, με τον τόπο, με τον χρόνο.
Ακόμη
κι αν μυθολογικά, οι ρίζες του προέρχονταν από ένα γένος ανώτερο, όχι επειδή
πετούσε ή μεταμορφωνόταν, αλλά επειδή σεβόταν. Επειδή άκουγε. Επειδή δεν βίαζε τη
γη που το γέννησε.
Κοίταξε
για τελευταία φορά προς την περιοχή των Κλούνων, εκεί όπου σήμερα δεν υπήρχε πια
τίποτε από όσα περιέγραφαν οι ιστορίες. Μόνο κτίρια, δρόμοι και σιωπή. Κι όμως,
μέσα του ο τόπος παρέμενε ζωντανός, όχι ως πραγματικότητα, αλλά ως μνήμη.
Και
κατάλαβε κάτι απλό και βαρύ μαζί: Δεν έχει σημασία αν οι νεράιδες υπήρξαν. Σημασία
έχει πως υπήρξε ένας τόπος που άξιζε να γεννήσει έναν τέτοιο μύθο.
Στη Χλώρακα, οι Κλούνοι χάθηκαν. Όμως η ανάγκη να θυμόμαστε τι χάθηκε, παρέμενε.
Και αυτό, σκέφτηκε, ίσως να ήταν η πιο αληθινή κληρονομιά.
ΟΙ ΑΝΕΡΑΔΕΣ
Ο
Κυριακός, ύστερα από όσα μυστήρια είχε δει, δεν μπορούσε να αφήσει τη σκέψη του
ήσυχη. Ρωτούσε τους παλιούς, ξεφύλλιζε κιτρινισμένα τετράδια, σημειώσεις λαογράφων,
ξεχασμένες αφηγήσεις γραμμένες στο περιθώριο της ιστορίας.
Οι άνθρωποι είναι προληπτικοί. Πιστεύουν σε δοξασίες και φοβούνται ανεράδες,τα αερικά και τα φαντάσματα. Παλαιότερα, περισσότερο από
σήμερα, οι φόβοι αυτοί ήταν πιο ζωντανοί. Η φτώχεια και η έλλειψη μόρφωσης ενίσχυαν
τη δύναμη της λαϊκής παράδοσης. Από τις προφορικές ιστορίες γεννήθηκαν μύθοι για
νεράιδες και Νηρηίδες, τις καλές κυράδες, όπως τις ονόμαζαν παλιά. Από τις Νηρηίδες
έγιναν οι νεράιδες και σήμερα οι Ανεράδες, γυναίκες ανέραστες, πανέμορφες και μυστηριώδεις,
που συχνάζουν σε θάλασσες και λίμνες, φτιαγμένες από χάρη και μαγεία.
Άκουσε
ακόμα μια μαγευτική ιστορία όχι σαν παραμύθι, αλλά σαν μνήμη που ποτέ δεν είχε καταγραφεί
επίσημα, σαν ένα παραμύθι που χαράκτηκε μέσα του βαθιά:
Ήταν μια φορά, στα Παλιόκαστρα της Πάφου, ένα βοσκόπουλο που μια μέρα αποφάσισε
να βοσκήσει τα πρόβατά του λίγο πιο μακριά απ’ ό,τι συνήθιζε. Έφτασε στον Καπυρό,
έναν πλούσιο σε βλάστηση κάμπο της Χλώρακας. Η περιοχή ήταν μαγευτική:
δέντρα,
πλούσια βοσκή και ένα μικρό ποταμάκι που πήγαζε από τη γη, σχηματίζοντας μια
λιμνούλα πριν συνεχίσει το δρόμο προς τη θάλασσα.
Τα πρόβατα
απλώθηκαν και έβοσκαν ήσυχα. Ο ίδιος ξάπλωσε κάτω από τον πυκνό ίσκιο των δέντρων.
Καθώς πλησίαζε το δείλι, σκέφτηκε να διανυχτερεύσει εκεί, ώστε τα πρόβατα να συνεχίσουν
την επόμενη μέρα τη βοσκή τους, ενώ εκείνος θα απολάμβανε τη δροσιά και την ομορφιά
του τόπου. Κοίταξε στη βούρκα του. Είχε τροφή για την επόμενη μέρα και αποφάσισε
να μείνει.
Όταν τα πρόβατα ηρέμησαν, ξάπλωσε πάνω σε ένα γουνάρι από φύλλα και αποκοιμήθηκε
με το τραγούδι των γρύλλων να τον νανουρίζει. Πίστευε πως το τραγούδι τους ήταν
οιωνός καλοτυχίας και, ευχαριστημένος, παραδόθηκε στον Μορφέα.
Ξαφνικά,
κοντά στα μεσάνυχτα, ο ύπνος του διακόπηκε από φωνές, γέλια και τραγούδια.
Ανασηκώθηκε και, μέσα στο φεγγαρόφωτο που περνούσε ανάμεσα από τα πλατιά φύλλα
των ευκαλύπτων, είδε κοπέλες να χαριεντίζονται και να παίζουν στα νερά της λίμνης.
Εκθαμβωμένος, αναρωτήθηκε αν ήταν ονειρο ή πραγματικότητα.
Ήταν
όμως αλήθεια. Ήταν νεράιδες των νερών, που συνήθιζαν μετά τα μεσάνυχτα να
βγαίνουν στις δροσερές πηγές και να λούζονται υπό τη σκεπή των αστεριών.
Το βοσκόπουλο
σηκώθηκε αθόρυβα και κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο. Τις παρακολουθούσε μαγεμένο
από τη χάρη τους και τη μελωδική τους φωνή. Ανάμεσά τους ξεχώρισε μια με κατάμαυρα
μαλλιά, που χόρευε πιο όμορφα απ’ όλες και η εικόνα της αιχμαλώτιζε το βλέμμα
του και την καρδιά του.
Έμεινε ώρες ολόκληρες να τις κοιτάζει και, λίγο πριν ξημερώσει, οι νεράιδες
χάθηκαν στον πρωινό ορίζοντα, αφήνοντας στα αυτιά του τον γλυκό απόηχο των κρυστάλλινων
γέλιων τους. Από εκείνη τη στιγμή, η νεράιδα κατοίκησε τη σκέψη του. Την αγάπησε
με πάθος. Η καρδιά του πονούσε, γνωρίζοντας ότι δεν μπορούσε να την έχει. Όμως δεν
το δεχόταν αυτό, αποφάσισε να βρει τρόπο. Έτσι κατέφυγε στους γεροντότερους
να μάθει. Ένας από αυτούς του είπε πως η μόνη ελπίδα να την «ξεματιάσει» ήταν
να την στεφανωθεί. Αλλά οι ανεράδες ήταν άπιαστες. Θα έπρεπε να αιχμαλωτιστούν
και να εκτεθούν στο φως της ημέρας, λουσμένες από τις ακτίνες του ήλιου.
Το βοσκόπουλο σκέφτηκε καλά και αποφάσισε να παραμονεύσει. Νύχτες ολόκληρες έκαμε καρτέρι δίπλα στη λίμνη, οπλισμένος με υπομονή και αγάπη. Οι μέρες περνούσαν χωρίς να φανούν οι νεράιδες. Σκεφτόταν ότι ίσως είχαν βρει άλλες λίμνες, αλλά πίστευε πως κάποτε θα επέστρεφαν.
Μία νύχτα, κοντά στα μεσάνυχτα, άκουσε πάλι τα γέλια τους να γεμίζουν τη φεγγαρόλουστη
νύχτα. Η στιγμή είχε φτάσει. Και όταν η αγαπημένη του στάθηκε σε ένα συγκεκριμένο
σημείο, τράβηξε το δίχτυ που είχε στήσει πάνω από τα κλαριά του ευκαλύπτου και την
αιχμαλώτισε. Σπαρταρούσε και φώναζε, αλλά οι υπόλοιπες νεράιδες τρομοκρατήθηκαν
και έφυγαν.
Περίμενε
μέχρι να ανατείλει ο ήλιος. Τότε η νεράιδα έχασε τα μαγικά της και έγινε μια
απλή κοπέλα. Το βοσκόπουλο την απελευθέρωσε, την αγκάλιασε και την παντρεύτηκε.
Από εκείνη τη στιγμή, η ζωή του άλλαξε: απέκτησε πλούτη, περιουσία και μια κόρη,
τη Μαργαρινή -παιδί μισό ανθρώπινο και μισό από τον κόσμο των νεράιδων.
Καθώς μεγάλωνε, η κόρη αγαπούσε να περπατά στον Καπυρό, τον ίδιο τόπο που είχε
μαγέψει τον πατέρα της. Και μια φορά, μια νύχτα κοντά στα μεσάνυχτα, το φεγγάρι
φώτισε τη λίμνη και μια νεράιδα εμφανίστηκε, καλώντας τη Μαργαρινή κοντά της.
Και εκείνη
τη νύχτα, τα μεσάνυχτα, ενώ το φεγγάρι ήταν ολόγιομο, και οι ανεράδες βγήκαν
και έστησαν χορό μέσα στα νερά της λίμνης, ανάμεσά τους είδε την κόρη του. Πιο
όμορφη από όλες, να λάμπει από χαρά και να χορεύει ξένοιαστα, ευτυχισμένη και
ελεύθερη μέσα στη μαγεία του νερού και του φεγγαριού.
Και
κατάλαβε: η κόρη του καθώς μισή νεράιδα, ήταν περισσότερο ευτυχισμένη μέσα στο
φυσικό της στοιχείο, παρά μαζί του, μια ζωή να μαραζώνει.
Στάθηκε
εκεί, στην όχθη της λίμνης, και την παρακολουθούσε να χορεύει με τις ανεράδες.
Η καρδιά του πλημμύριζε από αγάπη, αλλά και από σεβασμό στη μαγεία της φύσης και
στα μυστικά που η ζωή φυλάει προσεκτικά για εκείνους που ξέρουν να βλέπουν.
Κατάλαβε πως μερικές χαρές δεν μπορούν να ανήκουν σε κανέναν με το ζόρι. Η ευτυχία
της δεν ήταν δική του να την κρατήσει. Σιώπησε και αποχώρησε αργά, αφήνοντας
την κόρη του να ζήσει ελεύθερη μέσα στον κόσμο που ανήκε σε εκείνη. Κι όπως έφευγε,
ένιωσε μέσα του μια βαθιά γαλήνη. Γιατί είχε καταλάβει ότι η αγάπη δεν σημαίνει
κατοχή, αλλά σεβασμό και ελευθερία.
Ο Κυριακός έμεινε με τις σκέψεις του στα παραμύθια των αερικών και των Ανεράδων,
στις μαγικές αφηγήσεις των παλιών. Ήξερε πως αυτές οι ιστορίες δεν ήταν απλώς
παραμύθια, ήταν θρύλοι που ζούσαν μέσα στη μνήμη του τόπου, ψίθυροι μαγείας που
κρατούσαν ζωντανή τη φαντασία και τη χαρά της καρδιάς.
ΣΚΙΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Στους αιώνες που κύλησαν πάνω από την Κύπρο από τα
παλιά χρόνια των πρώτων χριστιανών έως τη σημερινή εποχή, η Εκκλησία στάθηκε
άλλοτε φάρος και άλλοτε σκιά. Στις πέτρινες αυλές των ναών, κάτω από τα καμπαναριά
που αντιλαλούσαν σε χαρές και λύπες, οι άνθρωποι έβρισκαν παρηγοριά, μα και
αφορμές για πίκρα.
Ο ιερέας, ο παπάς στα χωριοά, δεν ήταν απλώς ένας λειτουργός. Ήταν πατέρας,
εξομολόγος, καθοδηγητής. Το καθήκον του βαρύ: να αγαπά, να συγχωρεί, να σκύβει πάνω
στον άνθρωπο με κατανόηση. Να κρατά τα μυστικά
της ψυχής σαν ιερά. Να γίνεται παράδειγμα.
Έτσι λέει η πίστη. Έτσι ζητά η Εκκλησία.
Μα η ζωή… δεν υπάκουε πάντα στη διδασκαλία.
Από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας κι έπειτα της Αγγλοκρατίας, η Εκκλησία βρέθηκε
πολλές φορές σε λεπτή θέση. Για να επιβιώσει, αναγκάστηκε να ισορροπεί ανάμεσα
στον κατακτητή και τον λαό. Η στάση της ήταν συχνά διπλωματική, για κάποιους
αναγκαία για άλλους ύποπτη. Δεν έλειψαν εκείνοι που την κατηγόρησαν για
συμβιβασμούς, ακόμη και για συνεργασία.
Μα δεν ήταν μόνο οι εποχές δύσκολες. Ήταν και οι άνθρωποι.
Γιατί ο παπάς, όσο κι αν φέρει το ράσο, παραμένει άνθρωπος. Με αδυναμίες, πάθη,
θυμούς. Και όταν ο άνθρωπος αυτός σφάλλει, το σφάλμα του βαραίνει διπλά, γιατί
πέφτει πάνω στην πίστη των άλλων.
Έτσι γεννήθηκε η δυσπιστία. Οι χωρικοί έβλεπαν περιπτώσεις όπου: η εξομολόγηση
δεν έμενε πάντα μυστική, η εξουσία του ιερέα γινόταν φόβος αντί για παρηγοριά, η
συμπεριφορά του δεν ταίριαζε με το παράδειγμα του Χριστού, και η Εκκλησία, αντί
να ενώνει, φαινόταν να πληγώνει.
Και το ερώτημα άρχισε να πλανιέται σιωπηλά στα καφενεία και στις αυλές: Είναι οι παπάδες η Εκκλησία; Ή μήπως η Εκκλησία
είναι κάτι πέρα από αυτούς;
Τη δεκαετία του 1920 στη Χλώρακα, ο ιερέας του χωριού είχε μια κόρη όμορφη σαν την
άνοιξη. Την ήθελε για καλή τύχη, για γάμο προκομμένο, με οικογένεια πλούσια και
σεβαστή.
Μα μια γυναίκα του χωριανή, με πείσμα και επιμονή, έφερε κοντά την κοπέλα με
τον ανιψιό της. Τα λόγια έγιναν βλέμματα, τα βλέμματα έγιναν αγάπη. Και όταν ήρθε η ώρα προξενιού με άλλον, η κόρη αρνήθηκε.
Ο παπάς θύμωσε. Όχι σαν πατέρας μόνο, μα σαν άνθρωπος που ένιωσε πως τον αψήφησαν.
Πήγε στη χωριανή γυναίκα. Και αντί για λόγια και συμβουλές συμφιλίωσης, ξεστόμισε
κατάρες:
«Για το κακό που έκανες, το παιδί που κουβαλάς να γεννηθεί κουτσό και να σέρνεται.»
Και η κετάρα έπιασε, και έτσι έγινε. Το παιδί γεννήθηκε κουστσό και δεν περπάτησε
ποτέ. Σερνόταν στους δρόμους με τα πόδια ατροφηκά, που τα τραβούσε σαν βάρος
Για όλη του τη ζωή.
Στο χωριό, η ιστορία αυτή δεν ξεχάστηκε. Όχι γιατί ήταν θαύμα — αλλά γιατί ήταν
πληγή και κατάρα. Γιατί ο άνθρωπος που
έπρεπε να συγχωρεί, καταριόταν.
Χρόνια αργότερα, τη δεκαετία του 1940, στην Τίμη, ο παπάς είχε ένα μεγάλο περιβόλι,
γεμάτο όρνιθες. Ήταν χρόνια φτώχειας. Οι άνθρωποι πεινούσαν. Ήταν μετά το
μεγάλο κραχ του μεσοπολέμου.
Στη γειτονιά ζούσε ένας νεαρός, άνεργος, πεινασμένος. Ήταν άνεργος όχι από
επιλογή, αλλά γιατί υπήρχαν αναδουλειές.
Έτσι καμιά φορά, έκλεβε ένα κοτόπουλο να γεμίσει την κοιλιά του, να θρέψει την πείνα
του.
Ο παπάς δεν το κατάλαβε ποτέ, και έτσι ήταν σαν να μην γινόταν. Όυτε υποψίες, ούτε
παράπονα.
Ο νεαρός όμως το κουβαλούσε μέσα του. Όταν τον λόγιασαν στη Χλώρακα, και όταν
ήρθε η ώρα να φύγει από την Τίμη, πήγε να εξομολογηθεί. Να καθαρίσει την ψυχή
του.
Μα εκεί, αντί για συγχώρεση, βρήκε καταγγελία. Ο παπάς αντί να τον συμβουλεύσει,
αντί έστω να του ζητήσει πληρωμή, πήγε στην αστυνομία και τον κατήγγειλε.
Και τη νύχτα των αρραβώνων του, η αστυνομία τον συνέλαβε. Τον σήκωσε από το τραπέζι
της χαράς και τον οδήγησε στα κρατητήρια. Και ο δικαστής του επέβαλε δύο μήνες φυλακή.
Και μαζί, μια ζωή μακριά από την Εκκλησία. Αγαναχτισμένος με τους παπάδες και ότι
εκπροσωπούσαν, δεν ξαναπήγε. Παρά μόνο δύο φορές: μία για τον γάμο του και μία,
τελευταία, για την κηδεία του.
Και πιο μετά, στη δεκαετία του 1970, στην Κερύνεια, ένας νεαρός στρατιώτης
περίμενε την άδεια με λαχτάρα. Μα πριν φύγει, τον έστειλαν μαζί με μικρή ομάδα
υποχρεωτικά στην εκκλησία.
Ήταν τα χρόνια της Χούντας. Η πίστη γινόταν επίδειξη. Κάθε Κυριακή έπρεπε να σταλούν
στρατιώτες για να λειτουργηθούν και να εξομολογηθούν.Έπρεπε στην πράξη να επιδεικωύουν
το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών».
Στην εξομολόγηση, ο αρχιμανδρίτης άρχισε τις ερωτήσεις. Μικρές, καθημερινές. Για
κοπέλες, για σκέψεις, για νεανικές πράξεις.
Ο νεαρός απαντούσε ειλικρινά. Δεν ένιωθε πως είχε κάνει κάτι κακό.
Μα στο τέλος, ο Αρχιμανδρίτης για τις αμαρτίες του, του επέβαλε κάνονα για δύο
χρόνια. Δύο χρόνια να μην πάει εκκλησία. Ώς τιμώρία. Για να συγχωρεθεί.
Εκείνη τη στιγμή, η αδικία τον έπνιξε. Και, για μια στιγμή, ξέφυγε:
«Αν θέλεις, βάλε μου εκατό χρόνια.»
Την επόμενη μέρα, η απάντηση ήρθε σκληρή. Καταγγελία στον αξιωματικό: Ο στρατιώτης
τον μείωσε, τον ειρονεύτηκε.
Και τιμωρήθηκε ο στρατιώτης.Τιμωρία σκληρή, στέρηση άδειας.
Και έτσι μια ακόμη ψυχή απομακρύνθηκε από την εκκλησία. Ο στρατιώτης δεν ξαναπήγε
εκκλησία.
Την ίδια περίοδο συνέβηκε και το μεγάλο κακό, η καθαίρεση του Αρχιεπισκόπου
Μακαρίου Γ΄. Ήταν μια εποχή ταραγμένη. Η πίστη, η πολιτική και η εξουσία μπλέκονταν
σε έναν κόμπο δύσκολο να λυθεί. Εκείνος που για πολλούς ήταν πνευματικός πατέρας
και εθνικός ηγέτης, βρέθηκε ξαφνικά στο στόχαστρο. Η Εκκλησία δεν ήταν πια μόνο
τόπος προσευχής, είχε γίνει και πεδίο σύγκρουσης.
Ο κόσμος παρακολουθούσε διχασμένος. Άλλοι πίστευαν, άλλοι αμφέβαλλαν. Άλλοι σιωπούσαν.
Και ύστερα, ήρθε το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974. Μέσα σε λίγες ώρες, όλα
άλλαξαν. Η εξουσία πέρασε βίαια από χέρι σε χέρι. Φωνές, φόβος, προδοσία. Και
μέσα σε όλα αυτά, η Εκκλησία — ή τουλάχιστον κάποιοι από τους ανθρώπους της —
βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο των ερωτημάτων. Πού στεκόταν; Με τον λαό ή με την
εξουσία;
Λίγες μέρες μετά, ήρθε η καταστροφή. Η τουρκική Εισβολή. Ο πόλεμος, οι νεκροί, οι
αγνοούμενοι, οι ξεριζωμένοι. Η Κερύνεια χάθηκε. Σπίτια άδεια, εκκλησίες βουβές,
καμπάνες που δεν ξαναχτύπησαν.
Και μέσα σε αυτό το χάος, ο άνθρωπος έμεινε μόνος με την πίστη του. Όχι την
πίστη που του δίδαξαν, αλλά την πίστη που του απέμεινε. Γιατί εκείνες τις
στιγμές, δεν είχε σημασία ποιος φορούσε ράσο και ποιος όχι. Δεν είχε σημασία ποιος
έδινε κανόνες και ποιος τιμωρούσε.
Σημασία είχε ποιος στάθηκε δίπλα στον άνθρωπο.
Και πολλοί θυμούνται… πως σε εκείνες τις σκοτεινές μέρες, δεν ήταν όλοι εκεί.
Έτσι, η πληγή μεγάλωσε. Όχι μόνο από τον πόλεμο. Αλλά κι από τη σιωπή.
Και η δυσπιστία ρίζωσε πιο βαθιά. Γιατί όταν ο κόσμος χάνει τη γη κάτω από τα
πόδια του, ψάχνει να κρατηθεί από κάτι αληθινό.
Και όταν αυτό το κάτι ραγίσει… δύσκολα ξαναχτίζεται.
Οι ιστορίες αυτές δεν είναι μοναδικές. Είναι σκιές μέσα στο φως. Μαρτυρίες μιας
αλήθειας δύσκολης: Ότι η πίστη των ανθρώπων δεν κλονίζεται από τον Θεό, αλλά
από τους ανθρώπους που Τον εκπροσωπούν.
Κι όμως… Η Εκκλησία δεν είναι μόνο οι παπάδες της. Είναι η πίστη της γιαγιάς
που ανάβει το καντήλι. Είναι το δάκρυ του ανθρώπου που προσεύχεται σιωπηλά. Είναι
η ελπίδα που δεν σβήνει, ακόμη κι όταν πληγώνεται.
Ίσως, τελικά, το ερώτημα να μην είναι αν οι παπάδες είναι η Εκκλησία. Αλλά αν
οι άνθρωποι μπορούν, παρά τα λάθη των άλλων, να κρατήσουν μέσα τους την πίστη
ζωντανή.
Και αυτό… είναι η πιο δύσκολη δοκιμασία.
ΤΑ
ΠΑΛΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ
Η Σαρακοστή
ήταν θαρρείς, μια γριά καλογριά που νήστευε πολλές μέρες ώσπου να φτάσει η Λαμπρή
— εκείνη η φωτεινή μέρα που ο Χριστός αναστήθηκε.
Με λαχτάρα τα παιδιά ρωτούσαν τους γονιούς τους πόσες μέρες απόμειναν για το
Πάσχα. Κι οι γονιοί, καλοσυνάτοι, κοίταζαν το ημερολόγιο της κυράς Σαρακοστής
και τους έλεγαν να κάνουν υπομονή, λίγες ακόμα έμεναν.
Πενήντα ολάκερες μέρες για τα παιδιά του χωριού που νήστευαν και περίμεναν με
ανυπομονησία την άγια εκείνη μέρα. Τη μέρα που θα μίλλωναν και θα μαζεύονταν στην
πλατεία της εκκλησιάς για τρεις συνεχόμενες ημέρες, μικροί και μεγάλοι μαζί, για
να παίξουν τα εθιμικά παιχνίδια. Ήταν το τριήμερο όπου τα ήθη και τα έθιμα έσμιγαν
τους ανθρώπους και περνούσαν από γενιά σε γενιά, από τους μεγάλους στους μικρούς,
από σπίτι σε σπίτι, από μάνα σε κόρη, από παππού σε εγγόνι.
Εκείνη τη χρονιά ο καιρός ήταν βροχερός και το Πάσχα ήρθε νωρίς. Όλη τη Μεγάλη
Εβδομάδα μια ανησυχία φώλιαζε στις καρδιές των παιδιών. Φοβούνταν μήπως ο καιρός
χαλάσει τα σχέδιά τους. Παρ’ όλα αυτά, γύρισαν κάμπους και ρεματιές και μάζεψαν
μεγάλα κούτσουρα για τη λαμπρατσιά. Ήταν αποφασισμένα: ό,τι κι αν γινόταν, θα
άναβαν τη φωτιά για να κάψουν τον Ιούδα. Θα ξενυχτούσαν, θα άναβαν λαμπάδες, θα
πηδούσαν τις φλόγες, θα έριχναν τσάκρες και θα τσούγκριζαν κόκκινα αυγά.
— Χριστός Ανέστη!
θα έψαλλε ο παπάς.
— Χριστός Ανέστη!
θα απαντούσαν οι χωριανοί, και με ανάταση ψυχής θα φιλιούνταν οι συγγενείς και θα
αντάλλασσαν ττόκες οι συγχωριανοί.
Η επόμενη μέρα, η Κυριακή, ήταν η πιο ξεχωριστή από το δοξαστικό εκείνο τριήμερο.
Εκείνη τη μέρα θα αγωνίζονταν τα παλληκάρια του χωριού. Θα πάλιωναν, και ο νικητής
θα κέρδιζε δόξα και καταξίωση. Οι πιο ρωμαλέοι νέοι, πέντε-έξι τον αριθμό,
περίμεναν πώς και πώς τη στιγμή να αναμετρηθούν και να εντυπωσιάσουν, να
κερδίσουν τον θαυμασμό και την αγάπη των κοριτσιών.
Ξημέρωσε λοιπόν, η Κυριακή, και το μεσημέρι ο παπάς έψαλλε τη Δεύτερη Ανάσταση.
Έπειτα οι οικογένειες μαζεύτηκαν για το πασχαλινό τραπέζι, με ψητά, φλαούνες και
βαρελίσιο κοκκινέλι.
Το απόγευμα η πλατεία γέμισε κόσμο. Όλοι γιόρταζαν χαρούμενοι, ντυμένοι με τα
καλά τους, καλοπλυμένα και καλοσιδερωμένα. Ο καιρός είχε καθαρίσει, κι ο ήλιος,
χαμηλά στο στερέωμα, ζέσταινε τη μέρα. Στα καφενεία δεν έβρισκες καρέκλα, ενώ
οι νέοι και οι νέες σουλατσάριζαν, ανταλλάζοντας κλεφτές ματιές, γυρεύοντας το τυχερό
τους ταίρι.
Ο Κυρηναίας, πλούσιος προεστός του χωριού, είχε έναν μισταρκό, το Αντρεούιν,
έναν κοντούτσικο νέο, που όμως έκρυβε μέσα του μεγάλη καρδιά. Ήταν ερωτευμένος
με την κόρη του αφεντικού του, τη Μαρικού, και ήθελε να την εντυπωσιάσει. Φτωχός
καθώς ήταν, δεν έτρεφε πολλές ελπίδες. Πίστευε όμως πως, αν κατάφερνε ένα ανδραγάθημα,
ίσως άλλαζε η μοίρα του.
Έτσι αποφάσισε να πάρει μέρος στο πάλιωμα της Λαμπρής. Μικρός στο μπόι, ήξερε πως
δύσκολα θα νικούσε το πρωτοπαλίκαρο του χωριού, τον Αντωνά, έναν άντρα δυνατό σαν
βράχο, με μπράτσα χοντρά και κορμί θεόρατο. Κανείς δεν τολμούσε να τα βάλει μαζί
του.
Κι όμως, το Αντρεούιν τον προκάλεσε.
Τα νέα απλώθηκαν σαν φωτιά. Οι χωρικές, με τα σούρτα-φέρτα τους, αποκάλυψαν και
το μυστικό του έρωτά του. Άλλοι θαύμασαν το θάρρος του, άλλοι τον κορόιδεψαν,
κι άλλοι τον λυπήθηκαν. Μα όλοι μιλούσαν γι’ αυτόν, τον μικρό Δαυίδ που θα τα
έβαζε με έναν Γολιάθ.
Η Μαρικού, όμορφη και καλομαθημένη, καμάρωνε για την αναστάτωση που είχε
προκαλέσει. Όμως, σιγά σιγά, η καρδιά της άρχισε να μαλακώνει. Η τόση αγάπη και
τόλμη του παλληκαριού την άγγιξαν. Ένιωσε μέσα
της να φυτεύεται ο πρώτος σπόρος του έρωτα.
Το απόγευμα μαζεύτηκαν όλοι στην πλατεία και σχημάτισαν έναν μεγάλο κύκλο, μια
άτυπη αρένα. Εκεί στάθηκαν τα παλληκάρια, κι άρχισαν τα παλιώματα.
Η πάλη ήταν ελεύθερη: νικητής όποιος έριχνε τον άλλο κάτω. Χρειάζονταν δύναμη,
τέχνη και πονηριά.
Ήταν έξι όλοι κι όλοι. Έβγαλαν τα πανωφόρια, έσφιξαν τα ζωνάρια τους και άλειψαν
τα κορμιά τους με λάδι. Πήραν βαθιές ανάσες, έτοιμοι να ορμήξουν, μέσα σε ζητωκραυγές.
Το Αντρεούιν στάθηκε απέναντι στον Αντωνά. Η διαφορά ήταν χαώδης. Κανείς δεν
αμφέβαλλε για το αποτέλεσμα.
Η πάλη άρχισε.
Και τελείωσε σχεδόν αμέσως.
Μέσα σε λίγα λεπτά, ο Αντωνάς βρέθηκε στο χώμα.
Σιωπή απλώθηκε. Έπειτα ψίθυροι, κι ύστερα φωνές. Κανείς δεν πίστευε στα μάτια
του. Το Αντρεούιν στεκόταν από πάνω του, χαμογελαστός.
Τι είχε συμβεί;
Η απάντηση ήταν απλή, και πονηρή.
Το Αντρεούιν, γνωστό για την πονηριά του, είχε καταστρώσει σχέδιο. Ήξερε πως ο
Αντωνάς δεν φορούσε εσώρουχο. Και την κατάλληλη στιγμή, μέσα στην πάλη, του
έλυσε το βρακοζώνι. Η βράκα άρχισε να γλιστρά, κι ο Αντωνάς, για να μην εκτεθεί
μπροστά σε όλο το χωριό, έπεσε μόνος του στο έδαφος για να καλυφθεί.
Έτσι, με δόλο αλλά και εξυπνάδα, το Αντρεούιν βγήκε νικητής.
Η ιστορία αυτή, που συνέβη κάπου στις αρχές του 1900, έμεινε να διηγιέται από
γενιά σε γενιά. Και το Αντρεούιν, τελικά, παντρεύτηκε τη Μαρικού. Έκαναν παιδιά,
εγγόνια και δισέγγονα, τόσα πολλά, που σήμερα οι απόγονοι του Κυρηναία αποτελούν
μια από τις μεγαλύτερες οικογένειες της Χλώρακας.
ΤΟ
ΚΑΜΑΡΟΥΪ
Κάποτε, στα παλιά χρόνια, τότε που η Χλώρακα ήταν ακόμη χτισμένη πάνω στα
υψώματα και ο κάμπος ως την Κάτω Πάφο απλωνόταν άγριος και εύφορος, οι άνθρωποι
ζούσαν δεμένοι με τη γη και το νερό.
Τα καλοκαίρια κατέβαιναν στα χωράφια τους και έμεναν εκεί για εβδομάδες. Έστηναν
πρόχειρα καλύβια από καλάμια και λινάτσες, κοιμούνταν κάτω από τις χαρουπιές
και τις τρεμιθιές, και σηκώνονταν πριν ακόμη χαράξει για να ποτίσουν τα περιβόλια
τους, πριν πέσει πάνω στον τόπο η βαριά κάψα του ήλιου.
Στην άκρη του δρόμου που οδηγούσε στην Κάτω Πάφο βρισκόταν το Καμαρούι. Μια
παλιά πέτρινη βρύση, χτισμένη με καμάρες από κιτρινωπή πέτρα, φαγωμένη από τον
χρόνο και την υγρασία. Γύρω της η γη ήταν πάντα δροσερή, ακόμη και μέσα στον
πιο άγριο καύσωνα.
Το νερό ανάβλυζε αδιάκοπα από τα σκοτεινά λαγούμια της γης και κυλούσε μέσα σε
στενά αυλάκια, αφήνοντας στον αέρα μυρωδιά βρεγμένου χώματος και άγριας μέντας.
Πάνω στις πέτρες της βρύσης φύτρωνε πράσινη γλίτσα και μικρές φτέρες, ενώ από
τα βαθιά λαγούμια της ακουγόταν μέρα και νύχτα ο υπόκωφος ήχος του νερού, σαν
ανάσα που ερχόταν από τα σπλάχνα της γης.
Οι παλιοί έλεγαν πως το νερό δεν είναι ποτέ άψυχο. Γι’ αυτό το φοβούνταν όσο
και το αγαπούσαν. Σε κάθε βρύση έπλαθαν ιστορίες για ανεράδες και στοιχειά, λες
και κάτω από τη γη κατοικούσε κάτι αθέατο που φύλαγε τις πηγές του κόσμου.
Και το Καμαρούι είχε τη δική του φήμη. Άλλοι το έλεγαν ευλογημένο, άλλοι
καταραμένο. Μα όλοι γνώριζαν πως το νερό του δεν στέρευε ποτέ.
Δίπλα ακριβώς στο Καμαρούι βρισκόταν το χωράφι της Φιλόξενης. Κανείς δεν θυμόταν
πια το αληθινό της όνομα. Όλοι τη φώναζαν έτσι, γιατί κανένας διαβάτης δεν
έφευγε από κοντά της δίχως να ξαποστάσει στη σκιά της μουριάς, δίχως να πιει νερό
από τα χέρια της ή να γευτεί λίγο γλυκό του κουταλιού.
Η Φιλόξενη ζούσε μόνη. Τα βράδια, όταν ο κάμπος άδειαζε και ο αέρας έπεφτε
βαρύς πάνω στη γη, καθόταν έξω από το κατάλυμά της και άκουγε το Καμαρούι να
κυλά αδιάκοπα μέσα στο σκοτάδι.
Τότε μιλούσε μόνο στο μικρό της μουλάρι. Ένα ταπεινό ζώο, γεννημένο από διασταύρωση
αλόγου και γαϊδάρας, που τη βοηθούσε στις δουλειές του χωραφιού. Το χάιδευε
στον λαιμό σαν να ήταν το μοναδικό ζωντανό πλάσμα που της ανήκε πραγματικά.
«Εσύ είσαι η συντροφιά μου», του έλεγε
χαμηλόφωνα.
Το καλοκαίρι εκείνο ήταν βαρύ. Ο ήλιος έκαιγε από νωρίς τα χαράματα και ο αέρας
στεκόταν ακίνητος πάνω από τον κάμπο, σαν να είχε ξεχάσει να φυσήξει. Ακόμη και
το Καμαρούι ακουγόταν διαφορετικό. Πιο βαθύ, πιο σκοτεινό, σαν να έκρυβε κάτι
μέσα του.
Ένα απόγευμα, όταν ο ήλιος είχε αρχίσει να γέρνει, η Φιλόξενη γύρισε από το
χωράφι και δεν βρήκε το μουλάρι της. Στην αρχή δεν ανησύχησε. Το φώναξε ήρεμα,
σχεδόν τρυφερά. Ύστερα πιο δυνατά, με μια ανησυχία που άρχιζε να σπάζει τη φωνή
της. Το έψαξε κάτω από τις χαρουπιές, δίπλα στο αυλάκι του νερού, γύρω από τη
βρύση. Πουθενά.
Τότε ένιωσε κάτι να της σφίγγει το στήθος, σαν αόρατο χέρι. Και ο κάμπος γύρω
της, ξαφνικά, της φάνηκε πιο άδειος από ποτέ, σαν να είχε αδειάσει όχι μόνο από
ζωή αλλά και από ήχο.
Ένα καραβάνι από την Πέγεια είχε σταματήσει το μεσημέρι για να ξαποστάσει. Τους
είχε δώσει νερό, τους είχε φιλέψει γλυκό, όπως έκανε πάντα χωρίς δεύτερη σκέψη.
Και είχαν φύγει. Και τότε πέρασε από το νου της άμοιρης η ιδέα πως το μικρό
μουλάρι ίσως τους είχε ακολουθήσει, παρασυρμένο από τη σκιά της κίνησης και της
βοής.
Έτρεξε στον δρόμο. Ο ήλιος έκαιγε το πρόσωπό της και η σκόνη κόλλαγε πάνω στα
ρούχα της, μα εκείνη δεν σταματούσε.
Όταν πρόφτασε το μικρό καραβάνι, στάθηκε μπροστά τους λαχανιασμένη, με τα μάτια
γεμάτα αγωνία.
«Το μουλάρι μου… το είδατε;»
«Όχι», απάντησαν.
Γύρισε πίσω με βήματα βαριά, πιο βαριά απ’ ό,τι άντεχε το σώμα της, σαν να
είχαν γεμίσει με όλο τον άδειο κάμπο. Η ανάσα της κομμένη, η κούραση βαριά και
το στόμα της στεγνό και διψασμένο.
Πλησίασε τη βρύση. Έσκυψε και ήπιε. Το νερό ήταν παγωμένο. Πιο παγωμένο από
κάθε άλλη φορά. Κατέβηκε μέσα της σαν κάτι που δεν ήταν πια νερό, αλλά φαρμάκι.
Και τότε ο κόσμος σκοτείνιασε. Η Φιλόξενη σωριάστηκε δίπλα στο Καμαρούι.
Κατάλαβε, σαν μέσα από θολό όνειρο, πως το Καμαρούι δεν την περίμενε πια όπως
πριν. Το νερό έτρεχε όπως πάντα, μα εκείνη, κουρασμένη και απελπισμένη, είχε
πιει περισσότερο απ’ όσο άντεχε το σώμα της, ώσπου λύγισε.
Και σαν να άνοιξε μέσα της μια αθόρυβη χαραμάδα, η τελευταία της πνοή την
εγκατέλειψε αργά, σχεδόν απαλά, και κύλησε μαζί με το νερό της βρύσης,
κατεβαίνοντας τις πέτρες, σβήνοντας μέσα στο ρεύμα, ώσπου χάθηκε προς την
αιωνιότητα, εκεί όπου το νερό δεν θυμάται πρόσωπα ούτε πόνο.
Και το νερό συνέχιζε να κυλά. Αδιάφορο. Αιώνιο. Σαν να μην είχε χάσει ποτέ
τίποτα.
Πέρασαν πολλά χρόνια. Λένε πως, σαράντα χρόνια μετά, όταν χωρικοί κατέβηκαν να
καθαρίσουν τα λαγούμια της βρύσης, βρήκαν στον πάτο τα κόκαλα ενός μικρού ζώου.
Δεν είχαν λιώσει. Σαν να τα κρατούσε το νερό ζωντανά στη μνήμη του.
Τότε θυμήθηκαν τη Φιλόξενη. Τη γυναίκα που έδινε νερό σε όλους τους ξένους… Και
χάθηκε από το ίδιο νερό που αγάπησε.
Από τότε, οι παλιοί λένε πως το Καμαρούι δεν είναι απλώς βρύση. Είναι μνήμη.
Και όταν ο αέρας σταματά στον κάμπο, μπορεί ακόμη να ακουστεί μια φωνή, χαμηλά
μέσα στο νερό. Όχι για ανθρώπους. Μα για ένα μικρό ζώο που δεν γύρισε ποτέ πίσω.
ΤΟ
ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ ΤΗΣ ΓΑΛΑΤΟΥΣ
Η Γαλατού ήταν μοναχοπαίδι, κι η ομορφιά της είχε γίνει θρύλος από χωριό σε
χωριό. Λέγαν πως, σαν περπατούσε στα καντούνια, χαμήλωνε ο ήλιος για να τη βλέπει
καλύτερα. Τα μάτια της έλαμπαν σαν νερό σε βαθύ πηγάδι και το πρόσωπό της είχε
εκείνη τη γλυκιά θλίψη που κάνει την ομορφιά πιο επικίνδυνη.
Από τα δεκαπέντε της χρόνια άρχισαν τα προξενιά. Μα η μάνα της, η Ερωφίλλη, που
ήταν η πιο ξακουστή προξενήτρα της περιοχής, δεν καταδεχόταν τους χωριανούς.
Είχε μεγάλα όνειρα για την κόρη της. Ήθελε γαμπρό πλούσιο, μορφωμένο, άνθρωπο
της πόλης. Κι έτσι μήνυσε παντού πως η Γαλατού δεν θα δινόταν σε κανέναν από το
χωριό.
Οι νέοι παραμέρισαν. Τα χρόνια όμως δεν λυπούνται κανέναν. Ένα ένα τα παλικάρια
παντρεύονταν αλλού, τα σπίτια άναβαν χαρές, γεννιούνταν παιδιά, κι η Γαλατού
έμενε πίσω σαν λουλούδι κομμένο που δεν το βάζουν ούτε σε βάζο ούτε το πετούν.
Όταν πάτησε τα είκοσι, άρχισε να βαραίνει το σπίτι από σιωπές. Η Ερωφίλλη δεν
ήταν πια η περήφανη προξενήτρα που σήκωνε το κεφάλι ψηλά. Τώρα περπατούσε
σκυφτή, σαν να κουβαλούσε πέτρες μέσα στην ψυχή της. Παραμιλούσε μόνη της, καταριόταν
την αλαζονεία της και κάθε τόσο κοίταζε την κόρη της με μάτια γεμάτα φόβο.
Γιατί εκείνους τους καιρούς οι κόρες μετά τα είκοσι λογαριάζονταν γεροντοκόρες.
Κι η γεροντοκόρη ήταν κατάρα. Και η κατάρα, όταν τη φοβούνται πολλοί άνθρωποι
μαζί, γίνεται αλήθεια.
Σιγά σιγά η Γαλατού άρχισε να πιστεύει πως κάποιο μαύρο χέρι είχε γράψει αλλιώτικο
το ριζικό της. Κλείστηκε στον εαυτό της σαν πληγωμένο πουλί. Δεν γελούσε πια,
μήτε τραγουδούσε όπως άλλοτε στις αυλές και στα καντούνια. Ώρες ατέλειωτες
καθόταν στο παραθύρι, με το βλέμμα χαμένο στον δρόμο, λες και περίμενε να φανεί
κάποιος γαμπρός που άργησε χρόνια να έρθει… Μα ο δρόμος έμενε άδειος.
Και κάθε δειλινό που σκοτείνιαζε χωρίς να σταθεί άνθρωπος στην πόρτα τους, κάτι
μέσα της πέθαινε λίγο λίγο.
Τότε άρχισε να συλλογιέται την Ελεγγού την αλαφροΐσκιωτη. Θυμήθηκε όσα ψιθύριζαν
οι χωριανοί γι’ αυτήν. Πως έβλεπε πράγματα αθέατα στους άλλους ανθρώπους, πως
γνώριζε μυστικά λόγια και μπορούσε να ξεκλειδώσει μοίρες κλεισμένες. Κι όσο η
απελπισία φούντωνε μέσα της, τόσο η σκέψη της γριάς ρίζωνε στο μυαλό της σαν πειρασμός.
Στην αρχή τρόμαζε μ’ αυτή τη σκέψη. Ύστερα άρχισε να την παρηγορεί. Και τέλος,
έγινε η μοναδική της ελπίδα. Και ένα παγωμένο χειμωνιάτικο δείλι, όταν το χωριό
είχε ήδη κλειστεί πίσω από πόρτες και παραθύρια, η Γαλατού σκέπασε το πρόσωπό
της με μαύρο μαντήλι και βγήκε κρυφά από το σπίτι.
Ο αέρας μύριζε καμένο ξύλο και υγρασία. Κάπου μακριά αλυχτούσε σκύλος.
Από καντούνι σε καντούνι, με βήματα γρήγορα και καρδιά που χτυπούσε σαν
φυλακισμένο πουλί, έφτασε στο σπίτι της Ελεγγούς της αλαφροΐσκιωτης.
Το σπίτι στεκόταν μόνο του στην άκρη του χωριού, μισοφαγωμένο από τον χρόνο. Οι
πέτρες του ήταν μαυρισμένες και η αυλή γεμάτη αγριόχορτα. Κανείς δεν περνούσε από
εκεί μετά τη δύση του ήλιου.
Η Ελεγγού έμοιαζε πλάσμα δίχως ηλικία. Σαν να μην τη μέτραγε ο χρόνος με
χρόνια, μα με συμφορές.
Οι χωριανοί μιλούσαν γι’ αυτήν ψιθυριστά. Έλεγαν πως έβλεπε πράγματα που οι
άλλοι άνθρωποι δεν μπορούσαν να δουν, πως άκουγε φωνές νεκρών μέσα στη νύχτα,
πως ζούσε μισή στον κόσμο των ζωντανών και μισή στον κόσμο των σκιών.
Κάποτε, πολλά χρόνια πριν, ήταν καλή και χαμογελαστή νοικοκυρά, ώσπου ήρθε ο
μεγάλος σεισμός του ’53 και της πήρε άντρα και παιδί μέσα στα χαλάσματα του
σπιτιού της.
Από τότε άλλαξε. Τις νύχτες έλεγε πως άκουγε τους πεθαμένους της να γυρίζουν έξω
από την πόρτα της. Πως τους ένιωθε να παλεύουν να περάσουν από την άλλη όχθη
πίσω στη ζωή.
Κι ο πόνος της ήταν τόσο μεγάλος, που οι άνθρωποι πίστεψαν πως ο Θεός τής τάραξε
τον νου για να μην πεθάνει από τη θλίψη. Έτσι γεννήθηκε η φήμη της αλαφροΐσκιωτης.
Μα εκείνο το βράδυ, μόλις η Ελεγγού αντίκρισε τη Γαλατού, πάγωσε. Τα θολά της
μάτια σκοτείνιασαν και το πρόσωπό της μαράθηκε μονομιάς.
Για μια στιγμή έμεινε ακίνητη, κοιτώντας πίσω από την κοπέλα… Και τον είδε. Μια
σκιά ψηλή και μαύρη στεκόταν πίσω της, ακίνητη, υπομονετική, σαν θηρίο που καρτερεί
την ώρα να ορμήσει. Ήταν ο Χάρος.
Κι όσο η νέα μιλούσε για τον καημό της, η γριά δεν άκουγε μονάχα τα λόγια της,
έβλεπε κιόλας το ριζικό της να ξετυλίγεται σαν μαύρο νήμα μπροστά στα μάτια
της. Είδε τον φόβο που της είχε φωλιάσει στην καρδιά, είδε την απελπισία που τη
βύθιζε ολοένα πιο βαθιά, μα είδε και κάτι άλλο. Είδε το θανατικό που περπατούσε
ήδη ξοπίσω της.
Και τρόμαξε. Γιατί κατάλαβε πως η κοπέλα στεκόταν κιόλας στο κατώφλι του κακού.
Κι έτσι προσπάθησε να τη συνεφέρει, να τη γυρίσει πίσω πριν ανοίξει δρόμο σε
δυνάμεις που δεν είχαν γυρισμό. Μήπως και προλάβαινε να τη γλιτώσει.
— Δεν χρειάζεσαι μάγια, κόρη μου, της είπε σιγανά. Ο φόβος είναι που σου τρώει
το μυαλό. Όχι η μοίρα.
Της μίλησε για υπομονή. Της μίλησε για τον καιρό που όλα τα φέρνει. Μα η Γαλατού
δεν άκουγε. Η απελπισία είχε ριζώσει μέσα της σαν αγκάθι.
Η Ελεγγού, βλέποντας την απελπισία της και καταλαβαίνοντας το αδιέξοδό της, τη
σκούντησε με δύναμη. Την κοίταξε κατάματα και με φωνή που δεν έμοιαζε ανθρώπινη
την πρόσταξε:
— Μην πας σε σκοτεινά πράγματα. Άμα ανοίξεις πόρτα στο κακό, ύστερα δεν
ξανακλείνει.
Και η Γαλατού, καθώς δεν βρήκε τη λύση από τη γριά, έφυγε πιο ταραγμένη απ’ όσο
είχε έρθει. Το βάρος των λόγων της έμεινε να της τριβελίζει το μυαλό, σαν προειδοποίηση
που δεν έσβηνε εύκολα.
Για μέρες καθόταν στο παραθύρι χωρίς να μιλά. Έμενε ώρες ολόκληρες να κοιτάζει
έξω, χωρίς να βλέπει πραγματικά τίποτα. Ούτε έτρωγε όπως πρώτα, ούτε ο ύπνος
της ήταν ήσυχος. Ξυπνούσε μέσα στη νύχτα με το ίδιο βάρος στο στήθος, σαν κάτι
να την τραβούσε πίσω σε εκείνα τα λόγια.
Και άρχισε μέσα της να ριζώνει μια απόφαση. Στην αρχή ήταν μια σκέψη, μετά
έγινε επιθυμία, και ύστερα έμοιαζε σχεδόν με ανάγκη που δεν έσβηνε. Όσο κι αν
προσπαθούσε να τη διώξει, ξαναγύριζε πιο δυνατή, πιο επίμονη: Αν χρειαζόταν, για
να παντρευτεί, θα ’δινε ακόμη και την ψυχή της.
Και τότε εμφανίστηκε η τσιγγάνα.
Ήρθε ένα μεσημέρι από τον κάτω δρόμο. Μελαχρινή, με μάτια γυαλιστερά σαν
βρεγμένες πέτρες. Τα πλουμιστά της ρούχα ανέμιζαν στον αέρα και τα βραχιόλια
της κουδούνιζαν σαν μικρά μεταλλικά φίδια. Με το ένα χέρι κρατούσε ένα παιδί κι
με το άλλο έναν μπαξέ περασμένο στον ώμο.
Δεν την είχε ξαναδεί στο χωριό. Σαν να ξεπήδησε από το πουθενά, στάθηκε στην
άκρη του δρόμου, εκεί όπου το φως έσβηνε γρήγορα και οι σκιές μάκραιναν περισσότερο
απ’ όσο έπρεπε. Φορούσε φουστάνια σκοτεινά, γεμάτα χρώματα που έμοιαζαν να
έχουν ξεθωριάσει από τον χρόνο, και στο βλέμμα της υπήρχε κάτι που δεν ζητούσε
άδεια για να μπει μέσα σου.
Στάθηκε κάτω από το παράθυρο της Γαλατούς.
— Να σου πω τη μοίρα σου; ρώτησε.
Η κοπέλα άπλωσε αμέσως το χέρι της.
Μα η τσιγγάνα, μόλις κοίταξε την παλάμη της, χλώμιασε. Σαν να είδε κάτι που
ούτε η ίδια άντεχε.
Πήγε να φύγει δίχως λέξη.
Η Γαλατού έτρεξε πίσω της, την άρπαξε από τη φούστα, την παρακαλούσε σχεδόν κλαίγοντας.
Της έταξε χρήματα, χρυσαφικά, ό,τι είχε και δεν είχε.
Και τότε η τσιγγάνα γύρισε αργά και την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια. Και είδε
πράγματα που δεν μπορούσε να ξέρει άνθρωπος. Το όνομά της. Τους φόβους της. Τα
μυστικά της.
Κανείς ποτέ δεν έμαθε τι έγινε εκείνο το βράδυ. Μονάχα η ίδια ήξερε τι ακούστηκε
μέσα στο σκοτάδι, τι λόγια ειπώθηκαν και ποιες σκιές κάλεσε η τσιγγάνα κοντά
τους.
Και όταν τελείωσαν όλα, η συμφωνία είχε γίνει. Η Γαλατού θα αποκτούσε άντρα.
Μα δεν έπρεπε ποτέ να γεννήσει παιδί γιατι το παιδι θα ηταν η αρχή του κακου
Και πράγματι, λίγο καιρό αργότερα η Γαλατού παντρεύτηκε το καλύτερο παλικάρι
του χωριού. Οι χωριανές τη ζήλευαν. Η μάνα της ξανασήκωσε κεφάλι. Το σπίτι τους
γέμισε χαρές και τραγούδια.
Και η ίδια η Γαλατού άρχισε σιγά σιγά να ξεχνά. Γιατί η ευτυχία κάνει τον άνθρωπο
αχάριστο απέναντι στον φόβο.
Μα το πεπρωμένο δεν ξεχνά ποτέ. Κι όταν έρχεται η ώρα του, έρχεται αθόρυβα. Σαν
νυχτερινός αέρας.
Ήταν καλοκαίρι, την εποχή που ωρίμαζαν τα τρεμίθια και ο αέρας μύριζε ρετσίνι
και ζέστη. Η γη είχε στεγνώσει από τον ήλιο, τα χωράφια κιτρίνισαν, και όλα
έμοιαζαν ακίνητα, σαν να κρατούσαν την ανάσα τους.
Και μέσα σε αυτή τη βαριά, ζεστή σιωπή του καλοκαιριού, συνέβη το κακό.
Η Γαλατού δεν τήρησε τη συμφωνία. Έμεινε αγκαστρωμένη. Και έλαμπε από χαρά, σαν
να μην είχε υπάρξει ποτέ συμφωνία, ποτέ προειδοποίηση, ποτέ εκείνη η σκοτεινή
μέρα με την τσιγγάνα. Σαν όλα να είχαν σβηστεί από τη μνήμη του κόσμου και όλα
να έμοιαζαν ξαφνικά χαρούμενα.
Εκείνο το μεσημέρι πεθύμησε να φάει καλοτσάκιστα τρεμίθια. Και όπως λένε οι
παραδόσεις, οι αγκαστρωμένες έπρεπε να τρώνε ό,τι επιθυμούσαν, ειδάλλως θα
έβγαιναν σημάδια στο μωρό.
Και πήγε η άμοιρη και ανέβηκε σε μια ψηλή τρεμιθιά να μαζέψει τρεμίθια.
Ο ήλιος έκαιγε. Τα τζιτζίκια βούιζαν. Ο αέρας έμοιαζε ακίνητος, σαν να είχε παγώσει
ο τόπος μέσα στη ζέστη.
Και ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή:
— Προσοχή! Έρχεται ο Τουρκόπουλος!
Κάποιοι είπαν αργότερα πως εκείνη την ώρα ο Τουρκόπουλος καθόταν στο καφενείο
και έπινε καφέ. Άρα δεν ήταν η φωνή. Ίσως να ήταν κάτι άλλο.
Η Γαλατού ξιπάστηκε. Και γλίστρησε. Η αγκαστρωμένη κοιλιά της χτύπησε πάνω σε
χοντρό κλώνο. Και έπεσε. Το σώμα της χτύπησε στη γη με έναν ήχο ξερό, που όσοι τον
άκουσαν δεν τον ξέχασαν ποτέ. Και όλο το χωριό ντύθηκε στα μαύρα.
Κι από τότε οι παλιοί, όταν ήθελαν να μιλήσουν για πράγματα που δεν πρέπει ο
άνθρωπος να επιθυμεί με το ζόρι, θυμούνταν τη Γαλατού. Και χαμήλωναν τη φωνή
τους.
Γιατί υπάρχουν πόρτες που, άμα ανοίξουν, δεν ξανακλείνουν ποτέ. Γιατί το ριζικό
του καθενός δεν αλλάζει ούτε με ευχές, ούτε με κατάρες, ούτε με μάγια.
Η ΤΡΟΥΛΛΩΤΗ ΠΕΤΡΑ
Η πέτρα στάθηκε για αιώνες η ραχοκοκαλιά του τόπου. Με αυτήν ύψωσαν σπίτια,
εκκλησιές, καμάρες και ανώγεια. Με αυτήν στερέωσαν τις ζωές τους οι άνθρωποι,
παλεύοντας με τον άνεμο, τη βροχή και τον χρόνο. Μα πίσω από κάθε πέτρινο
οικοδόμημα υπήρχαν άνθρωποι σκληροί σαν το υλικό που δούλευαν: οι πετροκόποι,
οι λιθοξόοι, οι μαστόροι που ήξεραν να βγάζουν την πέτρα από τα σωθικά της γης και
να της δίνουν μορφή.
Ήταν τέχνη δύσκολη και επικίνδυνη. Δεν αρκούσε η δύναμη, χρειαζόταν μάτι,
υπομονή και σταθερό χέρι. Από το σωστό πελέκημα και το καλό κτίσιμο κρινόταν αν
ένα σπίτι θα άντεχε στους σεισμούς ή αν θα γκρεμιζόταν σε κάθε μικρό κούνημα της
γης. Οι παλιοί έλεγαν πως η μια πέτρα έπρεπε να δένει με την άλλη σαν αδέλφι,
χωρίς πολύ πηλό ανάμεσά τους, για να γίνεται το χτίσιμο σχεδόν αιώνιο.
Τότε όλα γίνονταν με τα χέρια. Οι άντρες τρυπούσαν τον βράχο με λοστούς,
γέμιζαν τις σχισμές με δυναμίτιδα και περίμεναν τη γη να βογκήξει από την
έκρηξη. Ύστερα, μέσα στη σκόνη και τη μυρωδιά του θειαφιού, έπεφταν πάνω στην
κομμένη πέτρα με το μαρτέλλι, τη βαριά και τις σφήνες. Με δοκάρια και μοχλούς
μετακινούσαν κομμάτια βαρύτερα κι από ζώα, ιδρώνοντας από το χάραμα ως το
σούρουπο.
Στη Χλώρακα, που στεκόταν πάνω σε βραχώδη γη και γεννούσε πέτρα γερή και
καλοδούλευτη, άνθησε όσο λίγα μέρη η τέχνη του πετροκόπου. Οι Χλωρακιώτες
μαστόροι, με τη μακρόχρονη τριβή και εμπειρία τους, έγιναν από τους καλύτερους
του τόπου. Ανάμεσα στους μαστόρους εκείνους που έμειναν θρύλος ήταν ο Άνοστος
και ο Σιηπέττος. Τα πραγματικά τους ονόματα χάθηκαν με τα χρόνια και έμειναν
μόνο τα παρατσούκλια, σαν να τα σκάλισε πάνω τους η ίδια η μοίρα. Ο πρώτος
κουβαλούσε στο πρόσωπό του μια βαθιά ουλή από δυναμίτη, που του είχε χαράξει τα
χαρακτηριστικά. Ο δεύτερος χειριζόταν τη φωτιά και τις εκρήξεις με τέτοια
ψυχραιμία, σαν να κρατούσε ένα όπλο γνώριμο από πάντα.Ήταν άνθρωποι τραχείς,
μαθημένοι στον κίνδυνο και στη σιωπή. Άνθρωποι που έσκαψαν ολόκληρα βουνά και
άφησαν πίσω τους γκρεμούς θεόρατους, στα ριζά του Μουττάλου. Κι όμως, όπως
τόσοι άλλοι μεγάλοι τεχνίτες του καιρού τους, πέρασαν σχεδόν αμίλητοι από την
ιστορία. Μόνο οι πέτρες έμειναν να θυμίζουν πως κάποτε υπήρξαν. Δούλεψαν σκληρά
και πάλεψαν με πέτρες πιο σκληρές, σε βουνά σκορπισμένα σε ολόκληρο το οροπέδιο
της Πάφου. Μα η πιο κατάλληλη πέτρα βρισκόταν στο ύψωμα της Φάπρικας στο
Μούτταλο και στο οροπέδιο της Χλώρακας.
Στη Χλώρακα, ανάμεσα στο ξωκλήσι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και την παλιά βρύση του
Πύρκου, στεκόταν ένας βράχος θεόρατος, σαν να είχε απομείνει εκεί από τον πρώτο
καιρό του κόσμου.Δεν ήταν απλός βράχος. Ήταν όριο. Έκοβε το χωριό στα δύο, σαν
πέτρινο τείχος που όριζε τη μοίρα του τόπου. Η γη εκεί στένευε, και μόνο ένα μονοπάτι,
πατημένο από γενιές ανθρώπων και ζώων, ένωνε το ανατολικό με το δυτικό μέρος του
χωριού. Κι ακριβώς στη μέση του περάσματος υψωνόταν ο βράχος, κόβοντας τον
δρόμο.
Ήταν σκληρός σαν καταραμένο σίδερο. Ούτε ο ήλιος τον ράγιζε ούτε οι χειμώνες
τον μάλαζαν. Οι άνεμοι της θάλασσας τον έγδερναν αιώνες ολόκληρους, μα εκείνος έμενε
ακίνητος, βουβός, αγέρωχος. Από μακριά έμοιαζε με τρούλο εκκλησιάς. Και έτσι
τον είπαν Τρουλλωτό.
Γύρω του πλέχτηκαν ιστορίες παλιές, μισές αλήθεια και μισές φόβος. Άλλοι έλεγαν
πως από κάτω του κοιμόταν ένα αρχαίο εκκλησάκι, θαμμένο από σεισμό ή κατάρα.
Άλλοι πως τις νύχτες του χειμώνα, όταν φυσούσε από τη θάλασσα, ακούγονταν
ψαλμωδίες και καμπάνες μέσα από τις χαραμάδες του. Κανείς δεν τον άγγιζε
εύκολα. Κανείς δεν ήθελε να τα βάλει με την πέτρα.
Μα ο Σιηπέττος δεν πίστευε σε ιστορίες. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν πως ο βράχος
τού έκοβε τον δρόμο. Εκείνου, ενός πετροκόπου που δάμαζε την πέτρα μια ζωή, που
άνοιγε δρόμους και γκρέμιζε βουνά, η Τρουλλωτή στεκόταν τώρα μπροστά του εμπόδιο,
λες και τον περιγελούσε.
Και μέσα του γινόταν πάλη. Μια παραζάλη που του έτρωγε τον νου και τη σκέψη,
που τον καταδίωκε μέρα και νύχτα. Πήρε άχτι τον μεγάλο βράχο, άχτι και μίσος
βαθύ. Ήθελε να τον χαλάσει, να τον εξαφανίσει από εμπρός του. Μα πώς;
Ήταν πετροκόπος από παιδί. Τα χέρια του είχαν γίνει πέτρα από το σφυρί και τη
βαριά, κι η ψυχή του είχε μάθει να μη φοβάται ούτε βράχους ούτε δυναμίτες. Κάθε
μέρα, από το χάραμα ως το σούρουπο, δούλευε στα λατομεία. Άνοιγε τη γη, τρυπούσε
τον βράχο, γέμιζε τις σχισμές με μπαρούτι και περίμενε την έκρηξη με μάτια
καρφωμένα πάνω στην πέτρα, σαν να την προκαλούσε.
Κι όταν τελείωνε το μεροδούλι, ήταν σκεπασμένος με σκόνη. Τα μαλλιά του
άσπριζαν από το χώμα, ο ιδρώτας γινόταν λάσπη πάνω στο δέρμα του και τα ρούχα
του μύριζαν θειάφι και πέτρα. Τότε μόνο ένα πράγμα τον τραβούσε: η θάλασσα.
Κατηφόριζε για να ξεπλυθεί. Έπεφτε μέσα στο νερό σαν πληγωμένο ζώο που ζητούσε
γιατρειά. Η αλμύρα τού καθάριζε το κορμί και του έπαιρνε από πάνω τη βαριά μυρωδιά
της πέτρας. Εκεί, μέσα στο κύμα και στη δροσιά, ένιωθε άνθρωπος ξανά.
Μα κάθε μέρα ο Τρουλλωτός του έκοβε τον δρόμο. Έπρεπε να τον παρακάμπτει. Κι
αυτό τον εξόργιζε. Στεκόταν μπροστά του σαν εχθρός, σαν κατάρα. Για να φτάσει στη
θάλασσα αναγκαζόταν να παίρνει άλλες στράτες, να χάνεται σε χωράφια και
χαράδρες. Κι όσο πιο πολύ κοπίαζε, τόσο πιο βαθιά ρίζωνε μέσα του το μίσος. Ένα
μίσος θανατηφόρο. Ένα μίσος εμμονικό.
«Μια μέρα θα σε κόψω στα δυο», μουρμούριζε περνώντας. «Και θα ανοίξω δρόμο.»
Μα ήξερε πως ήταν αδύνατο. Ήθελε μήνες δουλειάς, εργάτες, δυναμίτες, ζώα,
άμαξες και χρήμα. Κι εκείνος ήταν ένας φτωχός πετροκόπος που μόλις έβγαζε το ψωμί
του.
Έτσι ο Τρουλλωτός έμενε εκεί. Και μαζί του έμενε και το μίσος, να μεγαλώνει σαν
αγριόχορτο μέσα του.
Ώσπου ένα δειλινό στάθηκε απέναντί του περισσότερο απ’ ό,τι συνήθιζε. Τον κοίταξε
ώρα πολλή χωρίς να μιλά. Και τότε, μέσα του, γεννήθηκε μια σκέψη. Και τότε
άλλαξε κάτι. Το χωριό μιλούσε για τη νέα εκκλησία. Η Παναγία η Χρυσελεούσα δεν
χωρούσε πια τον κόσμο. Έτσι αποφασίστηκε να χτιστεί μεγαλύτερος ναός, άξιος της
Χλώρακας.
Κι εκεί όλα ενώθηκαν μέσα του. Αν έπειθε τον Δεσπότη και τους χωριανούς πως ο
Τρουλλωτός ήταν ιδανικό λατομείο για τον νέο ναό, τότε ο βράχος θα
καταδικαζόταν. Και θα τους έπειθε. Γιατί πράγματι ήταν πέτρα ανώτερη.
Η καρδιά του χτύπησε δυνατά. Για πρώτη φορά ένιωσε πως κρατούσε τη μοίρα του βράχου
στα χέρια του. Θα φώναζε τον Άνοστο. Θα δούλευαν μαζί. Θα άνοιγαν πληγές στην
πέτρα, θα γέμιζαν τις χαραμάδες με δυναμίτη. Και κάθε έκρηξη θα ήταν σαν
επιστροφή δικαιοσύνης.
Μα δεν ήταν μόνο αυτό. Όταν ο βράχος θα έφευγε, ο δρόμος θα άνοιγε. Το χωριό θα
ένωνε τις δύο πλευρές του. Και τότε δεν θα μιλούσαν πια για στοιχειά και
κατάρες. Θα μιλούσαν για τους ανθρώπους που δαμάζουν την πέτρα.
Και έτσι έγινε. Το 1922 άρχισε το έργο και το 1928 ολοκληρώθηκε η εκκλησία της
Παναγίας της Χρυσελεούσας. Χτίστηκε με πελεκητή πέτρα άριστης ποιότητας, κομμάτια
που κόπηκαν από τον Τρουλλωτό και πελεκήθηκαν με το χέρι και τον ιδρώτα των
μαστόρων της πέτρας, του Σιηπέττου και του Άνοστου. Και έτσι, ο βράχος που
άλλοτε έστεκε σαν εμπόδιο και κατάρα, έγινε το ίδιο το σώμα ενός ναού. Κι η
πέτρα που χώριζε τον τόπο, έδεσε τελικά τον άνθρωπο με τον Θεό.
Ο ΠΕΤΡΟΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
Τικ. Τοκ. Τικ. Τοκ. Το μαρτέλλι έσπαζε τον βράχο και
του έδινε σχήμα. Κάθε χτύπημα κι ένας παλμός μέσα στην πέτρα, κάθε ράγισμα κι
ένας ήχος που απλωνόταν στον κάμπο. Ήταν ο Άνοστος που δούλευε, με τα χέρια του
να μαθαίνουν τη γλώσσα της πέτρας, ώσπου ο βράχος έπαυε να είναι βράχος και
γινόταν οικοδομή, σπίτι, εκκλησιά.
Ο Άνοστος ήταν πετροκόπος. Από τα χαράματα ως που να γείρει ο ήλιος, δούλευε με
βροχή και λιοπύρι, με κρύο και αγέρα. Πρώτα έσπαζε την πέτρα κι ύστερα την
πελεκούσε με υπομονή, ώσπου να πάρει σχήμα στα χέρια του. Από τις πέτρες του οι
φτωχοί έχτιζαν τα χαμηλά τους σπίτια με τις καπνισμένες αυλές και τις στενές
πόρτες, και οι πλούσιοι ύψωναν αρχοντικά και μέγαρα με καμάρες και στολισμένα
ανώγια.
Ο Άνοστος δεν χτυπούσε ποτέ την πέτρα στα τυφλά. Πρώτα την κοίταζε ώρα πολλή,
σαν να ζύγιζε την ψυχή της. Ύστερα ακουμπούσε το αυτί πάνω της και την χτυπούσε
ελαφρά με το σφυρί. Η γερή πέτρα τραγουδούσε καθαρά, Η σαθρή έβγαζε ήχο κουφό,
σαν άρρωστο ξύλο. Έπειτα κοίταζε τα νερά της, τις λεπτές γραμμές που άφηνε ο
χρόνος πάνω στο σώμα της. Από εκεί καταλάβαινε πού έπρεπε να μπει η σφήνα για
να ανοίξει ο βράχος χωρίς να θρυμματιστεί.
«Η πέτρα μιλά», έλεγε. «Φτάνει να ξέρεις να την ακούεις».
Η ευτυχία του Άνοστου ήταν πως ο τόπος του είχε πέτρα καλή. Πέτρα στέρεη,
ανθεκτική, γεννημένη να βαστά στους αιώνες και στον αγέρα της θάλασσας. Άλλοι
τόποι είχαν πέτρα σαθρή και μαλακή, που ράγιζε εύκολα και γινόταν σκόνη με τα χρόνια.
Η Χλώρακα όμως είχε βράχο.
Κι ο Άνοστος πίστευε πως η πέτρα του τόπου του ήταν ζωντανή. Άντεχε στον χρόνο
χωρίς να προδώσει εκείνον που θα την εμπιστευόταν για θεμέλιο, για σπίτι ή για
εκκλησιά. Έμοιαζε σαν να κρατούσε μέσα της τη δύναμη της ίδιας της γης.
Η Χλώρακα ήταν γεμάτη πέτρα δομική, πέτρα λαξευτή. Η γη της σκληρή και τραχιά,
γεμάτη βράχους που σκέπαζαν τον τόπο σαν πετρωμένα κύματα. Το καλοκαίρι ο ήλιος
τους έκαιγε ώσπου ν’ αχνίζουν μέσα στο λιοπύρι, και τον χειμώνα ο αγέρας της
θάλασσας σφύριζε μέσα από τις σχισμές τους, σαν μοιρολόι παλιό που ανέβαινε από
τα σωθικά της γης.
Οι νοικοκυραίοι άφηναν τους πετροκόπους να δουλεύουν στα χωράφια τους, γιατί
κάθε χτύπημα της βαριάς ήταν διπλό κέρδος. Η πέτρα γινόταν οικοδομή, κι ο τόπος
καθάριζε και ίσιωνε. Σιγά σιγά τα άγρια πετροβούνια χαμήλωναν, οι λάκκοι
γέμιζαν χώμα, και εκεί που πριν φύτρωνε μόνο ασπάλαθος και θυμάρι, άρχιζαν να
πρασινίζουν περβόλια. Ρέντες, λεμονιές, χαρουπιές και κλήματα ρίζωναν πάνω στη
γη που κάποτε ήταν γυμνός βράχος.
Κι ο Άνοστος, κάθε φορά που έβλεπε ένα νέο σπίτι να σηκώνεται ή ένα περβόλι να
ανθίζει εκεί όπου πρώτα στεκόταν άγρια πέτρα, ένιωθε μέσα του μια κρυφή
περηφάνια. Γιατί ήξερε πως τίποτε από όλα αυτά δεν θα υπήρχε χωρίς τον κόπο των
χεριών του και χωρίς την πέτρα της Χλώρακας, που χρόνια ολόκληρα πάλευε να
δαμάσει.
Ήταν λιγόκορμος, λεπτός και ευθυτενής, όμως το κορμί του δουλεμένο χρόνια πάνω
στην πέτρα, είχε γίνει σκληρό σαν ατσάλι. Οι φλέβες στα χέρια και στους πήχεις
του πετάγονταν σαν ρίζες ελιάς, κι οι παλάμες του ήταν χοντρές και σκασμένες
από το σφυρί και τη σφήνα.
Όταν στεκόταν μπροστά στους βράχους και ύψωνε τη βαριά, έμοιαζε μικρός απέναντι
στην πέτρα. Μα με το πρώτο χτύπημα άλλαζαν όλα. Κάρφωνε τις σφήνες βαθιά στις
ρωγμές και χτυπούσε με δύναμη αλύγιστη, ώσπου ο βράχος να στενάξει και να
σπάσει. Και κάθε φορά που κατέβαινε η βαριά, από τα πνευμόνια του έβγαινε ένας
άγριος βρυχηθμός, κάτι ανάμεσα σε λαχάνιασμα και σφύριγμα καταιγίδας, που αντιλαλούσε
στον γκρεμό και τρόμαζε ακόμη και τα πουλιά.
Ήταν σκληροτράχηλος άνθρωπος, μαθημένος να μιλά λίγο και να δουλεύει πολύ. Το
πρόσωπό του, καμένο από τον ήλιο και τον αγέρα της θάλασσας, είχε μια μόνιμη
αγριάδα. Το ένα του μάτι έμενε πάντα μισόκλειστο, τραβηγμένο από έναν παλιό τραυματισμό.
Χρόνια πριν, ένα κοφτερό θραύσμα πέτρας είχε πεταχτεί με δύναμη και του είχε
χαράξει βαθιά το πρόσωπο. Από τότε το βλέμμα του σκλήρυνε σαν να κουβαλούσε
μέσα του έναν θυμό που δεν έβρισκε λόγια να ξεσπάσει.
Κι από τότε, σιγά σιγά, όλοι ξέχασαν το πραγματικό του όνομα. Από τη μέρα που χαράχτηκε
το μάτι του και η μεγάλη ουλή αγρίεψε το πρόσωπό του, οι χωριανοί άρχισαν να τον
φωνάζουν Άνοστο. Έτσι κόλλησε πάνω του το παρατσούκλι, κι έτσι έμεινε· ακόμη και
μετά τον θάνατό του, το όνομα χάθηκε και μόνο το προσωνύμιο συνέχισε να διαιωνίζεται
από στόμα σε στόμα.
Ο Τσιυπρής, ένας από τους μεγαλύτερους γαιοκτήμονες της Χλώρακας, είχε στην
κατοχή του μια τεράστια έκταση γης, ένα ολόκληρο πέτρινο βουνό. Η πέτρα εκεί
ήταν σκληρή και στέρεη, ιδανική για χτίσιμο. Το χωράφι άρχιζε από τα σπίτια του
Μάντη και τραβούσε ως το ξωκκλήσι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, ψηλά προς το χωριό.
Στην άκρη εκείνης της πετρωμένης γης στεκόταν ένας παράξενος βράχος, τρουλλωτός
σαν θόλος εκκλησιάς. Οι χωριανοί τον κοιτούσαν χρόνια και τον έδειχναν σαν σημάδι
παλιό, λες και τον είχε σμιλέψει χέρι ανθρώπου κι όχι η φύση. Εκείνη την πέτρα
ο Άνοστος την έκοψε και την πελέκησε σχεδόν μόνος του. Από το πέτρωμά της
βγήκαν τόσοι λαξευμένοι λίθοι, που άρκεσαν για να χτιστεί η μεγάλη εκκλησία της
Παναγίας του χωριού. Κι ακόμη έλεγαν οι γέροντες πως, όταν φυσούσε δυνατός
αγέρας μέσα από τις καμάρες της εκκλησιάς, ακουγόταν κάτι από τον παλιό εκείνο
βράχο, σαν μακρινός ψαλμός.
Ο Άνοστος είχε κάμει συμφωνία με τον Τσιυπρή και για χρόνια ολόκληρα δούλευε το
πέτρινο βουνό του, σπάζοντας ασταμάτητα την πέτρα. Από τα χαράματα ως το βράδυ,
η βαριά του αντιλαλούσε στον τόπο, κι οι σφήνες άνοιγαν ρωγμές βαθιές στο
βουνό. Εκεί όπου κάποτε υψωνόταν ένας θεόρατος πέτρινος όγκος, χρόνο με τον χρόνο
άνοιξε η γη σαν πληγή. Η πέτρα έπεφτε κομμάτι κομμάτι, κι ο τόπος άλλαζε μορφή
κάτω από τα χέρια του.
Στο τέλος απέμεινε ένα πλατύ και ίσιο χωράφι, γυμνό ακόμη από δέντρα, στα ριζά
ενός δυσθεώρητου γκρεμού που κατέβαινε δεκάδες μέτρα προς τη θάλασσα. Από ψηλά,
όταν στεκόταν στην άκρη να ξαποστάσει, ο Άνοστος άκουγε τον αγέρα να βουίζει
μέσα στις σχισμές του βράχου και τα κύματα να χτυπούν κάτω αόρατα, σαν να
έρχονταν από άλλον κόσμο.
Και κάθε φορά που κάρφωνε το σφυρί πάνω στην πέτρα, του φαινόταν πως κάτι βαθιά
εκεί μέσα αντιλαλούσε. Σαν η γη να πονούσε και να θρηνουσε.
Ο γιος του ο Ττοφής, ήταν ακόμη μικρός. Πολλές φορές τον λυπόταν όταν τον έβλεπε
να γυρίζει το βράδυ κατάκοπος, με τα ρούχα γεμάτα σκόνη πέτρας και τα χέρια ματωμένα
από τις σφήνες. Του φαινόταν πως ο πατέρας του ζούσε σαν σκλάβος, παλεύοντας
ολημερίς με τη γη για ένα κομμάτι ψωμί.
Κι ένα δειλινό, καθώς κάθονταν στην άκρη του γκρεμού να ξαποστάσουν, τον ρώτησε:
— Παπά, γιατί δεν αφήνεις τούτη τη σκληρή δουλειά να κάμεις άλλη πιο εύκολη;
Ο Άνοστος χαμήλωσε το βλέμμα πάνω στις σκασμένες του παλάμες. Έπειτα ακούμπησε
το χέρι του στην πέτρα δίπλα του, σαν να χάιδευε ζωντανό πράγμα.
— Παιδί μου, ο κόπος εν βαριά μοίρα άμαν γεννά πράμα. Η πέτρα που κόφκω εννά
γίνει σπίτι να γελάσει οικογένεια μέσα του. Εννά γίνει εκκλησιά να προσεύκεται
ο κόσμος. Εννά γίνει μνήμα να θυμούνται οι ανθρώποι τους πεθαμένους τους.
Σήκωσε τότε το κεφάλι προς το χωριό, εκεί όπου άσπριζαν οι τοίχοι μέσα στο
σούρουπο.
— Ο άνθρωπος φεύκει. Μα το έργο των χεριών του μπορεί να μείνει αιώνια.
Σημείωμα του συγγραφέα:
Το διήγημα αυτό γεννήθηκε πριν από περίπου πενήντα χρόνια, από την ανάγνωση
ενός παλιού κειμένου του αδελφού μου επίσης συγγραφέα, Χριστάκη. Από τότε έμεινε μέσα μου η εικόνα του πετροκόπου
και ο ήχος της πέτρας, ώσπου έγινε γραφή.
Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΚΟΚΟΥ
Ο αγώνας της ΕΟΚΑ είχε τελειώσει, όμως η ειρήνη δεν είχε έρθει. Η Κυπριακή
Δημοκρατία γεννήθηκε μέσα από δύσκολες συνθήκες και σύντομα η πατρίδα
χρειάστηκε ξανά ανθρώπους έτοιμους να υπηρετήσουν.
Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και ο Γεώργιος Ταπακούδης, ο γνωστός σε όλους ως Κόκος.
Γεννημένος στη Χλώρακα, είχε μεγαλώσει με τις αξίες της ελευθερίας και της
πατρίδας. Από νεαρή ηλικία εντάχθηκε στον αγώνα της ΕΟΚΑ, γνώρισε φυλακές και
διώξεις από τους Άγγλους και αργότερα υπηρέτησε στην Εθνική Φρουρά ως αξιωματικός.
Όμως ο Κόκος δεν έμεινε γνωστός μόνο για τους αγώνες του. Έμεινε γνωστός για
τον χαρακτήρα του. Ήταν άνθρωπος με πυγμή, με έντονη παρουσία και λόγο που
δύσκολα αμφισβητούνταν. Δεν φοβόταν να συγκρουστεί όταν πίστευε πως είχε δίκιο
και δεν υπολόγιζε αξιώματα ή πρόσωπα.
Πολλοί τον θεωρούσαν σκληρό. Και πράγματι, ο θυμός του μπορούσε να γίνει θυελλώδης.
Όμως όσοι τον γνώριζαν καλά ήξεραν πως πίσω από εκείνη τη σκληρή όψη κρυβόταν
ένας άνθρωπος δίκαιος, με μεγάλη καρδιά. Θύμωνε εύκολα, μα δεν μισούσε ποτέ. Η
οργή του ήταν στιγμιαία, η συγχώρεσή του όμως βαθιά.
Ήταν μάγκας της παλιάς κοπής. Ψηλός, όμορφος, με μια λεβεντιά που δεν περνούσε απαρατήρητη.
Είχε εκείνη τη φυσική αυτοπεποίθηση που δεν χρειαζόταν επίδειξη. Η παρουσία του
μιλούσε πριν ακόμη ανοίξει το στόμα του.
Στη μικρή Πάφο εκείνης της εποχής τον γνώριζαν σχεδόν όλοι. Όταν περπατούσε
στους δρόμους της πόλης ή οδηγούσε το αγαπημένο του Ford Capri, τα βλέμματα στρέφονταν
πάνω του. Οι άνθρωποι τον χαιρετούσαν με σεβασμό και εκείνος ανταπέδιδε τον χαιρετισμό
με χαμόγελο και απλότητα.
Είχε δημιουργήσει γύρω του μια ιδιαίτερη αύρα αναγνωρισιμότητας. Όχι επειδή το
επέβαλε, αλλά επειδή την είχε κερδίσει με τη διαδρομή του, με τον χαρακτήρα του
και με τον τρόπο που στεκόταν απέναντι στους ανθρώπους.
Ήταν Σάββατο και η Πάφος έσφυζε από ζωή. Άνθρωποι από τα χωριά είχαν κατέβει
στην πόλη για το παζάρι, για ψώνια, για τις δουλειές τους, αλλά και για μια
μικρή ανάσα από την καθημερινότητα. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι κόσμο, αυτοκίνητα
και φωνές. Η κίνηση είχε γίνει δύσκολη.
Ο Κόκος κατέβαινε αργά τον κεντρικό δρόμο με το Ford Capri του. Ο ήλιος γυάλιζε
πάνω στο αμάξωμα και ο ήχος της μηχανής έκανε αρκετούς περαστικούς να γυρίζουν
το κεφάλι. Χαιρετούσε γνωστούς δεξιά κι αριστερά, όπως συνήθιζε, ώσπου ξαφνικά
βρέθηκε παγιδευμένος μέσα σε μια ατέλειωτη ουρά αυτοκινήτων.
Οι μηχανές δούλευαν στο ρελαντί. Οι οδηγοί περίμεναν ανυπόμονα. Κανείς δεν
ήξερε πότε θα ξεκινούσε η κίνηση.
Τα λεπτά περνούσαν.
Ο Κόκος δεν ήταν άνθρωπος της αναμονής. Τα δάχτυλά του άρχισαν να χτυπούν νευρικά
το τιμόνι. Κοίταξε το ρολόι του. Ξανακοίταξε μπροστά. Η υπομονή του άρχισε να
τελειώνει.
Δεν ήταν η καθυστέρηση που τον ενοχλούσε περισσότερο. Ήταν η αίσθηση πως ήταν παγιδευμένος.
Χωρίς πολλή σκέψη, έστριψε το τιμόνι και μπήκε σε μια στενή πάροδο για να
αποφύγει την κίνηση. Ήξερε πως ήταν μονόδρομος, αλλά εκείνη τη στιγμή στο μυαλό
του υπήρχε μόνο η ανάγκη να συνεχίσει.
Προχώρησε λίγα μέτρα και τότε είδε ένα αυτοκίνητο να έρχεται από απέναντι.
Στο τιμόνι καθόταν ο Σαββής, ένα νεαρό παιδί που μόλις είχε αγοράσει το πρώτο
του αυτοκίνητο και γύριζε περήφανος στους δρόμους της Πάφου.
Ο δρόμος ήταν στενός. Τα δύο αυτοκίνητα δεν μπορούσαν να περάσουν. Λίγα μέτρα
πιο πίσω από τον Σαββή υπήρχε μια μικρή εσοχή, αρκετή για να κάνει λίγο πίσω και
να αφήσει τον Κόκο να περάσει.
Ο Κόκος κατέβασε το παράθυρο.
— Κάνε λίγο πίσω, ρε μιτσή, να περάσω.
Ο Σαββής, χωρίς να γνωρίζει ποιος ήταν απέναντί του, γεμάτος από την
αυτοπεποίθηση της ηλικίας του, απάντησε με ύφος που έκρυβε περισσότερη τόλμη
παρά σκέψη.
— Κάνε πίσω εσύ. Πας σε μονόδρομο.
Η φράση αυτή ήταν αρκετή.
Δεν ήταν η παρατήρηση που τον εξόργισε. Ήταν ο τρόπος. Στα μάτια του Κόκου,
ένας άγνωστος νεαρός τού μιλούσε χωρίς σεβασμό και του πουλούσε μαγκιά.
Το πρόσωπό του σκοτείνιασε.
Η παλιά του φύση ξύπνησε.
Τράβηξε απότομα χειρόφρενο, άνοιξε την πόρτα και κατέβηκε. Μέσα στην ένταση της
στιγμής, το χέρι του πήγε στο υπηρεσιακό πιστόλι που έφερε ως αξιωματικός της
Εθνικής Φρουράς.
Οι γείτονες που είχαν δει τη σκηνή από τα μπαλκόνια και τις αυλές τους πάγωσαν.
Τον γνώριζαν.
Ήξεραν πως ο Κόκος δεν θύμωνε εύκολα, αλλά όταν θύμωνε ήταν σαν να σκοτείνιαζε
ολόκληρος ο κόσμος γύρω του. Η λογική έκανε πίσω και μιλούσε ο θυμός.
Το βλέμμα του αγρίευε, η φωνή του βάραινε και κανείς δεν ήθελε να βρεθεί απέναντί
του εκείνη τη στιγμή.
— Τρέξτε... ο Κόκος θύμωσε!
Σε λίγα δευτερόλεπτα άνθρωποι πετάχτηκαν από παντού. Από τις αυλές, τα μαγαζιά,
τα καφενεία.
Δεν έτρεχαν γιατί πίστευαν πως ήταν κακός άνθρωπος. Το αντίθετο. Τον ήξεραν καλά.
Έτρεχαν γιατί ήξεραν πως, όταν τον παρέσερνε η οργή του, μπορούσε να κάνει κάτι
πάνω στη στιγμή και ύστερα να το κουβαλάει μέσα του για μια ζωή.
— Κόκο! Σταμάτα!
— Κόκο, άκουσέ μας!
— Ο μιτσής είναι ο ανιψιός του Γληόρη!
Τα λόγια αυτά τον σταμάτησαν.
Σαν να γύρισε ξαφνικά από έναν άλλο κόσμο.
Έμεινε ακίνητος για λίγα δευτερόλεπτα. Η ένταση στο πρόσωπό του άρχισε να
υποχωρεί. Πήρε μια βαθιά ανάσα και χαμήλωσε το χέρι του.
Ο θυμός είχε περάσει.
Και μαζί του ήρθε η σκέψη.
Ο Σαββής κατάλαβε τότε ποιος στεκόταν απέναντί του. Η αρχική του τόλμη είχε
χαθεί. Ένας κρύος ιδρώτας τον έλουσε. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά και τα χέρια
του κρατούσαν σφιχτά το τιμόνι.
Χωρίς άλλη κουβέντα, έβαλε όπισθεν.
Με αργές κινήσεις έκανε πίσω το αυτοκίνητο και άφησε τον δρόμο ελεύθερο.
Ο Κόκος πέρασε και πάρκαρε λίγο πιο κάτω.
Όμως η ιστορία δεν τελείωσε εκεί.
Κατέβηκε από το αυτοκίνητο και πλησίασε τον νεαρό. Ο Σαββής περίμενε ακόμη
αμήχανος. Ίσως περίμενε επίπληξη. Ίσως περίμενε θυμό.
Αντί γι’ αυτό, ο Κόκος χαμογέλασε.
Του έβαλε το χέρι στον ώμο και του είπε:
— Έλα. Πάμε να πιούμε έναν καφέ. Να γνωριστούμε.
Ο Σαββής έμεινε σιωπηλός.
Πριν λίγα λεπτά στεκόταν απέναντι από έναν άνθρωπο που έμοιαζε έτοιμος να
εκραγεί. Τώρα καθόταν μαζί του σαν παλιός γνωστός.
Και έτσι, από μια παρεξήγηση στον στενό δρόμο της Πάφου, γεννήθηκε μια φιλία.
Χρόνια αργότερα, ο Σαββής διηγόταν ακόμη εκείνη τη μέρα με χαμόγελο και
περηφάνια.
«Έτσι γνώρισα τον Κόκο», έλεγε.
Τον άνθρωπο που μπορούσε να γίνει καταιγίδα μέσα σε μια στιγμή, αλλά που η
καρδιά του καθάριζε πριν προλάβει να πέσει η βροχή.
Γιατί αυτή ήταν η καρδιά του Κόκου.
Θύμωνε σαν καταιγίδα. Συγχωρούσε σαν άνθρωπος.
ΚΥΡΙΑΚΟΣ
ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ, ΓΙΑΤΙ ΕΓΙΝΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
Μια μέρα, από απλή περιέργεια, τράβηξα την πόρτα του ντουλαπιού. Και τότε αντίκρισα κάτι που έμελλε, χωρίς να το γνωρίζω εκείνη τη στιγμή, να αλλάξει την πορεία της ζωής μου: βιβλία.
Ανάμεσά τους ένα τράβηξε αμέσως το βλέμμα μου. Ήταν η εικόνα στο εξώφυλλο, αλλά κυρίως ο τίτλος του: «Η νήσος των θησαυρών». Ήταν ένα βιβλίο μιας εποχής όπου η γλώσσα βρισκόταν σε μετάβαση, όταν η καθαρεύουσα άρχιζε σιγά σιγά να δίνει τη θέση της στη δημοτική. Χωρίς να το γνωρίζω τότε, οι λέξεις εκείνες, η μορφή και η μουσικότητα της γλώσσας, άρχισαν να αφήνουν μέσα μου μια πρώτη, ανεξίτηλη εντύπωση.
Το πήρα στα χέρια μου και άρχισα να το ξεφυλλίζω. Οι εικόνες που υπήρχαν στις σελίδες του με συνεπήραν περισσότερο ακόμη και από το ίδιο το εξώφυλλο. Ήταν σαν να άνοιγε μπροστά μου ένα παράθυρο σε έναν άγνωστο κόσμο, γεμάτο περιπέτεια και μυστήριο.
Το πήρα μαζί μου στο σπίτι και άρχισα να το διαβάζω. Δεν θυμάμαι τι με γοήτευσε περισσότερο· η γραφή του βιβλίου ή η περιπέτεια που ξετυλιγόταν μπροστά μου. Ήταν ένα μεγάλο και χοντρό βιβλίο για τα παιδικά μου μάτια, όμως δεν ένιωσα ποτέ κούραση. Κάθε σελίδα με τραβούσε όλο και πιο βαθιά μέσα στην ιστορία. Δεν χόρταινα να διαβάζω.
Όμως η νύχτα έπεσε και το σκοτάδι ήρθε. Ήταν άλλες εποχές, δύσκολες. Ο ηλεκτρισμός δεν υπήρχε ακόμη σε κάθε σπίτι και η λάμπα πετρελαίου έπρεπε να σβήνει νωρίς για οικονομία.
Την άλλη μέρα ξύπνησα με το πρώτο φως της αυγής. Δεν πήγα σχολείο. Το βιβλίο είχε γίνει η δική μου ανάγκη. Συνέχισα την ανάγνωση με πάθος και αγωνία, μέχρι που έφτασα στην τελευταία σελίδα.
Το βιβλίο εκείνο δεν μου άνοιξε μόνο την πόρτα της ανάγνωσης. Χωρίς να το γνωρίζω τότε, μου αποκάλυψε και τη δύναμη της αφήγησης. Η ιστορία ήταν γραμμένη με τρόπο που άλλοτε έφερνε τον αναγνώστη κοντά στους ήρωες μέσα από το πρώτο πρόσωπο και άλλοτε τον έκανε να παρακολουθεί τη ζωή των προσώπων από μια πιο μακρινή θέση, μέσα από το τρίτο πρόσωπο.
Αυτή η εναλλαγή με γοήτευσε. Ίσως τότε, χωρίς ακόμη να το καταλαβαίνω, να μπήκε μέσα μου η πρώτη αντίληψη πως μια ιστορία δεν έχει έναν μόνο δρόμο για να ειπωθεί. Μπορεί να μιλήσει η ίδια η ψυχή του ανθρώπου μέσα από το «εγώ», αλλά μπορεί και ο αφηγητής να σταθεί απέναντι από τα γεγονότα και να φωτίσει τις ζωές των άλλων.
Χρόνια αργότερα, όταν άρχισα να γράφω τις δικές μου ιστορίες, κατάλαβα πως εκείνη η πρώτη λογοτεχνική εμπειρία είχε αφήσει το αποτύπωμά της. Η επιλογή μου να γράφω άλλοτε σε πρώτο και άλλοτε σε τρίτο πρόσωπο δεν ήταν τυχαία· ήταν ένας τρόπος να πλησιάζω τους ανθρώπους, αλλά και να παρατηρώ τη ζωή τους με το βλέμμα του αφηγητή.
Ήταν το πρώτο μου βιβλίο.
Από εκείνη τη στιγμή κάτι άλλαξε μέσα μου. Άφησα πολλές φορές στην άκρη τα σχολικά διαβάσματα και αφιερώθηκα στην ανάγνωση λογοτεχνικών βιβλίων. Τότε είχα τύψεις. Πίστευα πως δεν έδινα την απαιτούμενη προσοχή στα μαθήματα του σχολείου.
Σήμερα, όμως, κοιτάζοντας πίσω, καταλαβαίνω πως εκείνα τα βιβλία ήταν ένα διαφορετικό σχολείο. Μέσα από τις σελίδες τους έμαθα περισσότερα για τους ανθρώπους, για τη ζωή, για τα συναισθήματα και για τον κόσμο γύρω μου. Έμαθα γράμματα που δεν γράφονταν μόνο με μελάνι, αλλά με εμπειρίες, εικόνες και σκέψεις.
Ίσως εκείνη τη μέρα, όταν άνοιξα τυχαία εκείνο το παλιό ντουλάπι στη γωνιά της τάξης, να μπήκε μέσα μου ο σπόρος της συγγραφής.
Με τα χρόνια κατάλαβα πως κανείς δεν γίνεται συγγραφέας μόνο επειδή γράφει λέξεις πάνω σε ένα χαρτί. Ο συγγραφέας γεννιέται πρώτα από μια εσωτερική ανάγκη για έκφραση και δημιουργία. Από την ανάγκη να μιλήσει για όσα κουβαλά μέσα του, να μοιραστεί σκέψεις, συναισθήματα και εικόνες που ζητούν να βγουν στο φως.
Η συγγραφή έγινε για μένα ένας τρόπος επικοινωνίας με τους ανθρώπους. Μέσα από το γράψιμο ανακάλυψα πως μπορούσα να δώσω ζωή σε πρόσωπα, σε στιγμές και σε αναμνήσεις. Να μετατρέψω απλές ιστορίες ανθρώπων σε κομμάτια ζωής που μπορούν να αγγίξουν και άλλους.
Όμως η συγγραφή δεν είναι μόνο έμπνευση. Είναι προσπάθεια, πειθαρχία και επιμονή. Χρειάζεται διάβασμα, παρατήρηση, συνεχής άσκηση και αγάπη για τη γλώσσα. Είναι δουλειά καθημερινή, μια προσπάθεια να μετατρέπω τις σκέψεις, τις μνήμες και τα βιώματά μου σε λέξεις που μπορούν να ταξιδέψουν πέρα από τον χρόνο.
Και ίσως όλα να ξεκίνησαν τότε, εκείνα τα παιδικά χρόνια, όταν ως παιδί της έκτης τάξης του Δημοτικού Σχολείου Χλώρακας άνοιξα ένα παλιό ντουλάπι στη γωνιά της τάξης μου και βρήκα έναν θησαυρό.
Όχι έναν θησαυρό από χρυσάφι και πολύτιμες πέτρες, αλλά έναν θησαυρό από λέξεις, εικόνες και ιστορίες.
Και από εκείνον τον καιρό, χωρίς ακόμη να το γνωρίζω, είχε αρχίσει το δικό μου ταξίδι προς τη συγγραφή.
Πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να καταλάβω πραγματικά τη σημασία εκείνης της πρώτης συνάντησης με το βιβλίο. Σήμερα, κοιτάζοντας πίσω τη διαδρομή μου, βλέπω πως εκείνο το παλιό ντουλάπι της τάξης δεν έκρυβε απλώς μερικά βιβλία· έκρυβε την αρχή μιας πορείας ζωής.
Μεγάλωσα στη Χλώρακα, σε μια εποχή διαφορετική, όταν το χωριό είχε άλλη μορφή, όταν οι άνθρωποι ζούσαν πιο απλά, πιο κοντά στη γη, στη θάλασσα και ο ένας στον άλλο. Οι εικόνες εκείνων των χρόνων, οι φωνές των ανθρώπων, οι αγωνίες, οι χαρές και οι δυσκολίες τους, έμειναν μέσα μου σαν παρακαταθήκη.
Αργότερα κατάλαβα πως όλα αυτά δεν ήταν απλώς αναμνήσεις. Ήταν ιστορίες που ζητούσαν να ειπωθούν. Ήταν άνθρωποι που κινδύνευαν να χαθούν μέσα στον χρόνο, αν κάποιος δεν κρατούσε τη φωνή τους ζωντανή.
Η συγγραφή για μένα δεν γεννήθηκε από την ανάγκη για δόξα ή αναγνώριση. Γεννήθηκε από την ανάγκη να καταγράψω τη μνήμη ενός τόπου, να διασώσω εικόνες μιας Κύπρου που αλλάζει και να κρατήσω ζωντανές αξίες, ήθη και τρόπους ζωής που σιγά σιγά χάνονται.
Όταν αργότερα δημιούργησα την «Εφημερίδα της Χλώρακας», ένιωσα ακόμη πιο έντονα αυτή την ανάγκη. Ήθελα να δώσω χώρο στη φωνή του τόπου μου, να γράψω για τους ανθρώπους του, για την ιστορία του και για όσα άξιζαν να μην ξεχαστούν. Η γραφή δεν ήταν πλέον μόνο προσωπική έκφραση· ήταν μια μορφή ευθύνης.
Με τα χρόνια, οι σελίδες που έγραψα έγιναν ένας τρόπος να συνομιλώ με το παρελθόν. Μέσα από διηγήματα, ιστορίες και καταγραφές προσπάθησα να αποτυπώσω τον κόσμο που γνώρισα: τη φτώχεια και την αξιοπρέπεια, την πίστη και τις δοξασίες, τη σκληρή ζωή αλλά και τη δύναμη των ανθρώπων να αντέχουν.
Σήμερα πιστεύω πως ο συγγραφέας δεν γράφει μόνο με το μυαλό. Γράφει με όσα έζησε, με όσα αγάπησε, με όσα τον συγκίνησαν και με όσα φοβάται πως μπορεί να χαθούν μέσα στον χρόνο.
Και ίσως αυτός να είναι ο βαθύτερος λόγος που έγινα συγγραφέας: όχι μόνο για να δημιουργώ ιστορίες, αλλά για να κρατώ ζωντανές τις φωνές εκείνων που έζησαν πριν από εμάς και να αφήνω ένα μικρό ίχνος στον χρόνο.
Πάνω απ’ όλα, όμως, έγινα συγγραφέας γιατί η ίδια η διαδικασία της γραφής μου έδινε μια μεγάλη χαρά. Υπήρχε μέσα μου μια βαθιά ευχαρίστηση κάθε φορά που έπαιρνα τις λέξεις και προσπαθούσα να τις ενώσω, να τους δώσω μορφή, ρυθμό και ζωή.
Όταν γράφω, ξεφεύγω από τους καθημερινούς κανόνες και ταξιδεύω στον δικό μου κόσμο. Εκεί ο στόχος μου είναι η λόγια ελληνική γλώσσα, όπως τη γράφω και όπως τη μιλώ, να κρατά τη μελωδία και την ποίησή της, τον ρυθμό και τη ρητορική της δύναμη.
Γιατί η γλώσσα δεν είναι μόνο μέσο επικοινωνίας. Είναι μουσική. Είναι πολιτισμός. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός που κουβαλά αιώνες ιστορίας και σκέψης.
Και για εκείνον που αγαπά πραγματικά να γράφει, η μεγαλύτερη ευτυχία βρίσκεται στη στιγμή που μπορεί να συνταιριάζει τις λέξεις με αρμονία, να βλέπει τις σκέψεις του να παίρνουν μορφή μέσα από τον λόγο και οι φράσεις του να γίνονται έκφραση της ψυχής το
Ο ΟΙΚΟΣ ΤΩΝ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗ
Λένε πως κάθε όνομα κουβαλά μέσα του μια ιστορία. Και το όνομα Ταπακούδης δεν ήταν
από εκείνα που γεννήθηκαν τυχαία. Είχε τη μυρωδιά του καπνού, τη γεύση της γης
και το βάρος μιας εποχής που άλλαζε ανθρώπους και τόπους.
Ο ταμπάκος, έτσι τον έλεγαν παλιά, δεν ήταν απλώς ένα φυτό. Ήταν φύλλα ποτισμένα
με νικοτίνη, μια ουσία πικρή και ύπουλη, που γοήτευε και ταυτόχρονα έφθειρε.
Από παλιά βιβλία γιατρών ακουγόταν η προειδοποίηση: πως ο καπνός δεν ωφελεί, μα
βλάπτει, πως ταράζει τον νου και βαραίνει το σώμα. Κι όμως, οι άνθρωποι τον αναζητούσαν.
Τον ποθούσαν.
Μέσα σε εκείνους τους καιρούς, πολύ πριν το 1850, ζούσε ένας άνθρωπος που
έμελλε να δώσει το όνομά του σε μια γενιά.
Ήταν πραματευτής καπνού. Γύριζε την Κύπρο με τα πόδια και με τα καράβια. Από την
Πάφο ως το Καρπάσι αγόραζε φύλλα καπνού, τα φόρτωνε και τα κατέβαζε στα λιμάνια
της Λάρνακας και της Αμμοχώστου. Εκεί τα πουλούσε σε εμπόρους και καπεταναίους
που τα έστελναν σε μακρινές χώρες. Με τα κέρδη του αγόραζε έτοιμο ταμπάκο και τον
πουλούσε στα καφενεία, στους πασάδες, στους τσιφλικάδες, σε όλους όσοι
κρατούσαν ναργιλέ και ζητούσαν τον καπνό σαν παρηγοριά.
Με τα χρόνια, το όνομά του έγινε γνωστό. Όλοι μιλούσαν για την ποιότητα του
καπνού του, για την τιμιότητά του, για την τέχνη του στο εμπόριο. Κι έτσι,
σιγά-σιγά, το επάγγελμα έγινε επίθετο: Ταμπάκος: Τταπάκκης. Ταπακούδης.
Μα η μοίρα δεν αφήνει κανέναν να στεριώσει για πάντα στην ευημερία. Ήρθε μια
ανομβρία μεγάλη. Ο ουρανός έκλεισε, τα σύννεφα χάθηκαν, και η γη άρχισε να σκάει
από τη δίψα. Οι βρύσες στέρεψαν, τα χωράφια μαράθηκαν, τα ζώα έπεφταν νεκρά.
Πείνα απλώθηκε παντού, και οι άνθρωποι ξεριζώνονταν, ψάχνοντας νερό σαν να
έψαχναν ζωή.
Ο Τταπάκκης δεν ξέφυγε από το κακό. Έχασε τα πάντα, όπως τόσοι άλλοι. Μάζεψε ό,τι
του είχε απομείνει και πήρε τον δρόμο για την Πάφο. Εκεί, σε έναν τόπο που θυμόταν
από παλιά, έναν κάμπο χλοερό κάποτε, αποφάσισε να σταθεί.
Ο τόπος ήταν έρημος. Στα ριζά ενός ψηλού γκρεμού, εκεί που οι πέτρες έμοιαζαν να
κρατούν ακόμη τη ζέστη του ήλιου, υπήρχε μια στενή σπηλιά. Από μέσα της ανέβλυζε
λίγο νερό — τόσο λίγο που χανόταν αμέσως μέσα στη γη, σαν να ντρεπόταν να φανερωθεί.
Κανείς δεν το ήξερε. Κανείς δεν περνούσε από εκεί. Μόνο εκείνος.
Ο Τταπάκκης δεν ήταν απλός άνθρωπος. Ήξερε γράμματα, μιλούσε τουρκικά, είχε φωνή
καθαρή και γνώριζε τους ήχους της εκκλησίας. Όταν ήρθε ο καιρός που η Μητρόπολη
Πάφου άρχισε να ιδρύει σχολεία, τον κάλεσαν να γίνει δάσκαλος.
Κι έτσι, ο πραματευτής έγινε δάσκαλος. Έχτισε τη ζωή του από την αρχή. Δίδασκε
στο σχολείο της Έμπας, έψαλλε στην εκκλησία, και τα απογεύματα γύριζε στο μικρό
του κομμάτι γης. Εκεί, με τα πόδια γυμνά και τα μανίκια σηκωμένα, έσκαβε τη γη,
άνοιγε αυλάκια και οδηγούσε το λιγοστό νερό σε μια μικρή λίμνη που ο ίδιος είχε
φτιάξει.
Έβλεπε το νερό να κυλά, να γεμίζει τις αυλακιές, να ποτίζει τα φυτά. Και μέσα
σε εκείνη τη σιωπή, ένιωθε χαρά. Ήταν μια χαρά απλή, γήινη — σαν να ξαναγεννιόταν
μαζί με τα φυτά που φρόντιζε.
Και το θαύμα δεν άργησε να φανερωθεί. Για χρόνια υπέφερε από πληγές στο δέρμα.
Εκζέματα που δεν έβρισκαν γιατρειά. Όμως, καθώς δούλευε στο νερό και στη λάσπη
εκείνης της γης, κάτι άλλαξε. Το δέρμα του άρχισε να καθαρίζει. Οι πληγές έκλειναν.
Και μια μέρα, χωρίς να το καταλάβει, είχε θεραπευτεί εντελώς. Η είδηση απλώθηκε.
Άνθρωποι άρχισαν να έρχονται από παντού. Άρρωστοι, ταλαιπωρημένοι, γεμάτοι πληγές.
Έπαιρναν νερό από τη σπηλιά, άλειφαν το σώμα τους με τη λάσπη, και περίμεναν.
Και πολλοί γίνονταν καλά.
Έτσι, ο τόπος απέκτησε όνομα. Τον είπαν σπηλιά του Άη Λιμπρού, του Αγίου που
γιατρεύει τη λέπρα. Και το νερό έγινε
αγίασμα. Όχι απλώς νερό, μα ελπίδα.
Κι ο άνθρωπος που κάποτε εμπορευόταν καπνό, βρέθηκε να ζει δίπλα σε ένα θαύμα.
Ο οίκος του Ταπακούδη δεν χτίστηκε με πέτρες. Χτίστηκε με δρόμους, με στερήσεις,
με γνώση, με πίστη και με γη. Από έναν πραματευτή που έγινε δάσκαλος, κι από
έναν τόπο ξερό που έγινε πηγή ζωής.
Και από εκεί, οι γενιές πλήθυναν. Παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα. Ονόματα που
σκορπίστηκαν στον χρόνο, μα κράτησαν το ίδιο επίθετο — σαν μια αόρατη κλωστή
που τους ένωνε με εκείνον τον πρώτο άνθρωπο.
Τον άνθρωπο του καπνού. Τον άνθρωπο της γης. Τον πρώτο Ταπακούδη.
Κι από εκείνον τον πρώτο άνθρωπο, που γύριζε τον τόπο με τον καπνό στην πλάτη και
τη μοίρα στα χέρια, η ρίζα δεν χάθηκε.
Άπλωσε μέσα στον χρόνο. Έγινε παιδιά και εγγόνια, φωνές και πρόσωπα, χαρές και
βάσανα. Ονόματα που άλλαξαν, ενώθηκαν, σκορπίστηκαν σε χωριά και πόλεις, μα κράτησαν
βαθιά μέσα τους την ίδια αρχή.
Τη γη που πότισε με τα χέρια του. Το νερό που ανάβλυσε από τα σπλάχνα της. Και
το όνομα γεννήθηκε από τον καπνό, μα ρίζωσε στην ιστορία.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου