Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΕΥΘΥΜΕΣ

ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΜΑΘΗΜΑ

Κάποτε, γύρω στο 1940, στη Χλώρακα, ένας άνθρωπος, ο Σωτήρης Στυλιανού, αγαπούσε πολύ τη θάλασσα και το ψάρεμα. Είχε μια μικρή βάρκα δεμένη στο Δήμμα, ένα απάνεμο λιμανάκι έξω από το χωριό, και κάθε φορά που ο καιρός το επέτρεπε, έβγαινε μόνος του για να ρίξει τα δίχτυα του.
Εκείνες τις νύχτες, η θάλασσα ήταν μαύρη και ήσυχη, και ο ουρανός έμοιαζε να σκεπάζει τον κόσμο ολόκληρο.
Μια νύχτα, τέσσερις νεαροί, ο Κώστας Λιασίδης, ο Κωστής Τσιάκκος, ο Ττοουλής Πενταράς και ο Χαμπής Καραμανλής, περπατούσαν στην ακρογιαλιά. Ήταν γεμάτοι νιάτα και ανυπομονησία, και τίποτε δεν τους φαινόταν δύσκολο.
Στον ορίζοντα φαινόταν ένα βαπόρι που περνούσε αργά μέσα στη νύχτα.
— Για παιχνίδι… ας πάρουμε τη βάρκα, να π’αμε να συναντηθούμε με το βαπόρι, είπε ένας τους.
Και χωρίς πολλή σκέψη, έλυσαν τη βάρκα του Σωτήρη και μπήκαν μέσα.
Στην αρχή γελούσαν. Έπειτα άρχισαν να τραβούν τα κουπιά με δύναμη, νομίζοντας πως η θάλασσα είναι παιχνίδι και η νύχτα δεν έχει βάθος.
Μα όσο απομακρύνονταν, η θάλασσα μεγάλων, φούσκωνε, τρικύμιαζε. Και οι νεαροί τραβούσαν πιο δυνατά τα κουπια. Και τότε, μέσα στο σκοτάδι, ακούστηκε ένας δυνατός ήχος:
«Κρακ!» Το ένα κουπί έσπασε. Η βάρκα έμεινε μισή.
Για λίγο κανείς δεν μίλησε. Ο φόβος μπήκε στις καρδιές τους. Πως θα έβγαιναν στη στεριά με ένα κουπί;
Σκέφτηκαν να πέσουν στο νερό και να κολυμπήσουν, μα η θάλασσα τους φαινόταν μεγάλη και άγνωστη. Τότε ο Κώστας Λιασίδης είπε:
— Θα κάτσουμε στη μία πλευρά και θα κάνουμε κουπί με τα χέρια.
Και έτσι έκαναν. Μα ‘ηταν δύσκολα. Όλη τη νύχτα πάλευαν με τη θάλασσα. Από τις έντεκα μέχρι το ξημέρωμα, τα χέρια τους πονούσαν, τα ρούχα τους βάραιναν, μα δεν σταμάτησαν.
Όταν τελικά μπήκαν στο μικρό λιμανάκι του Δήμματος, έπεσαν στη στεριά εξαντλημένοι, και ύστερα χωρίς να μιλούν, χάθηκαν προς τα σπίτια τους μέσα στο πρώτο φως της μέρας.
Το πρωί, ο Σωτήρης βρήκε τη βάρκα του δεμένη, μα το ένα κουπί σπασμένο. Δεν χρειάστηκε πολύ για να καταλάβει τι είχε γίνει. Δεν φώναξε. Δεν έβρισε. Μα μέσα του αποφάσισε πως έπρεπε να τους δώσει ένα μάθημα.
Λίγες μέρες μετά, την ώρα που ο Κωστής Τσιάκκος πήγε να ζέψει τον γάιδαρό του για να δουλέψει στο χωράφι, είδε τον Σωτήρη να πλησιάζει.
Χωρίς να πει λέξη, ο Σωτήρης έλυσε το ζώο και ανέβηκε πάνω του.
— Μα τι κάνεις; φώναξε ο Κωστής. Είναι δικό μου το γαϊδούρι!
Ο Σωτήρης τον κοίταξε ήρεμα.
— Έτσι είναι, είπε. Βγήκε νέος νόμος. Όποιος παίρνει ξένη περιουσία, μπορεί να του την πάρουν κι άλλοι.
Ο Κωστής έμεινε άφωνος.
Και τότε ο Σωτήρης πρόσθεσε:
— Όπως κάνατε εσείς με τη βάρκα μου.
Και συνέχισε τον δρόμο του.
Όταν το έμαθαν οι υπόλοιποι, κατάλαβαν. Δεν ήταν θυμός αυτό που τους περίμενε. Ήταν καθρέφτης. Και ο καθρέφτης έδειχνε ξεκάθαρα το λάθος τους.
Την ίδια μέρα, όλοι μαζί πήραν ένα καινούργιο κουπί και πήγαν στον Σωτήρη.
— Συγνώμη, του είπαν.
Και αυτή τη φορά η λέξη δεν ήταν τυπική. Ήταν βαριά. Ο Σωτήρης τους κοίταξε για λίγο. Και έγνεψε.
Κι από τότε έμεινε η ιστορία σαν μάθημα. Πως ό,τι δεν σου ανήκει δεν το αγγίζεις. Και πως μερικά “αστεία” της νιότης, μπορεί να γίνουν μαθήματα ζωής που δεν ξεχνιούνται ποτέ.

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ
Η πλατεία της Χλώρακας, λίγο πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν διέφερε πολύ από τη σημερινή. Οι ίδιες εκκλησίες στέκονταν αγέρωχες πάνω από τα πέτρινα μαγαζιά που αγκάλιαζαν τη χωμάτινη πλατεία, ενώ οι άνθρωποι περνούσαν τη ζωή τους ανάμεσα σε καφενεία, μικρομάγαζα και ατέλειωτες κουβέντες.Τα πρωινά ο τόπος μοσχοβολούσε ψωμί από τον φούρνο του Νεόφυτου. Τα μεσημέρια ο αέρας γέμιζε με μυρωδιές από καφέ και τεράτσια, ενώ τα βράδια η πλατεία αντηχούσε από φωνές, χτυπήματα στο τάβλι και ιστορίες που έμοιαζαν να μην τελειώνουν ποτέ.
Στο διπλανό μαγαζί του Κωστάντινου, δίπλα από τον φούρνο, δούλευε ο Σπύρος Πενταράς. Το μαγαζί του ήταν μισό μπακάλικο και μισό καφενείο. Από τα χαράματα ως αργά τη νύχτα στεκόταν πίσω από τον πάγκο, άλλοτε ζυγίζοντας ζάχαρη, άλλοτε ψήνοντας καφέ κι άλλοτε παίζοντας τάβλι με τον καλύτερό του φίλο, τον Κυριάκο του Μαυρονικόλα.
Ο Σπύρος όμως είχε έναν μεγάλο καημό. Κάθε λίγες μέρες κάποιος διέρρηγνε το καφενείο του. Όχι για να κλέψει χρήματα. Όχι για χρυσαφικά. Μόνο καφέ, ζάχαρη και παξιμάδια.
—Ρε Κυριάκο, αυτός είναι κλέφτης ή πελάτης; μουρμούριζε αγανακτισμένος.
Σε όλο το χωριό ήταν κοινό μυστικό ποιος ήταν ο δράστης. Ο Νικόλας του Ττόουλου. Ένας συμπαθής παραπόττης, πονηρός σαν αλεπού και ξύπνιος όσο λίγοι. Κανείς όμως δεν είχε καταφέρει ποτέ να τον πιάσει επ’ αυτοφώρω. Και το χειρότερο ήταν πως ο Νικόλας έκλεβε μόνο το καφενείο του Σπύρου. Σαν να είχε προσωπικό πείσμα μαζί του. Η ιστορία είχε γίνει ανέκδοτο σε ολόκληρη τη Χλώρακα.
—Σπύρο, άφησέ του τα πράγματα έτοιμα σε σακούλα να μην κουράζεται! φώναζαν κάποιοι γελώντας.
—Στο τέλος θα σου αφήνει και λογαριασμό! συμπλήρωναν άλλοι.
Ο Σπύρος έβραζε από θυμό. Το ίδιο και ο Κυριάκος. Το ζήτημα είχε πια γίνει θέμα τιμής. Έστησαν καρτέρια. Κρύφτηκαν πίσω από τοίχους. Έσβηναν τα φώτα και περίμεναν με τις ώρες.
Μα ο Νικόλας εξαφανιζόταν σαν σκιά. Λες και γνώριζε κάθε τους κίνηση.
Μια νύχτα αποφάσισαν να στήσουν το μεγάλο καρτέρι. Μέσα στην αυλή του καφενείου υπήρχε μια μεγάλη παπουτσοσυκιά με πυκνά φύλλα.
—Απόψε θα τον πιάσουμε, είπε αποφασιστικά ο Κυριάκος.
Χώθηκαν λοιπόν πίσω από τα φύλλα και περίμεναν ακίνητοι μέσα στο σκοτάδι. Οι ώρες περνούσαν βασανιστικά. Τα κουνούπια τους κατασπάραζαν. Τα πόδια τους είχαν μουδιάσει. Κανείς όμως δεν μιλούσε.
Γύρω στα μεσάνυχτα άρχισε μια ψιλή βροχή. Σε λίγο είχαν γίνει μούσκεμα. Ο Σπύρος έτρεμε από το κρύο. Ο Κυριάκος φτερνιζόταν σιγανά.
—Θα πεθάνουμε εδώ για λίγη ζάχαρη, ψιθύρισε ο Σπύρος.
Μα επέμεναν. Ώσπου άρχισε να χαράζει. Ο δρόμος έχανε σιγά σιγά το σκοτάδι του, μα ο κλέφτης δεν φαινόταν πουθενά.
—Άδικα βγάλαμε την ψυχή μας, είπε τελικά ο Κυριάκος. Πάμε σπίτια μας πριν αρρωστήσουμε.
Έφυγαν εξαντλημένοι. Ο Σπύρος πήγε σπίτι του, άλλαξε ρούχα και λίγο αργότερα επέστρεψε για να ανοίξει το καφενείο. Ξεκλείδωσε την πόρτα. Μπήκε μέσα. Και από συνήθεια, το βλέμμα του πήγε κατευθείαν στη φουκού και τον καφέ.
Πάγωσε. Τα παξιμάδια είχαν εξαφανιστεί. Η ζάχαρη έλειπε. Ο καφές επίσης.
Έμεινε ακίνητος να κοιτάζει τα άδεια ράφια.
Την ίδια στιγμή, λίγο πιο κάτω στον δρόμο, ο Νικόλας του Ττόουλου περπατούσε ατάραχος με τα χέρια πίσω από την πλάτη και ένα χαμόγελο ως τ’ αυτιά.
Γιατί όση ώρα οι άλλοι περίμεναν κρυμμένοι πίσω από την παπουτσοσυκιά, εκείνος ήταν κρυμμένος μέσα σε έναν φράχτη απέναντι και τους παρακολουθούσε.
Και μόλις τους είδε να φεύγουν μούσκεμα και απελπισμένοι, χαμογέλασε.
—Τώρα άνοιξε ο δρόμος, σκέφτηκε.
Και τρύπωσε μέσα στο καφενείο σαν γάτος.
Το μεσημέρι ο Σπύρος και ο Κυριάκος κάθονταν σιωπηλοί παίζοντας τάβλι. Τα μάτια τους ήταν κόκκινα από την αγρύπνια και τη ντροπή.
Ο Σπύρος έφερε εξάρες.
—Το κλείσαμε το παιχνίδι! φώναξε.
Μα πριν προλάβει να παίξει, η πόρτα άνοιξε. Μέσα μπήκε αργά αργά ο Νικόλας του Ττόουλου. Τράβηξε μια καρέκλα. Κάθισε δίπλα τους. Και άρχισε να παρακολουθεί το παιχνίδι σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
Ο Σπύρος τον κάρφωσε με το βλέμμα. Ο Κυριάκος έσφιξε τα δόντια. Μα αποδείξεις δεν είχαν.
Ύστερα από λίγη αμήχανη σιωπή, ο Σπύρος είπε βλοσυρά:
—Καλώς τον κύριο Νικόλα… Να σε κεράσουμε μια κόκα κόλα;
Ο Νικόλας χαμογέλασε αργά. Και με το ύφος ανθρώπου που είχε κερδίσει πόλεμο, απάντησε:
—Ευχαριστώ, κύριε Σπύρο… Δεν θα πάρω. Με πείραξε το ξενύχτι.

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΟΥΛΟΥΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗ
Στα τελευταία χρόνια της Αγγλοκρατίας, και που η φτώχεια βάραινε τον τόπο και οι άνθρωποι πάλευαν για τα στοιχειώδη, η δικαιοσύνη δεν ήταν πάντα αυτό που διακήρυττε. Στις μικρές επαρχιακές πόλεις, όπως η Πάφος, τα δικαστήρια δεν λειτουργούσαν μόνο ως χώροι απονομής δικαίου, αλλά και ως καθρέφτης της ίδιας της κοινωνίας, με τις αδυναμίες, τις σχέσεις και τις σιωπηλές εξαρτήσεις της.
Οι δικαστές κατείχαν εξουσία μεγάλη, σχεδόν ανεξέλεγκτη. Οι αποφάσεις τους δεν στηρίζονταν πάντοτε αποκλειστικά στα στοιχεία. Συχνά επηρεάζονταν από γνωριμίες, συμπάθειες και μικρές ή μεγάλες υποχρεώσεις. Σε έναν τόπο όπου όλοι γνώριζαν όλους, η δικαιοσύνη γινόταν πολλές φορές προσωπική υπόθεση.
Ήταν εποχές δύσκολες. Η ανέχεια οδηγούσε πολλούς σε πράξεις που ο νόμος χαρακτήριζε παράνομες, μα η ανάγκη τις έκανε σχεδόν αναπόφευκτες. Κι έτσι, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια του δικαίου δεν ήταν πάντα ξεκάθαρη. Άλλοτε λύγιζε, άλλοτε προσαρμοζόταν, κι άλλοτε απλώς παραμεριζόταν.
«Ανάμεσα στους δικαστές εκείνης της περιόδου, ξεχώριζε μια μορφή που έμελλε να μείνει ζωντανή στη μνήμη του κόσμου: ο Χουλουσής, Τουρκοκύπριος δικαστής, που μιλούσε τα ελληνικά με τη δική του, χαρακτηριστική προφορά και τρόπο. Ήταν άνθρωπος που δεν δίκαζε πάντα με βάση τον νόμο, αλλά με βάση τη δική του κρίση, μια κρίση που συχνά μπλεκόταν με φιλίες, γνωριμίες και προσωπικές εκτιμήσεις.
Κι αν θέλει κανείς να καταλάβει πώς λειτουργούσε εκείνη η δικαιοσύνη, δεν έχει παρά να ακούσει μερικά από τα περιστατικά που έμειναν ζωντανά στη μνήμη του κόσμου.
Στα χρόνια εκείνα, ένας από τους πιο γνωστούς παράνομους ψαράδες της Πάφου ήταν ο Χαράλαμπος Λεωνίδα Σιαμμάς, ο επονομαζόμενος Χαμπής ο Μαύρος. Δεν ψάρευε με δίχτυα ούτε με αγκίστρια, ψάρευε με δυναμίτη.
Καπάτσος και επιδέξιος, γνώριζε καλά όχι μόνο τη θάλασσα, αλλά και τους ανθρώπους. Στα νερά του Κοτσιά και του Ακάμα, παραμόνευε τα κοπάδια των ψαριών και με μια έκρηξη γέμιζε τη βάρκα του. Μα εκείνο που τον κρατούσε πραγματικά ασφαλή δεν ήταν η τέχνη του, ήταν οι σχέσεις του. Από τα ψάρια που έβγαζε, τα καλύτερα έβρισκαν τον δρόμο τους σε συγκεκριμένα τραπέζια.
Μια μέρα όμως, η τύχη του τον πρόδωσε. Τον έπιασαν επ’ αυτοφώρω, με τον δυναμίτη στο χέρι. Τον οδήγησαν στο αστυνομικό τμήμα και από εκεί στο δικαστήριο.
Εκεί, στην έδρα, καθόταν ο Χουλουσής.
Ο εισαγγελέας παρουσίασε το τεκμήριο.
— Κύριε δικαστά, τον συλλάβαμε στην άκρη της θάλασσας να παραφυλάει με τον δυναμίτη στο χέρι.
Ο Χουλουσής κοίταξε το αντικείμενο με δυσπιστία.
— Περιπαίζεις δικαστή, πε; Με σπάγγους πιάνει ψάρι;
— Κύριε δικαστή, έχει καψούλι, φυτίλι και σπίρτο… με αυτόν ψαρεύει, απάντησε ο εισαγγελέας.
Ο δικαστής θύμωσε.
— Έξω πε! Θέλεις να ανατινάξεις το δικαστήριο;
Και χωρίς άλλη συζήτηση, γύρισε προς τον κατηγορούμενο:
— Άτε Χαμπή, πήαιννε στη δουλειά σου. Τζιαι μέν το ξανακάμεις… γιατί Χουλουσής πέψει σε φυλακή.
Η υπόθεση έκλεισε εκεί.
Μα δεν ήταν η μόνη φορά που η απόφαση είχε παρθεί πριν ακόμη ακουστούν όλα.
Το 1945, σε μια εποχή που η φτώχεια λύγιζε τους ανθρώπους, τρεις νεαροί από τη Χλώρακα, ο Χαμπής ο Μαύρος, ο Κωστής του Οξεία και ο Ττοουλιάς του Κολόιδου, αποφάσισαν να κλέψουν τσίγκους από τις αποθήκες του αγγλικού στρατοπέδου στα Πετρίθκια.
Δεν το έκαναν για πλούτο. Ήθελαν να φτιάξουν κάους για το αλακάτι, για να βγάζουν νερό από το πηγάδι. Μα η ανάγκη δεν αναιρούσε τον νόμο.
Δύο έφιπποι αστυνομικοί τους έπιασαν στα πράσα.
Η υπόθεση οδηγήθηκε στο δικαστήριο. Μα πριν από τη δίκη, ένας από τους γονιούς των κατηγορουμένων, βρήκε τον Χουλουσή. Κάτω από τις αρτυματιές, έξω από το παλιό νοσοκομείο της Πάφου, του μίλησε. Του εξήγησε. Του ζήτησε επιείκεια.
Και ο Χουλουσής άκουσε.
Έτσι μέσα στο δικαστήριο, αφού άκουσε τις κατηγορίες, χαμογέλασε ελαφρά.
— Τι έκαμαν πε τα κοπελλούθκια; Έκλεψαν τσίγγους να κάμουν κάους; Εγώ ξέρω με τσίγγους κάμνουσιν σπίθκια, όι κάους του αλακαθκιού!
Κούνησε το κεφάλι του, σαν να μην τον έπειθε τίποτα.
— Άτε κοπελλούθκια, παένετε σπίθκια σας. Τζιαι μέν εξανακάμετε… γιατί Χουλουσής πέψει σας φυλακή.
Και έτσι, άλλη μια υπόθεση έκλεισε.
Έτσι λειτουργούσε η δικαιοσύνη εκείνα τα χρόνια. Όχι πάντα άδικη, μα ούτε και αμερόληπτη. Ήταν μια δικαιοσύνη ανθρώπινη, με όλα τα βάρη και τις αδυναμίες της.
Και ο Χουλουσής; Ήταν η ζωντανή της απόδειξη. Για κάποιους, ευεργέτης. Για άλλους, σύμβολο αυθαιρεσίας. Για όλους όμως, μια μορφή που έμεινε, όχι στα χαρτιά των δικαστηρίων, αλλά στις ιστορίες που συνέχισαν να λέγονται από στόμα σε στόμα.
 

Ο ΦΟΥΡΝΟΣ ΤΟΥ ΤΤΟΟΥΛΟΥ
Στη Χλώρακα λένε ακόμη μια ιστορία για έναν φούρνο που ποτέ δεν στάθηκε όπως έπρεπε και για έναν μάστρε κτίστη που άλλοτε τον έστηνε και άλλοτε τον έχανε μέσα στα ίδια του τα χέρια.
Εκείνον τον καιρό, όταν οι άνθρωποι έψηναν ακόμη στους χωριάτικους φούρνους της γειτονιάς και οι οικογένειες μοιράζονταν τον ίδιο φούρνο σαν κοινό αγαθό, το χτίσιμο ενός φούρνου δεν ήταν απλή δουλειά. Ήθελε μάτι, χέρι και κυρίως τέχνη στο ζύγισμα της πέτρας. Γιατί ο θόλος δεν συγχωρούσε λάθος. Μια μικρή απόκλιση και όλα κατέβαιναν σαν να μην χτίστηκαν ποτέ.
Στη Χλώρακα ζούσε τότε ο μάστρε Ττόουλος, κτίστης φημισμένος στις γύρω περιοχές. Ήξερε να δουλεύει την πέτρα, να στήνει καμάρες και να μιλά για το “ίσο” και το “σωστό” σαν μάστρος με τα όλα του.
Ένα σπίτι, στην άκρη προς τη Λέμπα, το αγόρασε ο Ττοουλής ο Φαρφαράς. Μαζί με το σπίτι ήρθε και η επιθυμία του να έχει δικό του φούρνο, όπως οι καλοί νοικοκύρηδες.
— Θα μου τον κτίσεις εσύ, μάστρε, είπε στον συνονόματο του.
— Θα στον κτίσω όπως πρέπει, απάντησε εκείνος χωρίς δισταγμό.
Κι έτσι άρχισε η δουλειά.
Ο ένας ζύμωνε τον πηλό από χώμα και άχυρο, ο άλλος έστηνε τον θόλο με πέτρες που έμπαιναν μία-μία στη θέση τους, σαν να ήξεραν από μόνες τους πού ανήκουν. Σιγά σιγά ο φούρνος πήρε μορφή. Στρογγυλός, καλοστημένος, σαν μικρή εκκλησιά στην αυλή.
Μα όταν ήρθε η ώρα να σταθεί μόνος του, κάτι δεν πήγε καλά.
Ο θόλος ανασάλεψε, έγειρε ελαφρά και πριν προλάβουν να πουν κουβέντα, κάθισε κάτω με έναν βαρύ, ξερό ήχο.
— Εχάθηκε… είπε ο Ττοουλής.
Ο μάστρε Ττόουλος σφίχτηκε.
— Δεν τον ζύμωσες σωστά τον πηλό, είπε απότομα. Ήταν λίγος, δεν έπιασε η πέτρα.
Κι έτσι τον ξανάχτιε.
Αυτή τη φορά ο μάστρε δεν άφησε κανέναν να πλησιάσει. Δούλευε μόνος του, με πείσμα και σιωπή. Οι πέτρες έμπαιναν πιο προσεκτικά, ο πηλός πιο σφιχτός, το χέρι του πιο αυστηρό.
Ο φούρνος ξανασηκώθηκε. Πιο γερός, πιο στρογγυλός, σχεδόν περήφανος.
Μα όσο ανέβαινε ο θόλος, μέσα του ο μάστρε ένιωθε μια ανησυχία να μεγαλώνει.
Και όταν τελείωσαν, στάθηκαν να τον καμαρώσουν. Για λίγο έμεινε ακίνητος, σαν να κρατούσε την ανάσα του.
Ύστερα ανασάλεψε. Και ξανακάθισε. Ένα βαρύ «μπαμ» έσπασε την αυλή.
Ο Ττοουλής έμεινε αποσβολωμένος.
Ο μάστρε δεν μίλησε, μα τον ξανάχτισε πέτρα με πέτρα, σκυθρωπός και κατσούφης. Και μόλις τέλειωσε, μπήκε μέσα στον φούρνο, σκυφτός, δήθεν να καθαρίσει τον πηλό από τις πέτρες, μα στην πραγματικότητα κρατώντας τον θόλο με τη ράχη του για να μη σωριαστεί ξανά. Έτριβε, έσπρωχνε, μιλούσε ασταμάτητα για τη δουλειά, σαν να προσπαθούσε να κρατήσει κάτι όρθιο με τα λόγια.
— Έλα να τον καμαρώσεις, φώναξε στον συνονόματο του.
Και εκεί, μέσα στο χώμα και στις σκιές, ζήτησε την πληρωμή του.
Μόλις πήρε τα λεφτά, πετάχτηκε έξω βιαστικός.
— Έχω δουλειά επείγον, τώρα το θυμήθηκα, είπε. Θα τα πούμε.
Και έφυγε γρήγορα.
Λίγη ώρα μετά, ο φούρνος ξανακάθισε.
Χρόνια αργότερα, η ιστορία δεν λεγόταν πια με έναν τρόπο.
Άλλοι έλεγαν πως ο μάστρε ήταν άτυχος και ο φούρνος δεν στεκόταν από κακή τέχνη. Κι άλλοι πως ο μάστρε Ττόουλος τον κράτησε επίτηδες μέχρι να πληρωθεί, γιατί είχε καταλάβει πως κάτι δεν πήγαινε καλά.
Λέγεται ακόμα πως ο ιδιοκτήτης του είπε:
— Αν δεν καθίσεις να πιούμε ένα ποτήρι κρασί μαζί, δεν έχει πληρωμή,
καθώς ήθελε πρώτα να βεβαιωθεί πως δεν θα ξανάπευτε ο φούρνος.
Και ο μάστρε θύμωσε.
— Ούτε κρασί θέλω, ούτε λεφτά, ούτε φούρνο! είπε.
Και βγήκε έξω. Και μόλις έφυγε… ο φούρνος ξανακάθισε. Κι έτσι έμεινε η ιστορία διπλή.
Στη Χλώρακα άλλοι τη λένε σαν αστείο για έναν άτυχο κτίστη. Κι άλλοι σαν ιστορία για έναν πονηρό άνθρωπο που ήξερε πως ένας φούρνος δεν στέκει μόνο με πέτρα, αλλά και με εμπιστοσύνη.
Και κανείς δεν μπορεί να πει ποια από τις δύο είναι η αλήθεια.

Ο ΟΨΙΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΖΩΘΚΙΟ ΤΟΥ ΠΥΡΚΟΥ
Στη Χλώρακα τα παλιά χρόνια οι άνθρωποι δεν φοβούνταν μόνο τους ζωντανούς. Φοβούνταν και τα Ζώθκια.
Έτσι αποκαλούσαν τα στοιχειά και τα ξωτικά που, σύμφωνα με τις διηγήσεις των γεροντότερων, κυκλοφορούσαν τις νύχτες στα ερημικά μέρη, κοντά σε πηγάδια, ρεματιές και βρύσες. Άλλοι τα έλεγαν σκιές δίχως σώμα, άλλοι τα περιέγραφαν σαν παράξενα πλάσματα που έβγαιναν από τα νερά και χάνονταν πάλι μέσα στη γη πριν προλάβει άνθρωπος να τα αντικρίσει καθαρά. Πίστευαν ακόμη πως προμήνυαν τον θάνατο, πως μοιρολογούσαν μέσα στις νύχτες ή πως έπλεναν στα ποτάμια τα ρούχα εκείνων που έμελλε να πεθάνουν.
Ιδιαίτερα κακή φήμη είχε στη Χλώρακα η βρύση του Πύρκου.
Ο τόπος εκείνος βρισκόταν χαμηλά από το χωριό, ανάμεσα σε χωράφια ποτιστικά και λασπωμένα. Το νερό ήταν λιγοστό τότε, πολύτιμο σαν χρυσάφι, και οι γεωργοί περίμεναν τη σειρά τους για να ποτίσουν μέσα στη νύχτα. Συνήθως πήγαιναν δύο-δύο, γιατί κανείς δεν ήθελε να περνά μόνος από τη βρύση του Πύρκου ή από το μικρό Αγίασμα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ που βρισκόταν πιο πάνω στον δρόμο. Έλεγαν πως εκεί κατοικούσε ένα κακό Ζώθκιο που πείραζε τους ανθρώπους και τους ακολουθούσε μέσα στο σκοτάδι.
Μόνον ο Γιώρκος ο Όψιμος κορόιδευε όλα αυτά. Ήταν βοσκός και γεωργός μαζί, άνθρωπος απλοϊκός αλλά καλοκάγαθος, με μεγάλη ιδέα για το θάρρος του και ακόμη μεγαλύτερη για το μυαλό του. Στον καφενέ γελούσε με τους χωριανούς που πίστευαν στις ιστορίες των γερόντων.
— Παραμύθια για μικρά παιδιά, έλεγε χτυπώντας το τραπέζι με το χέρι του. Αν δω ποτέ Ζώθκιο μπροστά μου, θα το κάνω να φύγει τρέχοντας!
Οι άλλοι γελούσαν, μα μέσα τους δεν συμφωνούσαν μαζί του.
Ένα ξημέρωμα, πριν ακόμη φέξει καλά ο ουρανός, ο Γιώρκος σηκώθηκε για να πάει να ποτίσει το χωράφι του. Καβάλησε τον γάιδαρό του και πήρε το στενό μονοπάτι που περνούσε από τη βρύση του Πύρκου. Ήταν ο πιο σύντομος δρόμος, κι ας τον απέφευγαν οι περισσότεροι.
Ο αέρας ήταν κρύος και υγρός. Γύρω απλωνόταν εκείνη η βαθιά σιωπή της νύχτας που κάνει ακόμη και το πιο μικρό θρόισμα να ακούγεται παράξενο. Ο γάιδαρος προχωρούσε αργά πάνω στο στενό μονοπάτι, ενώ από μακριά ακουγόταν μονάχα το τρεχούμενο νερό από τις βρύσες.
Ξαφνικά ο Γιώρκος άκουσε πίσω του βήματα. Γύρισε να κοιτάξει, μα δεν είδε τίποτα. Το σκοτάδι ήταν ακόμη πυκνό.
Στάθηκε για λίγο ακίνητος. Τα βήματα σταμάτησαν κι εκείνα.
— Θα μου φάνηκε, μουρμούρισε.
Χτύπησε με τη φτέρνα τα πλευρά του γαϊδάρου και συνέχισε τον δρόμο του.
Τότε άκουσε ξανά τις πατημασιές. Αργές. Βαριές. Σαν κάποιος να περπατούσε ακριβώς πίσω του.
Η καρδιά του σφίχτηκε. Σταμάτησε πάλι. Μαζί σταμάτησαν και τα βήματα.
Ένας κρύος ιδρώτας τον έλουσε. Προσπάθησε να γελάσει με τον φόβο του, όμως ο νους του άρχισε να θυμάται όλες εκείνες τις ιστορίες που άκουγε από μικρός: για ανεράδες που ξεπηδούσαν μέσα από τα νερά, για στοιχειά που κατοικούσαν σε πηγάδια, για σκιές που ακολουθούσαν τους μοναχικούς διαβάτες ώσπου να τους τρελάνουν από τον φόβο.
«Κι αν είναι αλήθεια;» σκέφτηκε για πρώτη φορά.
Το μονοπάτι πιο κάτω έστριβε απότομα δίπλα σε έναν ψηλό τοίχο από ξερολιθιά. Εκεί ο Γιώρκος πήρε ξαφνικά την απόφασή του.
«Ό,τι κι αν είναι, θα το σκοτώσω πριν με πειράξει», είπε μέσα του.
Κατέβηκε αθόρυβα από τον γάιδαρο, άρπαξε μια μεγάλη κοφτερή πέτρα και κρύφτηκε πίσω από τη γωνιά του τοίχου. Η ανάσα του έβγαινε βαριά και τα χέρια του έτρεμαν, όχι όμως από δειλία αλλά από αγωνία.
Οι πατημασιές πλησίαζαν. Πλησίαζαν αργά μέσα στο σκοτάδι.
Και τότε εμφανίστηκε μπροστά του μια σκιά. Με μια κραυγή ο Γιώρκος πετάχτηκε από την κρυψώνα του και κατέβασε με όλη του τη δύναμη την πέτρα πάνω στο πλάσμα.
Μία φορά. Δεύτερη. Τρίτη.
Ακούστηκε ένα πνιχτό μουγκρητό και η σκιά σωριάστηκε στο χώμα.
Ο Γιώρκος έμεινε για λίγο ακίνητος, λαχανιασμένος. Ύστερα ένιωσε ένα κύμα θριάμβου να τον πλημμυρίζει.
Το είχε σκοτώσει. Το φοβερό Ζώθκιο του Πύρκου κειτόταν νεκρό στα πόδια του.
Ξανακαβάλησε τον γάιδαρο του και συνέχισε προς το χωράφι του με καμαρωτό βήμα. Πότισε βιαστικά, τελείωσε τις δουλειές του και, χωρίς να χάσει καιρό, ανέβηκε στο χωριό.
Πρώτος του σταθμός ήταν φυσικά ο καφενές. Μπήκε μέσα καμαρωτός και παράγγειλε καφέ. Περίμενε να μαζευτούν αρκετοί χωριανοί και τότε, με ύφος θριαμβευτή, άρχισε να διηγείται την περιπέτειά του.
Περιέγραφε το στοιχειό τεράστιο και τρομερό. Άλλοτε έλεγε πως είχε μάτια που άστραφταν στο σκοτάδι κι άλλοτε πως έβγαζε φωνές σαν άγριο θηρίο. Όσο μιλούσε, τόσο στόλιζε περισσότερο την ιστορία του, ώσπου οι χωριανοί άρχισαν να τον κοιτούν με ανοιχτό στόμα, χωρίς να ξέρουν αν έπρεπε να γελάσουν ή να τον πιστέψουν.
Τελικά αποφάσισαν να πάνε όλοι μαζί στη βρύση του Πύρκου για να δουν το σκοτωμένο Ζώθκιο με τα μάτια τους.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, η πόρτα του καφενείου άνοιξε απότομα. Μπήκε μέσα η γριά Ερωφίλλη αλλόφρονη, με τα μαλλιά ανακατεμένα και τα μάτια γεμάτα δάκρυα.
— Καταραμένος να ’ναι ο άκαρδος! φώναζε. Σκότωσε το μικρό μου πουλάρι! Το βρήκα κάτω στη βρύση του Πύρκου λιωμένο από τις πέτρες!
Μια βαριά σιωπή απλώθηκε στο καφενείο.
Όλοι γύρισαν αργά και κοίταξαν τον Γιώρκο.
Το πρόσωπό του άδειασε από χρώμα.
Ξαφνικά κατάλαβε.
Οι πατημασιές που άκουγε όλη τη νύχτα δεν ήταν στοιχειό. Ήταν το μικρό πουλάρι της γριάς που τον ακολουθούσε μέσα στο σκοτάδι.
Κανείς δεν μίλησε για λίγες στιγμές.
Και ύστερα, ένας χωρικός δεν άντεξε και ξέσπασε σε γέλια.
Μετά δεύτερος. Ύστερα τρίτος.
Σε λίγο ολόκληρος ο καφενές τρανταζόταν από τα γέλια.
Ο Γιώρκος ο Όψιμος σηκώθηκε αργά, με το κεφάλι σκυμμένο από την ντροπή, και βγήκε χωρίς να πει λέξη.
Και λένε πως από εκείνη την ημέρα δεν ξαναπάτησε ποτέ στον καφενέ του χωριού.
 

ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΕΠΑΛΙΩΝΑΝ
Στις αρχές της δεκαετίας του 1940, στη Χλώρακα, υπήρχε μία και μοναδική ταβέρνα· του Φκωνή. Ήταν μια μικρή κάμαρη, χαμηλοτάβανη, με λίγα τραπέζια και βαριά μυρωδιά κρασιού και καπνού. Εκεί σύχναζαν όλοι, και αριστεροί και δεξιοί. Μα, παρά τον φανατισμό που χώριζε τον κόσμο έξω από τους τοίχους της, μέσα δεν άναβε καβγάς. Η επιβλητική παρουσία του Φκωνή αρκούσε για να κρατά τις ισορροπίες. Δεν σήκωνε φασαρίες. Δεν άφηνε να χαλάσει η δουλειά του.
Ήταν χρόνια δύσκολα. Ο κόσμος χωρισμένος στα δύο, αριστεροί και δεξιοί, κι ο φανατισμός είχε ποτίσει μέχρι και τη διασκέδαση. Μόνο σε λίγα πράγματα έβρισκαν κοινό τόπο: στα παιχνίδια της δύναμης, στο διτσίμιν και στο πάλιωμα. Εκεί δεν μετρούσε η ιδεολογία, αλλά η αντοχή και το γινάτι.
Ένα βράδυ, μια παρέα αριστερών βγήκε από την ταβέρνα του Φκωνή μεθυσμένη και γεμάτη κέφι. Ήταν ο Νικόλας Φοαρτάς, ο Ζήνωνας Ματθαίου, ο Νέαρχος Νεάρχου, ο Νεόφυτος Καρεκλάς Μαυρέσης και ο Γιαννής του Πατσαλιού, ο Λαούρης.
Περνώντας από την πλατεία της εκκλησιάς, έξω από το οίκημα της ΠΕΚ, είδαν μέσα τον Νικόλα του Αζίνα, τον άνθρωπο που λογιζόταν αρχηγός της δεξιάς στο χωριό.Το κρασί τους ανέβασε το θάρρος. Και τους έπιασε το τραγούδι.
— Στάλιν, το μουστάκιν σου εν μιάλον σαν του πεύκου, τζιαι εν να κρεμάσουσιν πάνω ούλλους τους Πέκκους!
Τα γέλια τους αντήχησαν στην πλατεία. Ο Αζίνας όμως δεν γέλασε.
Την άλλη μέρα, η αποικιακή αστυνομία τους συνέλαβε. Το τραγουδάκι τους θεωρήθηκε προσβολή. Στο δικαστήριο, η ποινή ήταν βαριά: δεκαπέντε μέρες φυλακή, χωρίς εξαγορά και χωρίς αναστολή.
Έτσι ήταν τότε. Για τους αριστερούς, η αυστηρότητα περίσσευε.
Μα ο πραγματικός ανταγωνισμός στο χωριό δεν παιζόταν μόνο στα λόγια. Παιζόταν και στο χώμα. Στα παλιώματα. Κάθε Πάσχα, στην πλατεία της εκκλησιάς, στήνονταν αγώνες. Όλο το χωριό μαζευόταν να δει ποιος θα ρίξει ποιον κάτω. Οι δυνατοί ξεχώριζαν, κι η φήμη τους μεγάλωνε.
Από τη δεξιά, ξεχώριζαν ο Πιστέντης Χατζηχαραλάμπους, ο επονομαζόμενος Κούμνος, και ο Αντώνης Μιχαήλ, το Κολόιδο. Από την άλλη, στους αριστερούς, το Αντρεούιν ο Καρακούσιης δυνατός, μα και πονηρός. Κι αυτή η πονηριά του έδωσε νίκη.
Σε μια πάλη με το Κολόιδο, εκεί που πάλευαν μπροστά σε όλο το χωριό, του τράβηξε το βρακοζώνι. Η βράκα χαλάρωσε. Το Κολόιδο κοκκίνισε. Δεν άντεξε την ντροπή. Γύρισε ανάσκελα. Παραδόθηκε. Η ήττα του δεν ξεχάστηκε ποτέ.
Ο Πιστέντης, φίλος και συναγωνιστής του, δεν τον άφηνε να το ξεχάσει. Ήταν άντρας γεροδεμένος, με δύναμη και περηφάνια. Κάποτε είχε καλή θέση Μαμμούρης, με βούλα στο χέρι. Μα τα παράτησε όλα από γινάτι. Δεν δεχόταν να σκύψει κεφάλι. Προτίμησε τη φτώχεια από τον συμβιβασμό.
Μια μέρα, στο καφενείο του Μαχητή, τον βρήκε το Κολόιδο καθισμένο με άλλους. Και θέλησε να τον πειράξει.
— Καλώς τον Κούμνο που του φύαν τα κανάτσια!
Το γέλιο άναψε γύρω. Ο Πιστέντης δεν γέλασε.
Σηκώθηκε, τον άρπαξε και τον έκλεισε με κεφαλοκλείδωμα. Τα μπράτσα του σφίξαν σαν μέγγενη. Το Κολόιδο πάλευε να ανασάνει. Τα μάτια του πετάχτηκαν.
— Παράδεξου! φώναζαν γύρω.
Μα εκείνος δεν υποχωρούσε. Το γινάτι τον κρατούσε.
Και τον έπνιγε.
Τότε εμφανίστηκε η Παναγιωτού, γυναίκα του Αχιλλέα του Βλόκκου. Αντρογυναίκα, με δύναμη στα χέρια. Χώθηκε ανάμεσά τους και άρπαξε τα μπράτσα του Πιστέντη.
— Άφηστον! εν να τον σκοτώσεις!
Και τον ανάγκασε να λύσει τη λαβή. Η ένταση κόπασε. Και σαν να μην έγινε τίποτα, κάθισαν πάλι όλοι μαζί.
Δεν πέρασε ώρα και φάνηκε κι ο Πάπουτσος, ο παππούς του Γιώρκου του Όψιμου. Γυρόφερνε τις παρέες, έλεγε αστεία και πάντα κατάφερνε να βρει μια θέση στο τραπέζι. Σηκώθηκε πρόθυμα να τους φέρει καρέκλες. Ο Πιστέντης τον κοίταξε πονηρά.
— Ρε Πάπουτσε, πετάσσεσαι πάνω στη βραχτή να πεις της Αναστασιάς να φέρει καμιάν πατάτα;
Ο Πάπουτσος έτρεξε. Μα γύρισε με άδεια χέρια. Οι γυναίκες τον έστειλαν πίσω. Ο Πιστέντης θύμωσε. Χωρίς πολλά, άρπαξε ένα στελίφι και πήγε να τις βρει. Οι φωνές ακούστηκαν ως κάτω. Ο Πάπουτσος, από πίσω, άλλα έλεγε στον δρόμο:
— Ένεν καλά που έκαμεν! Εν τέλεια πελλός!
Μα σαν κατάλαβε πως τον άκουσε ο Πιστέντης και τον περίμενε, άλλαξε τροπάρι:
— Καλά τους έκαμε! Έπρεπε να τους δώσει τζιαι άλλες!
Ο Πιστέντης ξέσπασε σε γέλια.
— Άτε ρε Πάπουτσε… πάμε να πιούμεν καμιάν πινιάν.
Έτσι ήταν τότε τα πράγματα στη Χλώρακα. Με γινάτια, με πείσματα, με γέλια και καβγάδες. Και στα παλιώματα, όπως και στη ζωή, δεν κέρδιζε πάντα ο πιο δυνατός… Αλλά εκείνος που δεν λύγιζε.

ΜΕ ΤΟ ΖΟΡΙ ΠΑΝΤΡΕΙΑ

Το φλερτ στην ύπαιθρο της παλιάς Κύπρου δεν ήταν παιχνίδι, ήταν τελετουργία.
Μια διαδικασία προσεκτική, σχεδόν σιωπηλή, δεμένη με συμβολισμούς και σφιχτά δεμένη από τα ήθη του τόπου. Τίποτα δεν γινόταν τυχαία. Τίποτα δεν έμενε κρυφό για πολύ. Και όλα, μα όλα, οδηγούσαν σε έναν και μόνο σκοπό: τον γάμο.
Τις Κυριακές, μετά την εκκλησία, το χωριό ζωντάνευε αλλιώς. Στον κεντρικό δρόμο, κάτω από τα άγρυπνα μάτια των γεροντότερων, ξεκινούσε ένα άτυπο πήγαινε-έλα. Οι κοπέλες περπατούσαν σε ομάδες, με χαμηλωμένα μάτια και συγκρατημένα χαμόγελα. Οι νέοι, ακουμπισμένοι έξω από τα καφενεία ή διασταυρώνοντας τα βήματά τους μαζί τους, έριχναν κλεφτές ματιές.
Το βλέμμα είχε τον πρώτο και πιο δυνατό λόγο. Και στη βρύση του χωριού, εκεί όπου οι στάμνες γέμιζαν νερό και οι κουβέντες έσταζαν πιο δειλά, δινόταν άλλη μια ευκαιρία. Ένας νέος μπορούσε να πλησιάσει, να βοηθήσει, να πει μια λέξη. Πάντα, όμως, κάτω από το βλέμμα κάποιας θείας, κάποιας μάνας, κάποιας γειτόνισσας που δεν έχανε τίποτα.
Στα πανηγύρια, και κυρίως το Πάσχα, τα πράγματα χαλάρωναν, όσο επέτρεπε η εποχή. Και στους γάμους, ο χορός γινόταν η μόνη νόμιμη αφορμή για να πλησιάσει ο ένας τον άλλο. Ένα χέρι απλωμένο, ένα βήμα πιο κοντά, μια ανάσα που μπερδευόταν με της άλλης.
Και οι νέοι; Είχαν τους δικούς τους τρόπους. Ένα μήλο πεταμένο δήθεν τυχαία. Ένα πορτοκάλι που έφτανε στα πόδια μιας κοπέλας. Ένα δίστιχο αγάπης, τραγουδισμένο με νόημα και βλέμμα καρφωμένο στα μάτια της.
Κι αν υπήρχε εμπιστοσύνη, κάποια ανηψιά γινόταν γέφυρα: ένα σημείωμα διπλωμένο προσεκτικά, μια λέξη που ταξίδευε από στόμα σε στόμα.
Όλα, όμως, είχαν όρια. Η ντροπή και η σεμνότητα σκέπαζαν κάθε κίνηση. Η τιμή της οικογένειας στεκόταν πάνω απ’ όλα, βαριά σαν πέτρα. Αν κάτι φανερωνόταν, αν μια σχέση γινόταν αντιληπτή, έπρεπε να πάρει τον δρόμο του προξενιού. Αλλιώς, το πράγμα σκοτείνιαζε επικίνδυνα.
Γιατί τότε… ή ερχόταν ο γάμος, ή ερχόταν η ντροπή, κι ύστερα, πολλές φορές, η βεντέτα.
Μα μέσα σε εκείνον τον κόσμο, υπήρχαν και οι σκιές. Μια κοπέλα… που κανείς δεν την κοίταξε ποτέ. Τα χρόνια περνούσαν κι εκείνη έμενε πίσω. Σαν να την είχε ξεχάσει το χωριό. Σαν να μην την διάλεξε κανένα βλέμμα, κανένα μήλο, κανένα τραγούδι. Έμεινε στο ράφι και μαράζωνε σιωπηλά, μα όχι παραιτημένη.
Γιατί μέσα της είχε πάρει απόφαση. Θα παντρευόταν. Όπως και να ’χε. Κι αφού γαμπρός δεν βρισκόταν, θα τον έβρισκε η ίδια. Ή… θα τον έφτιαχνε.
Πονηρή δεν ήταν από τη φύση της μα η ανάγκη την έκανε. Και διάλεξε προσεκτικά. Έναν νέο ήσυχο, λίγο αγαθό, από εκείνους που δεν υποψιάζονται εύκολα το κακό.
Τον πλησίασε μια μέρα στον δρόμο. Έτσι απλά. Μια κουβέντα για τον καιρό. Μια άλλη για τα χωράφια.
Ένα χαμόγελο που κράτησε λίγο παραπάνω απ’ όσο έπρεπε. Και φρόντισε να τους δουν. Το ξανάκανε. Και ξανά.
Ο νέος, από ευγένεια, δεν την απέφευγε. Της απαντούσε, στεκόταν λίγο, μιλούσε για ασήμαντα πράγματα. Δεν ήξερε, δεν μπορούσε να ξέρει, πως κάθε λέξη, κάθε στάση, γινόταν μάτι και στόμα στο χωριό.
Κι εκείνη… ήξερε πολύ καλά τι έκανε.
Κι όσο περνούσαν οι μέρες, το χωριό άρχισε να ψιθυρίζει.
«Τους είδα μαζί…»
«Πάλι μιλούσαν στον δρόμο…»
«Δεν είναι τυχαίο…»
Τα λόγια φούσκωναν σαν ζυμάρι και απλώνονταν από αυλή σε αυλή. Κι εκείνος, ανύποπτος, συνέχιζε. Ένας χαιρετισμός, μια κουβέντα, τίποτα παραπάνω. Μα στα μάτια των άλλων, είχε ήδη γίνει κάτι.
Εκείνη περίμενε. Δεν βιαζόταν. Ήξερε πως το χωριό κάνει τη μισή δουλειά.
Κι όταν ένιωσε πως είχε έρθει η ώρα, χτύπησε.
Ένα απόγευμα, με φωνή τρεμάμενη μα λόγο αποφασισμένο, τον κατηγόρησε.
Πως τη φίλησε. Ο λόγος έπεσε σαν κεραυνός. Δεν είχε σημασία αν ήταν αλήθεια ή ψέμα. Σημασία είχε πως ειπώθηκε. Οι συγγενείς ξεσηκώθηκαν. Οι άντρες αγρίεψαν. Οι γυναίκες έβαλαν τις φωνές. Η τιμή μπήκε μπροστά σαν μαχαίρι.
Ο νέος τα έχασε. Αρνήθηκε. Προσπάθησε να εξηγήσει. Μα ποιος τον άκουγε;
Το χωριό είχε ήδη αποφασίσει. Και στους καιρούς εκείνους, τέτοια πράγματα δεν έμεναν μετέωρα. Ή γάμος… ή αίμα.
Και δεν ήταν από εκείνους που σήκωναν τέτοιο βάρος. Έτσι, θέλοντας και μη, την πήρε.
Ο γάμος έγινε γρήγορα, χωρίς πολλά τραγούδια και χαρές. Περισσότερο για να σβήσει τη φωτιά, παρά για να ανάψει καινούρια.
Οι χωριανοί κουνούσαν τα κεφάλια.
«Δεν θα βγει σε καλό…»
«Τον τύλιξε…»
«Κρίμα το παλικάρι…»
Τον λυπούνταν εκείνον. Εκείνη την κατηγορούσαν.
Μα ο καιρός… έχει τον τρόπο του να ξεγυμνώνει τις αλήθειες.
Πέρασαν μήνες. Ύστερα χρόνια. Και σιγά-σιγά, κάτι άλλαξε.
Ο νέος δεν έμοιαζε δυστυχισμένος. Δεν έμοιαζε σκυθρωπός. Αντίθετα… τον έβλεπαν να γελά. Να στέκεται στο κατώφλι του σπιτιού του με ηρεμία. Να γυρίζει από τα χωράφια και να βρίσκει φωτιά αναμμένη και φαΐ έτοιμο.
Κι εκείνη; Δεν ήταν όμορφη, ποτέ δεν ήταν. Λίγο κακομούτσουνη, όπως έλεγαν. Μα είχε κάτι άλλο. Κάτι που δεν φαινόταν με την πρώτη. Ήξερε τρόπους. Ήξερε πονηριές. Ήξερε πώς να τον κρατά. Με μια κουβέντα, με ένα βλέμμα, με μια φροντίδα την κατάλληλη στιγμή. Τον τύλιξε αλλιώς τώρα, όχι με παγίδα, μα με συνήθεια, με ζεστασιά, με εκείνη τη σιωπηλή δύναμη που κάνει έναν άντρα να δένει.
Και χωρίς να το καταλάβει… τον κέρδισε.
Κι εκείνος, που όλοι τον λυπόντουσαν, έγινε τελικά καλός σύζυγος. Ήρεμος, δεμένος, άνθρωπος του σπιτιού του. Δεν του έλειψε τίποτα. Ούτε φροντίδα, ούτε συντροφιά, ούτε εκείνη η σιγουριά που κάνει τη ζωή να κυλά γλυκά.
Και τότε το χωριό σώπασε. Εκείνοι που την κατηγορούσαν, χαμήλωσαν τα μάτια. Εκείνοι που τον λυπούνταν, απόρησαν. Γιατί αλλιώς τα περίμεναν… κι αλλιώς τα βρήκαν. Γιατί η ζωή δεν λογαριάζει πάντα όπως οι άνθρωποι.
Και τότε άρχισαν να το λένε σιγά, σαν παραδοχή:
Δεν είναι όλα όπως φαίνονται. Γιατί η ομορφιά ξεθωριάζει με τα χρόνια,
τα μάγουλα χάνουν το χρώμα τους και τα μάτια τη λάμψη τους.
Μα ο χαρακτήρας… ο τρόπος… η καρδιά του ανθρώπου… αυτά μένουν. Και αυτά είναι που δένουν έναν άνθρωπο με τον άλλον.
Κι έτσι, εκεί που όλοι προέβλεπαν δυστυχία, γεννήθηκε μια ήσυχη ευτυχία.
Και έζησαν καλά. Γιατί, όπως έλεγαν οι παλιοί στο χωριό, και το πίστευαν:
Η ομορφιά περνά… μα ο χαρακτήρας διαρκεί.

ΜΙΑ ΠΑΛΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΓΑΠΗΣ
«Η Θέκλα μέσα στ’ άχυρα
έκανε τον σταυρό της,
να πάρει τον Χαράλαμπο
να σβήσει τον καημό της…»
Ήταν χρόνια παλιά, πάνω από έναν αιώνα πριν, τότε που η Χλώρακα δεν μετρούσε τη ζωή με ρολόγια και ημερομηνίες, αλλά με τις σοδειές, τους γάμους και τα μοιρολόγια της. Και μέσα σε εκείνον τον κόσμο, όπου οι άνθρωποι μεγάλωναν ήδη συμφιλιωμένοι με την ιδέα ότι η ζωή τους είχε αποφασιστεί πριν τη ζήσουν, γεννήθηκε ένας έρωτας που δεν του επιτράπηκε να γίνει.
Η Θέκλα ήταν κόρη από σεβαστή οικογένεια, μεγαλωμένη με την πίστη πως η ζωή της θα είχε τάξη, όνομα και προκοπή. Όμως η ομορφιά της δεν χωρούσε σε κανέναν κανόνα. Έμοιαζε να ξεφεύγει από τα όρια του χωριού, σαν κάτι που δεν ανήκε ολοκληρωτικά σε κανέναν.
Την αγάπησαν δύο άντρες. Ο Ευστάθιος, πλούσιος, σίγουρος για τον εαυτό του, μαθημένος να αποκτά ό,τι επιθυμεί. Και ο Χαράλαμπος, φτωχός, με μόνη περιουσία την εργασία του και μια καρδιά που δεν έμαθε ποτέ να σωπαίνει.
Ο Ευστάθιος ήταν άνθρωπος που μεγάλωσε χωρίς να γνωρίσει έλλειψη. Το σπίτι του μεγάλο, τα χωράφια πολλά, οι αποθήκες γεμάτες σιτάρι και λάδι ακόμη και στους δύσκολους χειμώνες. Από μικρός έμαθε πως το όνομά του άνοιγε πόρτες πριν ακόμη μιλήσει. Οι χωριανοί τον χαιρετούσαν με σεβασμό, όχι τόσο από αγάπη, όσο από συνήθεια. Έτσι έκαναν πάντα στους ανθρώπους που κρατούσαν δύναμη και περιουσία.
Δεν ήταν κακός άνθρωπος. Μα είχε μάθει να βλέπει τη ζωή σαν κάτι που τακτοποιείται. Όπως αγοράζεις ένα καλό χωράφι ή κλείνεις μια συμφωνία, έτσι πίστευε πως έρχεται και ο γάμος: με λόγια μεταξύ οικογενειών, με προίκες, με υπολογισμό και τιμή. Και όταν πρωτοείδε τη Θέκλα, δεν σκέφτηκε αν εκείνη θα τον αγαπούσε. Του έφτανε που τη θαύμαζαν όλοι. Ήθελε να γίνει δική του γιατί πίστευε πως μια τέτοια γυναίκα ταίριαζε δίπλα στο όνομά του, μέσα στο σπίτι του, στη ζωή που είχε ήδη σχεδιάσει.
Τη φρόντιζε με τον τρόπο που ήξερε. Έστελνε δώρα στο σπίτι της, βοηθούσε τον πατέρα της στις δουλειές, μιλούσε για το μέλλον με βεβαιότητα, σαν να είχε ήδη γραφτεί. Στα μάτια του, η αγάπη δεν ήταν φωτιά. Ήταν σταθερότητα. Ήταν ασφάλεια, θέση, συνέχεια. Και ποτέ δεν πέρασε από τον νου του πως μπορεί ένας άνθρωπος να πει «όχι» σε μια ζωή που μοιάζει εξασφαλισμένη.
Ο Χαράλαμπος ήταν αλλιώτικος. Δεν είχε τίποτε πέρα από τα χέρια του. Ξυπνούσε πριν ακόμη χαράξει για να βγει στα χωράφια, στη θάλασσα και στο παζάρι, όπου έβρισκε μεροκάματο. Τα ρούχα του μύριζαν χώμα και αλάτι, και τα χέρια του είχαν τις σκληρές γραμμές της δουλειάς. Στο χωριό τον ήξεραν σαν τίμιο άνθρωπο, μα κανείς δεν τον λογάριαζε για μεγάλο μέλλον. Οι φτωχοί τότε δεν ονειρεύονταν δυνατά. Μάθαιναν να ζουν με ό,τι τους έδινε η ζωή.
Κι όμως, ο Χαράλαμπος είχε μέσα του κάτι που δεν φαινόταν εύκολα. Μια σιωπηλή περηφάνια. Δεν χαμήλωνε το βλέμμα, ούτε ζητούσε λύπηση. Και όταν αγάπησε τη Θέκλα, δεν την είδε σαν τρόπαιο ούτε σαν υπόσχεση ζωής καλύτερης. Την είδε σαν άνθρωπο. Σαν τη μοναδική παρουσία που μπορούσε να αλλάξει τον τρόπο που ανέπνεε ο κόσμος γύρω του.
Δεν της μιλούσε πολύ. Τότε οι άνθρωποι δεν ήξεραν να λένε μεγάλα λόγια για την αγάπη. Μα κάθε φορά που περνούσε από τον δρόμο της, αργοπορούσε ασυναίσθητα κάτω από το παράθυρό της. Και όταν εκείνη φαινόταν για μια στιγμή πίσω από την κουρτίνα, ένιωθε πως η μέρα του είχε αποκτήσει λόγο ύπαρξης.
Ο Ευστάθιος πίστευε πως η ζωή κερδίζεται με δύναμη. Ο Χαράλαμπος ήξερε πως υπάρχουν πράγματα που ούτε αγοράζονται ούτε κρατιούνται. Και ίσως γι’ αυτό, από την αρχή, ο ένας ήταν φτιαγμένος να την αποκτήσει, ενώ ο άλλος να τη χάσει.
Και χωρίς να το ξέρουν ακόμη, η μοίρα είχε ήδη διαλέξει ποιος από τους δύο θα έφευγε πληγωμένος.
Αλλά η απόφαση, όπως πάντα τότε, δεν ήταν δική τους. Οι οικογένειες μίλησαν, οι συμφωνίες έγιναν, η προίκα καθορίστηκε σαν να επρόκειτο για πράγμα και όχι για άνθρωπο. Και όλα έδειχναν πως η Θέκλα θα πήγαινε στον Ευστάθιο.
Μέχρι που άρχισε το ράγισμα. Ο Χαράλαμπος περνούσε από τον δρόμο της, τάχα τυχαία, κι εκείνη τον έβλεπε από το παράθυρο, χωρίς να μιλούν, χωρίς να αγγίζονται, μα με βλέμματα που έλεγαν όσα δεν μπορούσαν να ειπωθούν.
Και μέσα σε αυτή τη σιωπή, κάτι άλλαζε και στους δύο. Όχι σαν έρωτας που γεννιέται ξαφνικά, αλλά σαν επίγνωση πως ο κόσμος δεν είναι πάντα δίκαιος, κι όμως η καρδιά συνεχίζει να ζητά.
Όταν ήρθε το προξενιό με τον Ευστάθιο, όλα είχαν ήδη αποφασιστεί. Κι όμως η Θέκλα είπε «όχι». Μια λέξη μικρή, αλλά αρκετή για να ραγίσει έναν ολόκληρο κόσμο. Οι δικοί της, σκληροί και χωρίς δεύτερη σκέψη, την έκλεισαν στο αχερονάρι για να την τιμωρήσουν. Μέσα στο σκοτάδι, στα άχυρα, στην υγρασία και στη σιωπή. Εκεί όπου δεν ακούγεται τίποτε πέρα από τον χρόνο που περνά.
Και ο χρόνος εκεί δεν γιατρεύει, πιέζει, λυγίζει, σβήνει σιγά σιγά την αντίσταση.
Οι μέρες πέρασαν βαριές, μέχρι που η δύναμή της άρχισε να εξαντλείται όχι από μετάνοια, αλλά από μοναξιά. Και όταν την έβγαλαν, είπε «ναι». Και ο γάμος έγινε. Σαν να μην είχε συμβεί τίποτε.
Ο Χαράλαμπος δεν μίλησε. Δεν φώναξε, δεν ζήτησε, δεν αντιστάθηκε. Μονάχα σώπασε. Και έφυγε. Πήρε τον δρόμο της θάλασσας και χάθηκε σε βαπόρι, μακριά από το χωριό και από τον εαυτό του.
Στην ξενιτιά, τα χρόνια έγιναν άλλα. Λιμάνια, ξένες γλώσσες, δουλειές χωρίς πρόσωπο. Στην Πορτογαλία έφτιαξε μια νέα ζωή, παντρεύτηκε, έμαθε να ζει χωρίς να περιμένει. Μα ο πρώτος έρωτας δεν φεύγει. Δεν επιστρέφει, απλώς μένει. Σαν σκιά που δεν σε ακολουθεί, αλλά δεν σε αφήνει ποτέ. Κάποιες νύχτες, μέσα στη σιωπή, την έβλεπε ξανά. Όχι όπως ήταν η ζωή του, αλλά όπως θα μπορούσε να είναι αν δεν είχε χαθεί εκείνη η στιγμή. Και τότε καταλάβαινε πως δεν είχε χάσει μόνο έναν άνθρωπο. Είχε χάσει μια ζωή που δεν έζησε ποτέ.
Στο χωριό, η ιστορία έμεινε πίσω σαν πληγή που δεν έκλεισε. Και η Θέκλα γέρασε. Στεκόταν πια στον δρόμο χωρίς να περιμένει, μα και χωρίς να μπορεί να ξεχάσει. Και σιγά σιγά, η ιστορία άλλαξε μορφή. Έπαψε να είναι γεγονός. Έγινε μνήμη. Και η μνήμη έγινε τραγούδι.
Σε γάμους και πανηγύρια, κάποιος πάντα θα την έλεγε. Για τη Θέκλα και τον Χαράλαμπο. Όχι σαν απλή ιστορία ανθρώπων. Αλλά σαν καημό. Και στο τέλος, η φωνή πάντα χαμήλωνε. Γιατί καμιά φορά δεν χάνει η αγάπη. Απλώς δεν της επιτρέπεται να ζήσει.
 

Η ΤΑΒΕΡΝΑ ΤΟΥ ΠΑΦΙΟΥ

Ο Χριστόδουλος Πάφιος, ο γνωστός καραγκιοζοπαίχτης της Χλώρακας, δεν άφησε πίσω του μόνο φιγούρες και μπερντέδες. Άφησε και μια ταβέρνα, στο κέντρο του χωριού, εκεί όπου οι φωνές μπλέκονταν με το τραγούδι και το κρασί έπαιρνε πιο γρήγορα τις αποφάσεις των ανθρώπων.

Απέναντι στεκόταν η ταβέρνα του Φκωνή, πιο ήσυχη, πιο χαμηλόφωνη. Ο κόσμος μοιραζόταν όπως πάντα: άλλοι πήγαιναν εκεί που μιλούσε το γέλιο και το τραγούδι, άλλοι εκεί που μιλούσε η γλύκα του ποτού.

Ο Πάφιος, όμως, είχε τον δικό του τρόπο να μιλά. Μιλούσε με τα τραγούδια.

Δύο από τους πιο ταχτικούς του πελάτες ήταν ο Γιαννής και ο Ττοουλιάς. Μάστοροι καλοί, φίλοι καρδιακοί, άνθρωποι του γλεντιού και της στιγμής.

Ένα βράδυ, πάνω στο κρασί και στο γέλιο, μια κουβέντα άναψε σαν σπίθα.

«Να κάμουμε εταιρεία», είπε ο ένας.
«Να χτίζουμε σπίθκια», απάντησε ο άλλος.

Και εκείνο το βράδυ, όλα έμοιαζαν εύκολα μέσα στο καπνό και στο ποτό.

Στην αρχή πήγαν καλά. Δούλεψαν, έχτισαν, στάθηκαν στα πόδια τους. Μα ο καιρός άλλαξε γρήγορα. Οι παραγγελίες λιγόστεψαν, τα λεφτά άρχισαν να μη φτάνουν, και η ταβέρνα έγινε ξανά το καταφύγιό τους.

Ένα βράδυ κάθονταν σκυφτοί, πιο βαρείς απ’ το ίδιο το κρασί τους.

«Εν γίνεται έτσι», είπε ο ένας.
«Θα μείνουμε έτσι;» απάντησε ο άλλος.

Και τότε, μέσα στη σιωπή που ακολούθησε, γεννήθηκε μια ιδέα που κανείς δεν λέει καθαρά όταν είναι νηφάλιος.

Στη γειτονική τουρκική συνοικία του Μουττάλου, ο Χότζας κουβαλούσε ξύλα. Μεγάλα, γερά, καλοκομμένα. Τα έβαζε σε μια μικρή αποθήκη, μέσα στον χώρο του τουρκικού νεκροταφείου.

Οι δυο φίλοι τα είχαν προσέξει καιρό.

Ήξεραν τι ήταν.

Στις μουσουλμανικές κηδείες ο νεκρός δεν μπαίνει σε φέρετρο. Τον πλένουν με νερό και αρώματα, τον τυλίγουν σε λευκό σάβανο και τον τοποθετούν πάνω σε φαρδιές ξύλινες σανίδες. Από εκεί τον μεταφέρουν στον τάφο, απλά και σιωπηλά, όπως τονίζει η πίστη τους — χωρίς στολίδια, χωρίς βάρος.

«Γυμνός ήρθε, γυμνός φεύγει».

Και οι σανίδες μένουν πίσω, σαν να μην είχαν ποτέ πραγματικό κάτοχο.

Μια νύχτα χωρίς φεγγάρι πήραν την απόφαση να πάρουν τις σανίδες. Χωρίς ντροπή, μα με μια δικαιολογία που έμοιαζε στο μυαλό τους σαν πατριωτικό καθήκον.

Η πόρτα της αποθήκης έτριξε βαριά, σαν να αντιστεκόταν. Τα ξύλα έπεφταν το ένα πάνω στο άλλο με ήχο στεγνό, σαν να κουβαλούσαν πάνω τους κάτι ξένο.

«Γλήορα», ψιθύρισε ο ένας.
«Μεν μιλάς», απάντησε ο άλλος.

Τα φόρτωσαν βιαστικά και χάθηκαν μέσα στη νύχτα. Και σε λίγες μέρες τα πούλησαν μισοτιμής.

Πέρασε καιρός. Κανείς δεν μίλησε ξανά για τα ξύλα. Ο κόσμος συνέχισε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Ώσπου ένα βράδυ, στην ταβέρνα του Πάφιου, όλα πάγωσαν.

Στη θέση του παλιού πάγκου υπήρχε ένας καινούργιος. Καλοπλανιαρισμένος, γερός, όμορφος.

Οι δυο φίλοι μπήκαν και στάθηκαν. Δεν κάθισαν. Δεν μίλησαν. Μόνο τον κοίταζαν, και μια υποψία σαν αστραπή πέρασε ανάμεσά τους.

«Πού τον έκαμες τον πάγκο;» ρώτησε ο ένας, με φωνή που δεν έβγαινε εύκολα.

«Ο Λαούρης», απάντησε ο Πάφιος. «Είχε κάτι ξύλα φτηνά, καλής ποιότητας… καλό πράμα. Μισοτιμής τα έδωκεν».

Η φράση δεν πρόλαβε να τελειώσει όπως έπρεπε. Γιατί μέσα τους είχε ήδη τελειώσει κάτι άλλο πριν από αυτή.

Δεν παρήγγειλαν τίποτα.

«Εν να φύουμε», είπε ο ένας χαμηλά.
«Έχουμε δουλειά», πρόσθεσε ο άλλος, χωρίς να το πιστεύει.

Και βγήκαν.

Από εκείνη τη μέρα δεν ξαναμπήκαν στην ταβέρνα.

Ο Πάφιος τους έβλεπε απέναντι, στου Φκωνή, να κάθονται σκυφτοί, σαν να είχαν αφήσει κάτι μισό πίσω τους. Δεν κατάλαβε ποτέ. Και ίσως αυτό να ήταν το μόνο που έμεινε. Ότι κανείς δεν είπε ποτέ την αλήθεια δυνατά. 

Υ.Γ. Η ταβέρνα στέκει ακόμη εκεί και λειτουργεί από τους απογόνους του Πάφιου, πάνω από εκατό χρόνια μετά.

 

ΟΙ ΚΑΡΑΜΑΝΟΙ
Τους πέτρινους καιρούς της Οθωμανοκρατίας, η Κύπρος ζούσε κάτω από βαρύ ζυγό και δυσβάσταχτους φόρους. Ο λαός, πότε πότε, μη αντέχοντας την πίεση, ξεσηκωνόταν σε μικρές εξεγέρσεις που έσβηναν γρήγορα μέσα στη φωτιά της καταστολής. Τότε, σύμφωνα με τη λαϊκή μνήμη, κατέφθαναν στο νησί στρατιωτικά σώματα από την απέναντι Καραμανιά, για να επιβάλουν την τάξη με σκληρότητα.
Οι Καραμάνοι, όπως τους αποκαλούσε ο κόσμος, ήταν ομάδες μισθοφόρων που επιστρατεύονταν προσωρινά από τις οθωμανικές αρχές. Η παρουσία τους σκόρπιζε φόβο στα χωριά, όχι μόνο για τη βία των επιδρομών αλλά και για την απρόβλεπτη συμπεριφορά τους, που είχε γίνει θρύλος στα χείλη των ανθρώπων.
Μερικοί από αυτούς, μετά την αποστράτευσή τους, έμεναν στην Κύπρο και περιπλανιόνταν από τόπο σε τόπο σαν νομάδες. Έλεγαν πως έμπαιναν κρυφά στα σπίτια και όχι μόνο έκλεβαν, αλλά καμιά φορά, όταν έβρισκαν όμορφα μωρά αφύλαχτα στην κούνια, τα αντάλλασσαν με τα δικά τους, τα άρρωστα και καχεκτικά. Έτσι, οι ιστορίες για αυτούς μεγάλωναν με τον καιρό, όπως συμβαίνει πάντα όταν ο φόβος γίνεται αφήγηση.
Η Φκωνού έμενε στο σπίτι μόνη τις περισσότερες ώρες της ημέρας. Οι δικοί της βρίσκονταν στα χωράφια, και εκείνη φρόντιζε το νοικοκυριό, το φαγητό και το άπλωμα των ρούχων στην αυλή. Ήταν από εκείνες τις γυναίκες που έμαθαν να ζουν με σιωπή και εγρήγορση μαζί.
Εκείνη τη μέρα, ο ήλιος έκαιγε τις πέτρες της αυλής όταν η Φκωνού άπλωνε τα ρούχα. Μπαίνοντας ξανά στο σπίτι για λίγο νερό, ένιωσε κάτι παράξενο, σαν να είχε αλλάξει ο αέρας μέσα στο δωμάτιο. Τα μάτια της έπεσαν ασυναίσθητα κάτω από το κρεβάτι. Εκεί, διακριτικά, ξεχώριζε ένα μαυριδερό πόδι.
Η καρδιά της πάγωσε. Χωρίς να φωνάξει, χωρίς να κινηθεί απότομα, κατάλαβε πως κάποιος είχε χωθεί στο σπίτι. Ένας Καραμάνος, κρυμμένος, περίμενε τη σωστή στιγμή για να βγει.
Για λίγες στιγμές έμεινε ακίνητη. Όμως ο φόβος στη Φκωνού δεν έμεινε φόβος· έγινε σκέψη, κι η σκέψη έγινε σχέδιο.
Πήγε ήρεμα στο δουλάπι, εκεί όπου γυρνούσε η ανέμη. Έκατσε και άρχισε να γυρίζει τον τροχό, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Και τότε άρχισε να τραγουδά με φωνή καθαρή, δυνατή, σχεδόν γιορτινή:
— Είπαν μου πιάς τ’ αδράχτι σβούρα να βουρά,
είπαν μου ‘εν γιορτή τζιαι βλάφτει, τζιαι η καρδιά μου εσυντρομάχτην.\ Ούννου ούννου το ουλάππι, βούρα Λεωνή, εν που κάτω στο κρεββάτι ένας Καραμανής…
Ο Λεωνής, ο αδερφός της, που όλοι τον φώναζαν Λιόνταρο για τη δύναμή του, δούλευε στο κοντινό χωράφι. Άκουσε τη φωνή και το τραγούδι και αμέσως κατάλαβε πως κάτι δεν πήγαινε καλά.
Άφησε τη δουλειά του χωρίς δεύτερη σκέψη και όρμησε προς το σπίτι. Μπήκε μέσα σαν αστραπή, κρατώντας το στελίφι της τσάπας. Η σκηνή δεν κράτησε πολύ. Ο κρυμμένος άντρας πρόλαβε μόνο να φανεί για μια στιγμή πριν βρεθεί αντιμέτωπος με τη δύναμη του Λεωνή.
Και ύστερα, όλα τελείωσαν γρήγορα.
Ο ξένος βγήκε τρεκλίζοντας από το σπίτι και χάθηκε στον δρόμο, τρέχοντας προς τη θάλασσα, σαν να τον κυνηγούσε ο ίδιος ο φόβος που είχε σκορπίσει. Και λέει ο λαός πως έτρεχε ακόμη για πολύ καιρό, ώσπου χάθηκε προς την Καραμανιά, χωρίς ποτέ να ξαναγυρίσει.
Η Φκωνού έμεινε όρθια δίπλα στο δουλάπι, με το τραγούδι της ακόμη μισοτελειωμένο στα χείλη της. Και ο Λεωνής στάθηκε στην πόρτα, σαν λιοντάρι που μόλις είχε διώξει τον κίνδυνο από το σπίτι του.
Υ.Γ. Το δουλάπι ήταν ξύλινος τροχός για το τύλιγμα της κλωστής. Στα παλιά χρόνια, μετά το κούρεμα των προβάτων, το μαλλί γινόταν νήμα με το αδράχτι, και έπειτα τυλιγόταν στην ανέμη και στα μασούρια με τη βοήθεια του δουλαπιού.
 

Ο ΚΩΣΤΑΝΤΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΘΕΡΙΟ ΤΗΣ ΠΕΓΕΙΑΣ
Στην Κύπρο λένε πως κάθε τόπος κρύβει και το μυστικό του. Άλλοτε είναι πέτρα που μιλά, άλλοτε νερό που θυμώνει, κι άλλοτε είναι φόβος που γεννιέται στις καρδιές των ανθρώπων και γίνεται θρύλος.
Στην Πέγεια, σε χρόνια παλιά, ο φόβος ήρθε από το νερό.
Ήταν ένας χωρικός, ο Γιωρκάτσιης, που έχασε μια μέρα τη λόττα του. Έψαξε στα χωράφια, γύρισε τις στράτες, ρώτησε τους ανθρώπους, μα δεν τη βρήκε πουθενά. Και σαν δεν βρήκε άκρη, έβαλε με τον νου του πως την έκλεψε ο γείτονάς του, ο Χαραλάμπης.
Τον κατηγόρησε, τον έσυρε ως το δικαστήριο, μα ο λόγος του δεν στάθηκε. Χωρίς μαρτυρία και χωρίς απόδειξη, ο Χαραλάμπης βγήκε αθώος. Μα η αθωότητα δεν γιατρεύει πάντα την πίκρα. Ο ένας μαράζωνε για την απώλεια, ο άλλος για τη ντροπή, κι ανάμεσά τους το χωριό χωρίστηκε στα δύο. Άλλοι πίστευαν τον έναν, άλλοι τον άλλον, κι άλλοι δεν ήξεραν τι να πιστέψουν.
Και τότε, σαν να ήθελε η ίδια η γη να δώσει απάντηση, άρχισε το νερό της βρύσης να αλλάζει. Άλλοτε το νερό καθάριζε, άλλοτε μαύριζε πάλι.
Και από τα βάθη του λαγουμιού, κάτω από τη γη, ακούγονταν μουγκρητά και βρυχηθμοί, σαν κάτι ζωντανό να πάλευε μέσα στο σκοτάδι.
Οι άνθρωποι τρόμαξαν. Έλεγαν πως ήταν δράκος του νερού, ή ένα ζώθκιο παλιό όσο και η γη, που ξύπνησε και ζητούσε θυσία. Οι γυναίκες δεν πλησίαζαν τη βρύση, τα παιδιά δεν έβγαιναν στις στράτες, και οι νύχτες γέμισαν φόβο.
Χωρίς νερό, χωρίς θάρρος, μαζεύτηκαν οι προεστοί και έβγαλαν φιρμάνι:
όποιος κατέβει στο λαγούμι και σκοτώσει το θεριό, να ανταμειφθεί.
Το νέο απλώθηκε από χωριό σε χωριό, ώσπου έφτασε στη Χλώρακα.
Κι εκεί το άκουσε ο Κωσταντάς. Ήταν παλικάρι δοκιμασμένο, με καρδιά βαριά σαν σίδερο και χέρι που δεν λύγιζε στη μάχη. Δεν πολεμούσε για το κέρδος, μα για την τιμή. Και σαν άκουσε για το θεριό, δεν δίστασε.
Ζώστηκε τα άρματά του, καβάλησε τον μαύρο του, κι έπιασε τον δρόμο.
Σαν μπήκε στην Πέγεια, οι άνθρωποι πήραν θάρρος. Σαν να έσβησε για λίγο ο φόβος από τα μάτια τους. Κι δυο νεαροί, βλέποντάς τον, πήραν δύναμη και στάθηκαν δίπλα του.
— Μαζί σου, είπαν. Ό,τι κι αν είναι εκεί κάτω.
Κι έτσι, οι τρεις τους κατέβηκαν στο λαγούμι. Μπροστά ο Κωσταντάς, με το σπαθί στο χέρι, πίσω οι άλλοι με τις δάδες που έτρεμαν. Το σκοτάδι τους κατάπινε σιγά σιγά, και ο αέρας βάραινε όσο προχωρούσαν.
Και τότε ακούστηκε. Ένα μουγκρητό βαθύ, που δεν έμοιαζε με κανενός ζώου. Ο αντίλαλος το έκανε να μοιάζει μεγαλύτερο, πιο άγριο, πιο φοβερό.
Οι νεαροί λύγισαν για μια στιγμή. Μα ο Κωσταντάς στάθηκε.
— Μη φοβάστε, είπε. Ό,τι είναι, είναι της γης. Και ό,τι είναι της γης, νικιέται.
Κι προχώρησε.
Έξω, το χωριό περίμενε. Άνθρωποι μαζεμένοι, με μάτια καρφωμένα στη γη, με προσευχές σφιγμένες στα χείλη. Η ώρα περνούσε βαριά, σαν να είχε σταματήσει.
Και ξαφνικά, σιωπή. Τα μουγκρητά έσβησαν. Ο αέρας πάγωσε. Κανείς δεν μιλούσε.
Ώσπου, μέσα από το σκοτάδι, φάνηκε φως. Οι δάδες. Και πίσω τους, οι άντρες.
Βγήκαν από το λαγούμι, κι όλοι έτρεξαν κοντά τους. Μα αντί για θεριό, είδαν κάτι που δεν περίμεναν.
Μια λόττα. Αδύνατη, βρεγμένη, μα ζωντανή.
Ήταν εκείνη που είχε χαθεί. Η άμοιρη είχε πέσει στο φωτιστικό, βαθιά στο λαγούμι, και για μέρες πολλές ζούσε με νερό και ρίζες. Και όταν πεινούσε, ανακάτωνε τη γη, θόλωνε το νερό και βογκούσε. Και οι άνθρωποι, χωρίς να ξέρουν, έκαναν τον φόβο τους θεριό. Σώπασαν όλοι, κατάλαβαν. Δεν ήταν δράκος. Ήταν ο φόβος τους.
Ο Χαραλάμπης δικαιώθηκε. Ο Γιωρκάτσιης ντράπηκε και ζήτησε συγχώρεση. Μα κάποιες πληγές δεν κλείνουν εύκολα. Κι ο Κωσταντάς; Δεν πήρε τίποτα μαζί του. Μόνο ανέβηκε στο άλογό του και έφυγε, όπως ήρθε.
Γιατί οι γενναίοι δεν μένουν εκεί που τελειώνει ο φόβος. Πάνε εκεί που αρχίζει.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου