Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

ΟΙ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

 

ΟΙ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

Τα παραμύθια και οι θρύλοι ενός τόπου δεν γεννιούνται τυχαία. Πηγάζουν από την παράδοση, τις φοβίες και τις εμπειρίες των ανθρώπων, και περνούν από γενιά σε γενιά αλλάζοντας μορφή, όπως αλλάζει και η μνήμη.
Στη λαϊκή φαντασία της Χλώρακας, οι καλικάντζαροι δεν ήταν απλώς πλάσματα του Δωδεκαημέρου. Ήταν παρουσία υπαρκτή, που τρύπωνε στον κόσμο των ανθρώπων όταν ο χρόνος άνοιγε ρωγμές ανάμεσα στα Χριστούγεννα και στα Φώτα.
Και κάθε χωριό, κάθε σπίτι, είχε τη δική του ιστορία να διηγηθεί.

Η ΠΑΦΙΤΙΚΗ ΠΙΣΣΑ
Στη Χλώρακα, τα χρόνια τα παλιά, τότε που οι άνθρωποι ζούσαν ακόμη με τον καιρό, τη γη και τα ζωντανά τους, οι νοικοκυρές ήξεραν δουλειές που σήμερα εχάθηκαν όπως χάνονται τα όνειρα μόλις ξημερώσει.
Ανάμεσα στις γυναίκες του χωριού ήταν και η στετέ Δεσποινού. Μικρόσωμη γυναίκα, σκληραγωγημένη από τη φτώχεια και τον ήλιο, μα με μάτια κοφτερά σαν του γερακιού. Ήξερε να αλμυρίζει τρεμίθια, να βράζει τεράτσια, να γαλεύκει πρόβατα, να φτιάχνει τρεμιχόλαον και, πάνω απ’ όλα, να μαζεύει την παφίτικη πίσσα από τις μεγάλες τρεμιθιές που σκέπαζαν τότε τον τόπο.
Ο Κυριάκος όταν ήταν ακόμη μικρός, περνούσε τα περισσότερα καλοκαίρια κοντά της μαζί με τα ξαδέρφια του. Από τα χαράματα ακόμα, πριν δυναμώσει ο ήλιος, η στετέ τους σήκωνε από τα στρωσίδια.
— Σηκωστείτε, μωρά, πριν ξεραθεί η πίσσα.
Τα παιδιά γόγγυζαν, μα την ακολουθούσαν. Κανένας δεν τολμούσε να της χαλάσει χατίρι.
Κατέβαιναν ως τις τρεμιθιές με μικρά μαστραπάκια από κονσέρβες βουτύρου και γάλακτος. Η δροσιά της γης μύριζε χώμα και αλάτι από τη θάλασσα, και οι κορμοί των δέντρων έστεκαν τεράστιοι, στριφογυριστοί, σαν αρχαία στοιχειά.
Η στετέ Δεσποινού, με ένα ξινάρι στο χέρι, κόντρωνε τους κορμούς. Άνοιγε μικρές πληγές στο ξύλο κι ύστερα τα δέντρα, σαν ζωντανά πλάσματα που πονούσαν, άφηναν να κυλήσει η πίσσα. Διάφανη προς το κιτρινωπό στην αρχή, παχύρευστη και μυρωδάτη, έσταζε πάνω στους κορμούς και κυλούσε στο καθαρισμένο χώμα. Ο Κυριάκος θυμόταν ακόμα πώς έσκυβε κάθε πρωί και τη μάζευε με ένα μικρό κομμάτι ξύλο, προσεκτικά, για να μην πιάσει χώματα και φύλλα. Ύστερα η στετέ, με τις ώρες, τη ζύμωνε σε μια σκάφη, ώσπου η πίσσα να γίνει άσπρη, κάτασπρη.
Μα περισσότερο από όλα, εκείνο που είχε χαραχτεί στη μνήμη του ήταν η μεγάλη τρεμιθιά κοντά στ’ Αρχαγγέλου. Εκείνην τη φοβόταν. Ήταν πιο μεγάλη από όλες τις άλλες. «Ο κορμός της ήταν τόσο χοντρός που τέσσερα παιδιά μαζί δεν μπορούσαν να τον αγκαλιάσουν, ενώ τα κλαδιά της άπλωναν βαριά σκιά το μεσημέρι και έκαναν τη ζέστη να χάνεται.»
Ο Κυριάκος δεν πλησίαζε ποτέ μόνος του εκεί. Γιατί η στετέ Δεσποινού τού είχε πει μια ιστορί:
Κάποτε, του έλεγε, στα χρόνια τα παλιά, τότε που οι καλικάντζαροι ανέβαιναν από τα βάθη της γης κάθε Χριστούγεννα, ήρθε στη Χλώρακα ένας καλικάντζαρος φαταούλας. Γύριζε τα σπίτια ψάχνοντας λουκάνικα, χοιρινά και λίπος, μα παντού έβρισκε πόρτες κλειδαμπαρωμένες.
Πεινασμένος και θυμωμένος, πήρε μορφή ανθρώπου και πήγε στο σπίτι ενός χωρικού.
Χτυπούσε την πόρτα και ζητούσε επίμονα να του δώσουν να φάει.
Ο χωρικός όμως ήταν σκληρός άνθρωπος και δεν του έδινε τίποτε. Κι όσο ο καλικάντζαρος επέμενε τόσο αυτός αγρίευε, ώσπου άρπαξε ένα ξύλο και τον έκαμε τουλούμι στο ξύλο.
Ο καλικάντζαρος έφυγε ντροπιασμένος, μα πριν φύγει ρώτησε τον χωρικό πώς τον λένε, έχοντας στο νου να επιστρέψει με τους συντρόφους του για να πάρει εκδίκηση.
— Κανένας, του αποκρίθηκε εκείνος πονηρά.
Πήγε λοιπόν ο καλικάντζαρος στους συντρόφους του και τους είπε:
— Ελάτε να με βοηθήσετε! Ο Κανένας με έδειρε!
Μα εκείνοι άρχισαν να γελούν. Νόμισαν πως μέθυσε από το κρασί των ανθρώπων. Κι όσο εκείνος φώναζε και επέμενε τόσο οι άλλοι αγρίευαν, ώσπου για να γλιτώσουν από τη μουρμούρα του τον άρπαξαν, τον έδεσαν στη μεγάλη τρεμιθιά κοντά στ’ Αρχαγγέλου και τον άφησαν εκεί.
Ύστερα ήρθαν τα Φώτα. Οι καλικάντζαροι έφυγαν πίσω στα σκότη της γης. Και τον ξέχασαν.
Η στετέ Δεσποινού έλεγε πως ο καημένος έμεινε δεμένος εκεί για αιώνες. Τον έβλεπαν μόνο τα μικρά παιδιά και οι γριές του χωριού. Τον έπαιρναν οι νοικοκυρές για να κουβαλά νερό, να κόβει ξύλα και να κάνει τις βαριές δουλειές, κι εκείνος υπάκουε γιατί φοβόταν μην τον δείρουν ξανά.
Ο Κυριάκος δεν ήξερε αν έπρεπε να πιστέψει την ιστορία ή όχι. Μα κάθε φορά που έσκυβε κάτω από εκείνη τη μεγάλη τρεμιθιά για να μαζέψει την πίσσα, ένιωθε πάνω του κάποιο βλέμμα.
Κι όταν φυσούσε αέρας ανάμεσα στα φύλλα, του φαινόταν πως άκουγε βαριά αναστεναγμούς.
Τα χρόνια πέρασαν. Η στετέ Δεσποινού πέθανε, τα παιδιά μεγάλωσαν και οι μεγάλες τρεμιθιές άρχισαν μία-μία να χάνονται. Άλλες κόπηκαν για δρόμους. Άλλες για διαμερίσματα. Άλλες για την πρόοδο των ανθρώπων.
Ο τόπος αγοράστηκε αργότερα από τη Ζήνα Κάνθερ και χαρίστηκε σε Χλωρακιώτες, μα οι περισσότερες αιωνόβιες τρεμιθιές δεν σώθηκαν.
Μονάχα μία έμεινε ακόμη να στέκει κοντά στ’ Αρχαγγέλου. Η μεγάλη τρεμιθιά.
Κι όσοι περνούν από εκεί τις νύχτες του Δωδεκαήμερου λένε πως, όταν φυσά βορινός αέρας, ακούγεται καμιά φορά μια φωνή πνιχτή και παραπονεμένη μέσα από τα φύλλα. Σαν κάποιου που περιμένει ακόμα να τον λύσουν.

Η ΜΑΜΜΗ
Από καταβολής κόσμου υπάρχουν οι γυναίκες που ξεγεννούν τα μωρά, γιατί είναι δύσκολο να επιβιώσει ένα νεογέννητο παιδί όταν η μητέρα το φέρνει μόνη της στον κόσμο. Όταν γεννήθηκε ο Χριστός, δίπλα στην Παναγία υπήρχαν δύο μαμμές, όπως αναφέρεται στο Ευαγγέλιο του Ιακώβου. Στην εποχή του Μεσαίωνα οι μαμές κατηγορήθηκαν για μαγεία και κυνηγήθηκαν από την Ιερά Εξέταση, ενώ η Καθολική Εκκλησία απαιτούσε να είναι βαφτισμένες χριστιανές.
Η μαμή, ακόμη και στα όνειρα, θεωρείται καλός οιωνός. Αν στον ύπνο δει κανείς μια μαμή να ξεγεννά μωρό, λένε πως θα απαλλαγεί από βάρη και στενοχώριες και πως ευχάριστα γεγονότα θα ακολουθήσουν.
Έτσι, οι άνθρωποι τη θεωρούσαν απαραίτητη στη ζωή τους αλλά και καλό ποδαρικό, γιατί δεν έφερνε μόνο μια καινούργια ζωή σε μια οικογένεια, μα και χαρά σε όσους την ονειρεύονταν, όπως πίστευαν οι παλιοί.
Στα παλιά χρόνια, τότε που η φτώχεια ήταν μεγάλη, μια μαμμού αμειβόταν καλύτερα από άλλα επαγγέλματα, έστω κι αν η πληρωμή της γινόταν σε είδη, γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα ή και ρούχα.
Μια τέτοια φημισμένη μαμμού ζούσε κάποτε στη Χλώρακα. Ήταν η Ελενούα, που έζησε μέχρι βαθιά γεράματα και για δεκαετίες επέβλεψε εγκυμοσύνες και ξεγέννησε σχεδόν όλα τα μωρά της κοινότητας. Γι’ αυτό όλοι τη σέβονταν. Και ο Κυριάκος που μόλις την θυμόταν, την έφερνε στη μνήμη του σαν μια σεβάσμια γριά, που έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από όλους τους χωριανούς. Όλοι είχαν να πουν μια ιστορία για τη μαμμού, και όλοι τη θεωρούσαν δεύτερη μάνα, γιατί η μάνα τους τούς γέννησε, μα εκείνη τους ξεγέννησε.
Η Χατζηελενούα ήταν η μάνα της Στασιάς του Μωυσή. Καταγόταν από την οικογένεια Σιαμμάς, μια από τις μεγαλύτερες και αρχαιότερες της Χλώρακας. Εκτός από νοικοκυρά, ασκούσε και το επάγγελμα της μαμμούς, ένα δύσκολο έργο που απαιτούσε τεχνική, ελαφρύ χέρι και γνώσεις. Ήταν η γυναίκα που στεκόταν δίπλα στις έγκυες, από την αρχή της εγκυμοσύνης μέχρι και τη στιγμή της γέννας.
Άλλες γέννες ήταν εύκολες, κι άλλες δύσκολες. Κι από τις δύσκολες γεννήθηκαν ιστορίες, όπως της Ελενούας και των καλικαντζάρων:
Το Δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων οι άνθρωποι συνηθίζουν να ανάβουν κάρβουνα και θυμιατίζουν τα σπίτια τους, γιατί πιστεύουν πως οι καλικάντζαροι καιροφυλακτούν γύρω, έτοιμοι να μπουν και να βλάψουν τους ανθρώπους. Το έθιμο αυτό, λένε, προήλθε από μια ξεγέννα της Ελενούας:
Μια κρύα νύχτα του Δωδεκαημέρου, την κάλεσαν να πάει να ξεγεννήσει μια γυναίκα. Η γυναίκα αυτή όμως δεν ήταν άνθρωπος, αλλά μεταμφιεσμένη καλικαντζαρίνα.
Όταν έφτασε στο σπίτι, είδε γύρω της μικρά ανθρωπάκια να χορεύουν και να τραγουδούν:
— Αν είναι αγόρι, χαρά στη μαμμή, αν είναι κορίτσι, κατύσιη της μαμμής.
Τα ανθρωπάκια ήταν καλικάντζαροι και, όπως λέγαν οι παλιοί, ήθελαν οι γυναίκες τους να γεννούν πάντα αρσενικά. Όταν γεννιόταν αγόρι, έδιναν στη μαμμή κρομμυόφυλλα που στο ξημέρωμα γίνονταν χρυσά, ενώ όταν γεννιόταν κορίτσι, της έδιναν χρυσά κρομμυόφυλλα που στο φως της ημέρας μετατρέπονταν σε ξερά και άχρηστα φύλλα.
Η έγκυος γέννησε και έκανε κορίτσι. Η μαμμή, ακούγοντας τα λόγια τους, φοβήθηκε. Για να τους ξεγελάσει, έβαλε στο μωρό δυο μικρούλια κουβάρια νήμα και το φάσκιωσε σφιχτά. Οι καλικάντζαροι ξεγελάστηκαν. Έτσι της γέμισαν την ποδιά με κρομμυόφυλλα και την άφησαν να φύγει.
Μα όταν λίγο αργότερα κατάλαβαν την απάτη, πήγαν στο σπίτι της για να την τιμωρήσουν και να πάρουν πίσω τα χρυσά.
Η Ελενούα όμως ήταν προνοητική και πονηρή. Κλείδωσε τις πόρτες, άναψε κάρβουνα στο τζάκι και έριξε πάνω φύλλα ελιάς, θυμιάματα και τα ίδια τα κρομμυόφυλλα. Τα θυμιάματα γέμισαν το σπίτι, κι όλη νύχτα οι καλικάντζαροι δεν μπόρεσαν να μπουν. Έμειναν έξω μέχρι που έφεξε ο ήλιος. Και τότε, όπως είναι το γραμμένο τους, τρύπωσαν πίσω στη γη, όπου είναι καταδικασμένοι να ζουν μέχρι να ξαναβγούν τις επόμενες γιορτές.
Όταν ξημέρωσε, η γριά μαμμού βρήκε ένα μόνο κρομμυόφυλλο που είχε απομείνει σφηνωμένο στην ποδιά της, και αυτό είχε γίνει χρυσό. Από τη μια μαράζωσε που έχασε τα υπόλοιπα, από την άλλη όμως χάρηκε που γλίτωσε τη ζωή της από τους καλικάντζαρους.
Και από τότε, οι άνθρωποι πήραν το έθιμο και θυμιατίζουν τα σπίτια τους, για να φεύγει κάθε κακό.

Ο ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΦΑΤΑΟΥΛΑΣ
Τα παραμύθια έχουν για υπόβαθρό τους την κουλτούρα και την παράδοση των λαών, καθώς και τους θρύλους που γεννήθηκαν από παραλλαγές διηγήσεων, από ιστορίες που άλλοτε λέγονταν όπως συνέβησαν και άλλοτε όπως τις ήθελε η φαντασία των ανθρώπων. Γι’ αυτό πολλές αφηγήσεις έχουν κοινή ρίζα, ιδιαίτερα όσες στηρίζονται στη θρησκεία και στα ήθη και έθιμα κάθε τόπου.
Οι καλικάντζαροι, λένε, βγαίνουν από τα σκότη της γης κάθε Χριστούγεννα και τριγυρίζουν στα σπίτια των χωρικών, ψάχνοντας να βρουν χοιρινό κρέας, που το έχουν μεγάλη αδυναμία.
Μια φορά, ένας καλικάντζαρος φαταούλας κατέβηκε στη Χλώρακα για να βρει λουκάνικα και κρέας. Μα όπου κι αν πήγε, τα βρήκε όλα κλειδαμπαρωμένα, και δεν έβρισκε τίποτα να φάει. Τότε, μη αντέχοντας την πείνα, πήρε τη μορφή ανθρώπου και χτύπησε την πόρτα ενός χωρικού, ζητώντας με επιμονή να του δώσει κάτι να φάει.
Ο χωρικός, σκληροτράχηλος και χειροδύναμος γεωργός, δεν του έδινε. Μα ο καλικάντζαρος δεν έφευγε. Με θράσος και επιμονή ζητούσε ξανά και ξανά κρέας. Ο χωρικός θύμωσε τόσο από την επιμονή του, που τον άρπαξε και τον έκανε τουλούμι στο ξύλο.
Ο καλικάντζαρος, αφού τις έφαγε, ντράπηκε και θύμωσε μαζί. Θέλοντας να εκδικηθεί, άλλαξε ύφος, έγινε μειλίχιος και τον ρώτησε το όνομά του, με σκοπό να επιστρέψει αργότερα με τους συντρόφους του για να τον τιμωρήσουν. Μα ο πονηρός χωρικός του αποκρίθηκε πως τον λένε Κανένα.
Πήγε τότε ο Φαταούλας και βρήκε τους άλλους καλικάντζαρους. Τους είπε πως τον έδειρε ο Κανένας και τους κάλεσε να πάνε όλοι μαζί να πάρουν εκδίκηση. Εκείνοι όμως γέλασαν μαζί του, νομίζοντας πως είχε πιει και παραμιλούσε.
Εκείνος επέμενε τόσο πολύ, που τους νευρίασε. Και για να γλιτώσουν από τη μουρμούρα του, τον έδεσαν σε μια μεγάλη τρεμιθιά, έξω από το εκκλησάκι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ.
Κι όταν πέρασαν τα Φώτα και οι καλικάντζαροι έφυγαν, ξέχασαν τον σύντροφό τους δεμένο στο δέντρο. Έτσι έμεινε εκεί για αιώνες, λένε, δεμένος στην τρεμιθιά, να τον περιγελούν τα μικρά παιδιά και να τον παίρνουν οι νοικοκυρές για να τους κάνει τις σκληρές δουλειές.
Αυτή την ιστορία την διηγήθηκε στον Κυριάκο όταν ήταν μικρός, η στετέ του η Δεσποινού, επιμένοντας πως είναι αληθινή. Έλεγε πως ο καημένος καλικάντζαρος έμεινε δεμένος εκεί για αιώνες, μέχρι πριν από λίγα μόλις χρόνια, να δουλεύει για τις νοικοκυρές και να γίνεται περίγελος των παιδιών.
Στον τόπο εκείνο φύτρωναν κάποτε θεόρατες τρεμιθιές, δέντρα αιωνόβια, που στέκονταν σαν φύλακες της μνήμης. Μα αργότερα, όταν ο τόπος αγοράστηκε και δόθηκε για ανάπτυξη, οι περισσότερες κόπηκαν για να κτιστούν σπίτια και να ανοιχτούν δρόμοι.
Μόνο μία μεγάλη τρεμιθιά έμεινε, εκείνη όπου, είχαν ξεχάσει δεμένο τον καλικάντζαρο. Στέκει ακόμη, να θυμίζει την παλιά ιστορία, μα και το μένος των ανθρώπων, που για την πρόοδο δεν δίστασαν να χαλάσουν ό,τι κράτησε αιώνες. Κι έτσι ο τόπος έμεινε να λέγεται μέχρι σήμερα: οι τρεμιθιές της Ζήνας.

Ο ΜΕΓΑΣ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ
Ο Κατσικοπόδαρος ήταν ο Μέγας Καλικάντζαρος, ο πιο ελεεινός και ο πιο γρουσούζης απ’ όλους. Όπου πατούσε το πόδι του, άφηνε πίσω του καταστροφή και αναποδιά.
Μια φορά, στα χρόνια τα παλιά, την εποχή των Χριστουγέννων, κατέβηκε στη Χλώρακα. Τρύπωσε στο μπακάλικο του χωριού και, βρίσκοντας μπροστά του κάθε λογής λιχουδιές, δεν έλεγε να φύγει. Κρυμμένος στην αόρατη μορφή του, έτρωγε ό,τι έβρισκε στα ράφια.
Πέρασαν τα Φώτα, μα εκείνος δεν έφυγε. Έμεινε εγκατεστημένος στο μαγαζί, τρώγοντας νύχτα μέρα, χωρίς να τον παίρνει κανείς είδηση.
Σιγά σιγά, τα τρόφιμα άρχισαν να λιγοστεύουν. Τα γλυκά χάνονταν, τα ράφια άδειαζαν. Ο καημένος ο Στάθιος ο μπακάλης έβλεπε το βιός του να κάνει φτερά και δεν μπορούσε να καταλάβει πώς. Και σαν να μην έφτανε αυτό, όλα του πήγαιναν στραβά.
Τότε ήταν που το υποψιάστηκε.
«Δεν μπορεί», είπε μέσα του. «Κάποιος ανεπιθύμητος μουσαφίρης τρύπωσε εδώ μέσα… και δεν είναι άνθρωπος».
Κι όσο το σκεφτόταν, τόσο πιο πολύ βεβαιωνόταν πως είχε συγκάτοικο έναν καλικάντζαρο.
Έφερε αγιασμό και ράντισε το μαγαζί, τίποτα. Φώναξε τον παπά να ξορκίσει το κακό, πάλι τίποτα.
Απελπισμένος, ένα βράδυ πήγε στην ταβέρνα του χωριού και άρχισε να λέει τον πόνο του στον φίλο του τον Βάσο.
Ο Βάσος τον άκουσε προσεκτικά και, αφού το σκέφτηκε λίγο, του είπε:
— Μην στενοχωριέσαι, φίλε μου. Κάτι θα σκεφτούμε. Θα του στήσουμε παγίδα… και θα τον πιάσουμε.
Σκέφτηκαν, ξανασκέφτηκαν, ώσπου βρήκαν τρόπο.
Αγόρασαν τα πιο ωραία γλυκά και τα έβαλαν σε μια άκρη, πάνω στο ράφι. Τα σύνδεσαν με σπάγκο, δεμένο σε ένα σακούλι γεμάτο αλεύρι, και κάθισαν παραφυλαγμένοι, περιμένοντας.
Δεν άργησε. Ο καλικάντζαρος, σαν είδε τα γλυκά, δεν κρατήθηκε. Με την αόρατη μορφή του όρμησε και τα άρπαξε. Μα μαζί με τα γλυκά τράβηξε και το σακούλι. Και τότε έγινε το κακό. Μα το σακούλι γύρισε και άδειασε όλο το αλεύρι πάνω του. Σε μια στιγμή, το κορμί του ασπρίστηκε, και η μορφή του φανερώθηκε.
Οι δυο φίλοι τον είδαν μπροστά τους. Δεν έχασαν καιρό. Όρμησαν πάνω του και άρχισαν να τον δέρνουν χωρίς έλεος. Του έδωσαν τόσες πολλές πατσαρκές, που ο Κατσικοπόδαρος, ουρλιάζοντας, ξέφυγε και το ’βαλε στα πόδια…
Και λένε πως ακόμα τρέχει, και φεύγει μακριά.
Έτσι διηγούσαν οι παλιοί τους θρύλους των καλικαντζάρων στη Χλώρακα. Άλλοι τους πίστευαν, άλλοι τους γελούσαν, μα όλοι τους θυμούνταν.
Γιατί οι ιστορίες αυτές δεν ζουν για να αποδειχθούν, ζουν για να λέγονται.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου