Μια φορά κι έναν καιρό, στα δυτικά παράλια της Χλώρακας, εκεί όπου ένας πανύψηλος
γκρεμός στέκει αγέρωχος και τα άγρια κύματα σπάζουν με ορμή στα πόδια του, ζούσε
μια πανέμορφη χωριατοπούλα. Ήταν κόρη πλούσιου βοσκού, που είχε τη μάντρα και
τα κοπάδια του απλωμένα στα χωράφια της ακτής.
Οι γονείς της την είχαν μη βρέξει και μη στάξει. Δεν την άφηναν να καταγίνεται με
βαριές δουλειές. Μονάχα να γνέθει με το αδράχτι της και να υφαίνει με το σμιλί
της, περνώντας τις ώρες της ήσυχα και προστατευμένα. Κι όταν κουραζόταν, ανέβαινε
στην άκρη του γκρεμού και αγνάντευε τον μακρινό ορίζοντα.
Εκεί, με τα μαλλιά της λυτά να ανεμίζουν στον θαλασσινό αγέρα, έπλαθε όνειρα.
Παρακαλούσε τον Χριστό να της στείλει ένα καράβι, κι απ’ αυτό να κατέβει ένα
όμορφο πριγκιπόπουλο, όπως στα παραμύθια που της έλεγαν μικρή.
Παρέα με τους γλάρους που χάραζαν κύκλους στον ουρανό και τα ψάρια που γλιστρούσαν
στα νερά, στεκόταν ώρες πολλές, χαμένη στις φαντασιώσεις της.
Πιο πολύ απ’ όλα αγαπούσε το ηλιοβασίλεμα. Την ώρα που ο ήλιος έσμιγε με τη
θάλασσα και τα χρώματα σκορπίζονταν σε πορφυρές και χρυσαφιές αποχρώσεις, της
φαινόταν καμιά φορά πως ξεπρόβαλλε στον ορίζοντα ένα καράβι· κι εκεί, στην πλώρη,
στεκόταν το βασιλόπουλό της και της έγνεφε.
Η ομορφιά της δεν περνούσε απαρατήρητη. Άρχοντες και πλούσιοι αφέντες τη ζητούσαν
σε γάμο. Μα εκείνη, πεισματικά πιστή στο όνειρό της, αρνιόταν όλους. Περίμενε
τον πρίγκιπα που θα της έφερνε η θάλασσα.
Οι γονείς της πονούσαν για την απόφασή της, κι τον καημό τους τον έπαιρνε ο
αγέρας της θάλασσας και τον σκόρπιζε παντού. Λένε πως ο αγέρας αυτός, θυμωμένος
και ανήσυχος, ταξίδεψε μακριά και μετέφερε το μυστικό της ως τα πέρατα του κόσμου.
Κι έτσι, μια μέρα, στη μακρινή Βενετιά, ένας νέος όμορφος και ανδρείος, ο Πάρακας,
άκουσε για την κοπέλα της Χλώρακας. Ήταν πολεμιστής και ετοιμαζόταν να ταξιδέψει
ως Σταυροφόρος στα Ιεροσόλυμα. Μα σαν έφτασε στ’ αυτιά του η ιστορία της, πήρε
την απόφαση: στον δρόμο του θα περνούσε από την Κύπρο, να τη γνωρίσει.
Ένα απόγευμα, ένα αρματωμένο καράβι φάνηκε στον ορίζοντα. Σαν μαύρη κουκκίδα
μέσα στα πορφυρά χρώματα του δειλινού, γύρισε την πλώρη του προς τη στεριά.
Στην άκρη του, στεκόταν ο Πάρακας, λαμπερός μέσα στη φορεσιά του, κοιτάζοντας για
πρώτη φορά την κόρη που στεκόταν στον βράχο, ίδια η Αφροδίτη, με τα μαλλιά της να
κυλούν ως τη γη.
Τα μάτια τους συναντήθηκαν από μακριά, και η αγάπη γεννήθηκε αμέσως. Κι όταν βρέθηκαν
από κοντά, δεν άργησαν να δώσουν όρκο και να αρραβωνιαστούν.
Οι γονείς της χάρηκαν για το παλληκάρι. Μα η χαρά τους σκιάστηκε από τη μοίρα
του. Ήταν στρατιώτης και όφειλε να φύγει για τον πόλεμο.
Συμφώνησαν, λοιπόν, να τον περιμένει. Σε έναν χρόνο θα γύριζε, και τότε θα
παντρεύονταν.
Οι μέρες περνούσαν αργά. Η βοσκοπούλα, με καρτερία και πίστη, στεκόταν καθημερινά
στον γκρεμό, με το χέρι σκιά στα μάτια, αγναντεύοντας το πέλαγος.
Μα η μοίρα είχε άλλα γραμμένα.
Μια μέρα, ένα δηλητηριώδες φίδι τη δάγκωσε. Οι γιατροί στάθηκαν ανήμποροι. Έπεσε
σε βαθύ λήθαργο, και όταν συνήλθε, τίποτα δεν ήταν όπως πριν. Το δηλητήριο είχε
αλλοιώσει το σώμα της. Το δέρμα της κιτρίνισε, οι μύες της παραμορφώθηκαν, κι η
ομορφιά της χάθηκε σαν όνειρο που σβήνει με το φως.
Έκλαψε πικρά και είπε:
«Χθες ήμουν όμορφη… σήμερα είμαι ένα τέρας.»
Πίστεψε πως ο αγαπημένος της δεν θα την ήθελε πια. Και, από αγάπη βαθιά, πήρε
μια σκληρή απόφαση: να τον ελευθερώσει από τον όρκο του. Δεν απαντούσε στα
μηνύματά του, προσπαθώντας να τον κάνει να πιστέψει πως τον είχε ξεχάσει.
Πέρασε ο χρόνος. Και τότε, ο Πάρακας γύρισε.
Έμαθε τα κακά μαντάτα, μα δεν λύγισε. Δεν τον τρόμαξε η αλλοιωμένη όψη της· γιατί
την αγαπούσε αληθινά. Πήγε κοντά της, γονάτισε μπροστά της και της ζήτησε ξανά
να τον παντρευτεί.
Και τότε έγινε το θαύμα. Η αγάπη του πλημμύρισε την καρδιά της. Το δηλητήριο
άρχισε να υποχωρεί. Μια ζεστασιά απλώθηκε μέσα της, κι ένιωσε πως μπορούσε να
γιατρευτεί. Και πράγματι, με τον καιρό, η υγεία και η ομορφιά της επέστρεψαν.
Παντρεύτηκαν και έζησαν μαζί, αγαπημένοι. Και κάθε δειλινό ανέβαιναν στον
μεγάλο βράχο, αγκαλιασμένοι, και κοιτούσαν τον ήλιο να βυθίζεται στη θάλασσα,
ευχαριστώντας τον που τους ένωσε.
Τα χρόνια πέρασαν, μα η ιστορία τους έμεινε
ζωντανή.
Κι έτσι, ο γκρεμός εκείνος ονομάστηκε «του Πάρακα». Και μέχρι σήμερα, οι νέοι
που ερωτεύονται ανεβαίνουν εκεί στο ηλιοβασίλεμα, αγναντεύουν το πέλαγος και ψιθυρίζουν
μια ευχή αγάπης.
Ο
ΠΟΤΑΜΟΣ ΤΗΣ ΒΡΕΞΗΣ
Μια φορά ήταν ένας ποταμός, ο ποταμός της Βρέξης έτσι τον έλεγαν, που έτρεχε
ήρεμα μέσα σε ένα ξέβαθο φαράγγι. Τα νερά του ήταν καθαρά και μέσα ζούσαν ψάρια
και βάτραχοι. Επειδή ήταν αβαθής, οι άνθρωποι τον περνούσαν χωρίς να στήνουν
γέφυρες, κάποτε πηδώντας, κάποτε ρίχνοντας μέσα του μερικές μεγάλες πέτρες
φτιάχνοντας δρόμους, έτσι που να μην βρέχονται από τα ήρεμα και αργά νερά του.
Τα ζώα τον περνούσαν στα μέρη που ήταν λιγότερο βαθιά, και από αυτόν ποτίζονταν
άμα διψούσαν. Ξεκινούσε ο ποταμός από τα ψηλά βουνά και κατέληγε στη θάλασσα,
αλλά πριν τα γλυκά νερά σμίξουν με τα αλμυρά, ήταν στενός και δύσβατος με
καλαμιώνες βάτα και άλλα δένδρα που βλάσταιναν στα πλευρά του, ενώ εκεί που έσμιγαν
τα νερά πλάταινε και άνοιγε, σχημάτιζε μια μεγάλη ήρεμη και αβαθή λίμνη πάνω
στην άμμο του γιαλού.
Δίπλα στον ποταμό τα χωράφια ήταν πέτρινα, ήταν καυκάλλες, δεν μπορούσαν να
οργωθούν ούτε να καλλιεργηθούν. Όμως στην τέλειωση του ποταμού, εκεί που άρχιζε
η θάλασσα, είχε ένα μικρό κομμάτι γης που ήταν μόνο χώμα. Εκεί διάλεξε και
έφτιαξε ένα μικρό περβόλι ένας φτωχός και ορφανός νέος που δεν είχε στον ήλιο
μοίρα. Με τα χέρια το καλλιεργούσε, με τα χέρια κουβαλούσε νερό και το πότιζε.
Ήταν μια δύσκολη ζωή που περνούσε, αλλά κουτσά στραβά τα κατάφερνε. Δεν είχε
κανένα παράπονο από τα δύσκολα, γιατί του άρεσε μετά την κοπιαστική δουλειά να λούζεται
στη λίμνη και ύστερα να ανεβαίνει λίγο πιο ψηλά, να κάθεται και να συνομιλά με τον
γέρο ποταμό, με αυτό τον τρόπο άφηνε πίσω του κόπους και στενοχώριες.
Και περνούσε ο καιρός, το παλικάρι αγάπησε μια κοπέλα που κατοικούσε πάνω στο
χωριό, την ζήτησε από τον πατέρα της, αλλά αυτός περιπαικτικά του απάντησε πως
άμα κατάφερνε να γίνει πλούσιος, να του την ξαναγυρέψει.
Ο νταλκάς που είχε ο νέος για την κοπέλα ήταν μεγάλος, έλαβε πολύ σοβαρά υπ
όψιν τα λόγια του πατέρα της, καθόταν και σκεφτόταν με παρέα τον ποταμό, τι να
έκαμνε για να γίνει πλούσιος. Ώσπου μια μέρα τούρθε μια καλή ιδέα, και είπε να
την συζητήσει φωναχτά με τον φίλο του τον ποταμό:
-Αν είχα ένα Μύλο και άλεθα τα σιτάρια και τα κριθάρια του κόσμου, γρήγορα θα γινόμουν
πλούσιος.
Ήξερε όμως ότι αυτό δεν ήταν μπορετό, γιατί το νερό που έτρεχε στον ποταμό ήταν
στον πάτο του φαραγγιού, ήταν πιο χαμηλό από τη γη που ήταν δική του, ώστε δεν
θα μπορούσε να γυρίζει το μύλο. Όμως ο ποταμός του απάντησε,
-Εσύ κτίσε το Μύλο, και εγώ θα τον γυρίσω…
Ξεκίνησε το παλικάρι να κτίζει το μύλο, οι χωριανοί τον έβλεπαν και τον περίπαιζαν.
Μα ο νέος χωρίς να τους λαμβάνει υπ όψη, συνέχισε να κτίζει. Πέρασε ο καιρός,
τέλειωσε το κτίσιμο, και ήταν ένας ωραίος στρογγυλός μύλος. Ύστερα επισκέφτηκε
τον τοκογλύφο του χωριού, δανείστηκε χρήματα και αγόρασε τους μηχανισμούς για να
γυρίζει και να αλέθει ο Μύλος. Αυτό που παρέμενε ήταν ο ποταμός να γυρίσει τον
Μύλο όπως του είχε υποσχεθεί. Δεν ανησυχούσε, ήξερε ότι θα κρατούσε την
υπόσχεση του…
Και μια μέρα του χειμώνα ο ποταμός πάνω στα ψηλά βουνά στην αρχή ανακατεύτηκε,
ύστερα άρχισε να αναστενάζει, αλλά γρήγορα ανακάλυψε τη χαρά να πηδάει πάνω από
τους βράχους, και μ' ένα μουγκρητό άρχισε να ισοπεδώνει δέντρα καλάμια και
βάτα, και να ανοίγει δρόμους, πηδώντας πάνω από εμπόδια και ορμώντας ενάντια
στους βράχους. Το νερό που κατέβαινε στη θάλασσα έγινε θολό, ανέβηκε ψηλά
σχεδόν ισα με τις όχτες. Το ποτάμι κατέβασε νερό από τα βουνά και ψήλωσε η
στάθμη μέσα στις όχτες, σχεδόν ισα να ξεχειλίσουν. Πάει το παλικάρι, ανοίγει
ένα αυλάκι και οδήγησε το νερό στη φτερωτή του Μύλου, που άρχισε να γυρίζει. Ο
κόσμος έτρεξε σε αυτόν, ήθελε να αλέσει το σιτάρι.
Και βλέποντας όλα αυτά και πολλά ακόμα που δεν σας διηγούμαι, το παλικάρι έγινε
άρχοντας του χωριού και όλου του τόπου, ύστερα στάθηκε στην άκρη του ποταμού
εκεί που έστεκε πάντα, και δύο δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του. Είχε τον ποταμό
για φίλο του, ήταν πλούσιος και θα παντρευόταν την καλή του, ήταν απόλυτα ευχαριστημένος.
Ο ΚΑΛΟΣ
ΜΥΛΩΝΑΣ
Hτανε μια φορά στα παλιά χρόνια ένα παλικάρι, ένας καλόκαρδος Μυλωνάς που ζούσε
στο Μύλο της Βρέξης. Από την πολλή καλοσύνη που είχε όχι μονο δεν έπαιρνε λεφτά
από τους φτωχούς, αλλά πολλές φορές τους έδινε αλεύρι από αυτό που έπαιρνε αντί
πλερωμής. Με αυτό τον τρόπο δεν περίσσευαν χρήματα, ίσα που περνούσε, αλλά ήταν
ευχαριστημένος, δεν βαρυγκωμούσε. Όλοι οι κάτοικοι τον αγαπούσαν για την
καλοσύνη του, και οι γριές γυναίκες του εύχονταν για τύχη να καλοπαντρευτεί μια
βασιλοπούλα.
Μια παλιοχρονιά ο ποταμός της Βρέξης που έφερνε το νερό και γύριζε το Μύλο σταμάτησε
να τρέχει, στέρεψε το νερό του. Όλοι οι χωριανοί μαράζωσαν, πως θα άλεθαν το
σιτάρι, ήταν και ο καλός ο μυλωνάς κρίμα, μαράζωναν και γι αυτόν. Το παλικάρι
τους είπε να μην στενοχωριούνται, θα έπαιρνε τα άρματα του και θα ανέβαινε τον
ποταμό ώσπου νάβρει που σκάλωσε το νερό και σταμάτησε να τρέχει.
Ξεκίνησε λοιπόν, προχώρησε πέρασε δύσβατες περιοχές βουνά και δάση, ώσπου μία μέρα
έφτασε σε ένα ρυάκι κι έσκυψε να πιει νερό. Τότε μέσα στο νερό είδε τη
δράκαινα. Έκανε να την πιάσει, αλλά αυτή χάθηκε. Σήκωσε το κεφάλι του και την
είδε να περπατά. Την ακολούθησε, αυτή πήγε παραπέρα και κάθισε μέσα στον ποταμό,
έτσι σκάλωνε το νερό και άλλαζε η ροή του, αυτός ήταν ο λόγος που χάθηκε το
νερό.
Τράβηξε το σπαθί αποφασισμένος να σκοτώσει το μεγάλο θεριό. Μα αυτό έδειχνε
φοβισμένο δίχως να κουνιέται από την θέση του σκεπάζοντας με τα χέρια το
πρόσωπο του. Το παλικάρι το λυπήθηκε λέγοντας πως:
-αφού αυτό φοβάται εμένα γιατί να το σκοτώσω;
Κοίταξε γύρω του κι έφυγε. Κάθε μέρα με το φως της μέρας αλλά ποτέ βράδυ, πήγαινε
στον τόπο με το παράξενο τέρας. Είχαν γίνει πλέον φίλοι. Αφού είχαν περάσει
πολλές μέρες, ένα βράδυ ο καλός Μυλωνάς που δεν είχε ύπνο, τράβηξε για τον τόπο
με το θεριό. Και τότε τι να δει; Μπροστά του στεκόταν μια όμορφη πριγκίπισσα.
Τα έχασε ο Μυλωνάς:
-Που είναι το τέρας; ρώτησε.
-Μη φοβάσαι, εγώ ήμουν το τέρας, μα εσύ δεν με σκότωσες, μου χάρισες τη ζωή, έτσι τα μάγια λύθηκαν.
Η πριγκίπισσα παντρεύτηκε το παλικάρι και πήγαν στο παλάτι.
Ο καλός Μυλωνάς έγινε ένας καλός βασιλιάς, και κυβέρνησε τον τόπο με αγάπη, και μαζί με τη βασίλισσα έκαμαν το βασίλειο πιο μεγάλο και πιο τρανό.
ΤΟ
ΜΑΚΡΥ ΠΕΤΡΑΥΛΑΚΟ
Το αυλάκι της Ρήγαινας στη Χλώρακα, κατά τον θρύλο, το έκτισε ο Διγενής.
Ωστόσο, καθώς πρόκειται για θρύλο, υπάρχει μια σύγχυση: ο Διγενής έζησε κατά
τον 7ο αιώνα, ενώ η Ρήγαινα αιώνες αργότερα. Έτσι, ο Κυριάκος, έχοντας ακούσει
και μια άλλη εκδοχή, κατέγραψε και αυτήν:
Ο Βασίλης, ανδρειωμένος από την καθημερινή του πάλη με τη θάλασσα, έχαιρε
εκτίμησης από τα άλλα παιδιά. Τον θαύμαζαν για την αφοβιά του, αλλά και για τις
γνώσεις του ως βαρκάρης και ψαράς. Μα απ’ όλους, ο Βασίλης διάλεξε δύο ακόμη ανδρειωμένους
νέους, τον Αρέστη και τον Κορκό, και μαζί τους έκανε συντροφιά, αναζητώντας
περιπέτειες και ανδραγαθήματα.
Τις ζεστές μέρες περιδιάβαιναν τη θάλασσα, ενώ τις κρύες νύχτες, πίσω από το
φεγγίτη της μικρής καλύβας στην ακτή, αγνάντευαν τα άγρια κύματα που υψώνονταν
τόσο, ώστε έκρυβαν τον σκοτεινό ουρανό.
Σαν παιδιά με άφθονο χρόνο, γύριζαν και στους αγρούς και στους δρόμους του μικρού
χωριού. Μα κάθε φορά η ψυχή τους μαράζωνε απ’ όσα αντίκριζαν. Έτσι, γύριζαν γρήγορα
στη θάλασσα, όπου το θέαμά της λειτουργούσε σαν βάλσαμο: γαλήνευε τη σκέψη τους
και ανάπαυε την καρδιά τους.
Ο λόγος του μαρασμού τους ήταν βαρύς. Έβλεπαν τους χωριανούς να κλαίνε, να
προσεύχονται και να παρακαλούν τον Χριστό και την Παναγία. Η γη υπέφερε, είχε
να βρέξει πολύ καιρό. Οι σοδειές είχαν ξεραθεί, το χορτάρι είχε κιτρινίσει κάτω
από τον καυτό ήλιο. Τα ζώα πέθαιναν, τα δέντρα δεν καρποφορούσαν, και η πλάση γέμισε
φίδια και τρωκτικά.
Μια γυναίκα με κάτασπρα μαλλιά, κρατώντας στην αγκαλιά της ένα κοκαλιάρικο
παιδάκι, ήταν γονατισμένη και, κλαίγοντας, μουρμούριζε:
—Σε παρακαλώ, Θεέ μου, στείλε μας βροχή, για να μπορέσουμε να σπείρουμε, να δώσουμε
λίγο ψωμί στα παιδιά μας.
—Πόσο φτωχοί είναι οι άνθρωποι… Αν δεν βρέξει σύντομα, θα πεθάνουν από την
πείνα, είπαν τα παιδιά.
Μα ο καιρός περνούσε και βροχή δεν ερχόταν. Κι έτσι, από τη στενοχώρια και την
πείνα, πολλοί άνθρωποι αρρώσταιναν και πέθαιναν, ο ένας μετά τον άλλον.
Τότε τα παιδιά ορκίστηκαν μέσα τους πως έπρεπε να μεγαλώσουν γρήγορα, να αποκτήσουν
δύναμη και να βοηθήσουν τους ανθρώπους.
Όταν μεγάλωσαν, κι ενώ η κατάσταση παρέμενε ίδια, η θλίψη τους έγινε πιο βαριά.
Έπρεπε να βρουν τρόπο να σώσουν τον τόπο από τα βάσανά του.
Μια μέρα, κοιτάζοντας την απέραντη θάλασσα, ο Βασίλης είπε στους άλλους:
—Δεν νομίζετε πως, αφού η θάλασσα δεν στέλνει τη βροχή που περιμένουν οι άνθρωποι,
μπορούμε εμείς να φέρουμε νερό από αλλού και να ποτίσουμε τη γη;
—Καλή ιδέα… μα πώς θα γίνει αυτό; ρώτησαν οι άλλοι.
—Θα κάνουμε ό,τι χρειαστεί για να σώσουμε τους ανθρώπους. Ας δώσουμε όρκο, είπε
αποφασιστικά.
Κι όλοι μαζί συμφώνησαν. Έδωσαν όρκο και, αποφασισμένοι, μπάρκαραν σε ένα
πλοίο. Έφυγαν στα πέρατα της θάλασσας, στη ξενιτιά, και χάθηκαν για πολύ καιρό
από τον τόπο τους.
Ύστερα από καιρό, ένα καΐκι φάνηκε να φουντάρει στο μικρό όρμο των Ροαδαφινιών.
Οι κάτοικοι είδαν βάρκες να αποβιβάζουν στη στεριά ένα ολόκληρο τσούρμο από χειροδύναμους
εργάτες, και μπροστά τους, αρχηγούς, τους τρεις φίλους.
Έστησαν τσαντήρια στην ακτή και εγκαταστάθηκαν. Από την επόμενη κιόλας μέρα
άρχισαν δουλειά. Γρήγορα έκτισαν ένα μακρύ αυλάκι που απλωνόταν ως πέρα, μακριά
σε μια πηγή, για να φέρει νερό στον τόπο. Ήθελαν να ποτίσουν τη διψασμένη γη.
Ήθελαν να σώσουν τους ανθρώπους.
Και το γλυκό νερό άρχισε να ρέει, ποτίζοντας τη γη που ως τότε ήταν κίτρινη και
ξεραμένη.
—Νερό! Νερό! Οι σοδειές θα ξαναβλαστήσουν! φώναζαν οι άνθρωποι, κλαίγοντας από
χαρά.
Το σιτάρι ξαναφύτρωσε, η γη ζωντάνεψε, και το χορτάρι άρχισε να πρασινίζει.
Από τότε, οι άνθρωποι είχαν τους τρεις φίλους σε μεγάλη υπόληψη και σεβασμό. Τους
τιμούσαν και τους αγαπούσαν.
Κι εκείνοι, ευχαριστημένοι που κράτησαν τον όρκο τους, έβλεπαν τους
Η
ΛΟΤΤΑ ΜΕ ΤΑ ΚΟΥΝΙΑ
Ο Κυριάκος συνήθιζε να λέει πως οι παλιοί άνθρωποι ζούσαν αλλιώς, όχι μόνο φτωχότερα,
μα και πιο φοβισμένα. Η ζωή τους ήταν άρρηκτα δεμένη με τη φύση, κι η φύση ήταν
γεμάτη μυστήριο και απειλές. Δεν είχαν τις εξηγήσεις που έχουν οι νεότεροι, γι’
αυτό και έβλεπαν σημάδια παντού. Ήταν πιο προληπτικοί από τους σημερινούς, κι αυτό
οφειλόταν κυρίως στον φόβο τους απέναντι στις άγνωστες και ισχυρές δυνάμεις της
φύσης, που συχνά στέκονταν εχθρικές προς τη ζωή τους.
Έτσι γεννήθηκαν αναρίθμητες προλήψεις. Για πρόσωπα και πράγματα, για φυσικά
φαινόμενα, για τη ζωή και τον θάνατο, για τα πουλιά και τα ζώα. Και για να προφυλαχθούν
από τις βλαπτικές ενέργειες και τις κακές επιδράσεις τους, άρχισαν να λαμβάνουν
προληπτικά μέτρα, σαν να μπορούσαν έτσι να κατευνάσουν το άγνωστο.
Γι’ αυτούς, ένα κλάμα σκύλου μέσα στη νύχτα μακρόσυρτο και θλιμμένο, ήταν
προμήνυμα θανάτου. Μια όρνιθα που λάλησε σαν πετεινός, και μάλιστα τρεις φορές,
γέμιζε τις αυλές με τρόμο. Κι ένα πουλί που καθόταν σε δέντρο και έσκιζε το
σκοτάδι με τη φωνή του, θεωρούνταν κακός οιωνός για το σπίτι.
Τα ζώα, όμως, δεν ήταν μόνο φορείς φόβου, ήταν η ίδια η ζωή. Κάθε 18 Δεκεμβρίου,
στη γιορτή του Αγίου Μόδεστου προστάτη των ζώων, οι άνθρωποι συνήθιζαν να κάνουν
δεήσεις στις εκκλησίες. Άλλοι τους έκαναν ευχέλαιο, άλλοι τα ράντιζαν με αγιασμό,
άλλοι τα τάιζαν χωρίς να τα ζεύουν ή να τα βαρυφορτώνουν. Τα φρόντιζαν σαν παιδιά
τους, γιατί χωρίς αυτά δεν υπήρχε σπίτι ούτε ευλογία. Πρώτα φρόντιζαν εκείνα και
ύστερα τον εαυτό τους, γιατί η αξία τους ξεπερνούσε ακόμη και τη γη. Η γη χωρίς
αυτά, δεν είχε καμία αξία.
Ήταν φυσικό, λοιπόν, αυτή η βαθιά σχέση να γεννήσει δοξασίες λατρευτικές και
προλήψεις δεισιδαιμονικές. Πίστευαν πως τα ζώα και τα πτηνά μπορούσαν να προμηνύσουν,
αλάθητα τον θάνατο κάποιου.
Σήμερα, πολλά από αυτά έχουν ξεχαστεί. Η πρόοδος της επιστήμης απελευθέρωσε
τους νεότερους από τέτοιους φόβους. Κι όμως, όταν κάτι παράδοξο συμβεί, οι άνθρωποι
εξακολουθούν να στρέφονται, σχεδόν ενστικτωδώς, στις παλιές δοξασίες.
Ανάμεσα σε αυτές, ξεχώριζε μια ιστορία που περνούσε από γενιά σε γενιά. Η
ιστορία της λόττας με τα κούνια.
Οι πρωτινοί χωρικοί ανάγιωναν λόττες που γεννούσαν πλήθος γουρουνιών και
αποτελούσαν σημαντικό εισόδημα για την οικογένεια. Σε ορισμένα χωριά της
χαμηλής Πάφου, όμως, συνήθιζαν να λένε στα παιδιά ιστορίες για μια λόττα με τα
γουρουνάκια της, που έβγαινε τα μεσάνυχτα από τη σπηλιά της. Με τα κουδούνια της
να ηχούν μέσα στη νύχτα, γύριζε στις αυλές, ρήμαζε τα περβόλια και κατασπάραζε
τα μωρά που δεν κοιμούνταν.
Κάποιοι τα θεωρούσαν απλές ιστορίες, φτιαγμένες για να φοβίζουν τα παιδιά ώστε να
κοιμούνται νωρίς. Άλλοι, όμως, πίστευαν πως οι λόττες δεν ήταν απλώς ζώα, αλλά
ήταν μορφές του ίδιου του κακού. Πως ο Σατανάς μπορούσε να πάρει τέτοια μορφή.
Και πως μόνο οι αλαφροΐσκιωτοι μπορούσαν να τις δουν να εμφανίζονται και να χάνονται
μέσα στη νύχτα.
Και τότε ερχόταν η ιστορία που, όπως έλεγε ο Κυριάκος, δεν ήταν απλώς παραμύθι:
Πριν από πολλά χρόνια, όταν η Χλώρακα ήταν ένας μικρός και φτωχικός συνοικισμός
με λίγους κατοίκους, οι άνθρωποι ζούσαν από τη βοσκή και την καλλιέργεια λίγων
χωραφιών. Ο τόπος ήταν καυκάλλα. Πέτρα παντού, λίγο χώμα και σχεδόν καθόλου νερό.
Υπήρχε μόνο ένα τρεχούμενο νερό σε ένα ύψωμα, αυτό του Αγίου Νικολάου στο
Μέλανο, που ανάβλυζε όλο τον χρόνο από ένα λαγούμι. Από εκεί υδρεύονταν και αρδεύονταν.
Μια μέρα, όμως, η πηγή στέρεψε. Δεν υπήρχε νερό ούτε για να πιουν, ούτε για να
μαγειρέψουν, ούτε για να πλυθούν. Η ζωή έγινε αβίωτη. Προσπάθησαν να βρουν την
αιτία, και τότε ανακάλυψαν κάτι τρομερό.
Τις νύχτες ερχόταν μια πελώρια λόττα με τα γουρούνια της. Από τον Καπυρό, έναν
δύσβατο τόπο όπου είχε το λημέρι της, ανηφόριζε προς το χωριό, προς το λαγούμι,
Και αναμόχλευε τη γη μέσα στο νερό για να βρει ρίζες. Και με το ανακάτωμα οι λάσπες
έκλειναν την πηγή.
Ήταν μεγάλη και επικίνδυνη. Στον λαιμό της κρέμονταν κουδούνια, και στον ήχο
τους τα γουρουνάκια την ακολουθούσαν. Τα άκουγαν και οι άνθρωποι και κλείνονταν
τρομαγμένοι στα σπίτια τους. Γιατί φοβούνταν
πως όποιον συναντούσε, θα τον κατασπάραζε.
Η ζωή έγινε δυστυχισμένη. Πολλοί έφυγαν από τον τόπο. Όσοι έμειναν, ζούσαν με τον
φόβο και την προσευχή. Όλοι παρακαλούσαν το
Θεό να γίνει ένα θαύμα.
Και τότε, από το πολύ παρακάλιο, ο Θεός άκουσε.
Και ένα πρωινό φάνηκε να έρχεται από μακριά ένας ξένος. Ήταν ο Νικόλας — ένας νέος
λιγνός, με αδύνατη κορμοστασιά και ήρεμο, σχεδόν φωτεινό πρόσωπο.
Οι ντόπιοι τον καλωσόρισαν και τον προειδοποίησαν να μην βγαίνει έξω τη νύχτα.
Εκείνος, όμως, τους είπε ήρεμα:
— Μην φοβάστε. Ήρθα για να σκοτώσω το θεριό.
Οι άνθρωποι γέμισαν ελπίδα — μα και αγωνία. Πώς μπορούσε ένας τόσο λιγνός νέος
να νικήσει ένα τέτοιο τέρας; Κι όμως, μέσα τους γεννήθηκε η σκέψη πως ίσως να
τον είχε στείλει ο Θεός.
Και ήρθε η νύχτα.
Βαθιά. Σκοτεινή. Χωρίς αστέρια. Μια νύχτα βαριά, σχεδόν ζωντανή. Οι κάτοικοι,
κλεισμένοι στα σπίτια τους, περίμεναν με κομμένη την ανάσα.
Και τότε ακούστηκαν τα κουδούνια…
Στην αρχή μακρινά — σαν ανάμνηση. Ύστερα ολοένα και πιο κοντά, πιο βαριά. Οι
πατημασιές του θεριού χτυπούσαν τη γη με δύναμη, κι ο ήχος αντηχούσε μέσα στη
νύχτα σαν απειλή. Ήταν αβάσταχτος. Επίμονος. Μοιραίος.
Και όσο πλησίαζε, τόσο φούσκωνε ο φόβος μέσα τους. Και ξαφνικά… σιωπή.
Ένα άγριο στρίγγλισμα έσκισε το σκοτάδι — κι ύστερα τίποτα. Απόλυτη ησυχία.
Μια ησυχία αφύσικη. Σαν να είχε σταματήσει ο κόσμος να αναπνέει.
Οι άνθρωποι βγήκαν διστακτικά έξω και έτρεξαν προς την πηγή.
Το φεγγάρι φώτιζε τον τόπο με ένα χλωμό, σχεδόν νεκρικό φως.
Και τότε τον είδαν. Ο Νικόλας στεκόταν στην άκρη του γκρεμού. Ακίνητος. Σιωπηλός.
Και γύρω από το κεφάλι του απλωνόταν ένα φως παράξενο — ψυχρό, απόκοσμο.
Σαν φωτοστέφανο που δεν ανήκε στους ζωντανούς.
Δεν είναι άνθρωπος, ψιθύρισαν.
Είναι ο Άγιος Νικόλαος.
Με σοφία — όχι με δύναμη — νίκησε το θεριό. Το προκάλεσε. Και όταν εκείνο
όρμησε, παραμέρισε.
Και το θεριό, παρασυρμένο από την ίδια του την ορμή, έπεσε στον βαθύ γκρεμό και
τσακίστηκε.
Το κακό τελείωσε. Το νερό ξανακύλησε. Η ζωή επέστρεψε.
Γεμάτοι ευγνωμοσύνη, οι κάτοικοι έκτισαν ένα παρεκκλήσι στο σημείο εκείνο, με
πέτρες από αρχαία απομεινάρια. Το αφιέρωσαν στον Άγιο Νικόλα.
Και το εκκλησάκι στέκει ακόμη στην άκρη του γκρεμού, αγναντεύοντας τη θάλασσα —
γιατί είναι Άγιος της στεριάς και της θάλασσας.
Και κάποιοι λένε πως, τις νύχτες που φυσά ο άνεμος και όλα ησυχάζουν, ακούγεται
κάπου μακριά ένα αχνό κουδούνισμα.
Κανείς δεν ξέρει αν είναι αλήθεια. Μα κανείς δεν τολμά να το αρνηθεί.
Ο ΠΑΟΥΛΛΟΣ
Ο Κυριάκος, μέσα από τις έρευνές του και ανακαλώντας μνήμες από τα παιδικά του
χρόνια, όταν και τον ίδιο οι γονείς του τον φοβέριζαν με τον Πάουλλο, έσκυψε στο θέμα και κατέγραψε τον θρύλο:
Στη Χλώρακα, τα παιδιά μεγάλωναν με μια σιωπηλή απειλή να στέκει πάνω από τα
κρεβάτια τους.
«Αν δεν κοιμηθείς, θα έρθει ο Πάουλλος να σε πάρει».
Και τότε, μέσα στη μικρή τους φαντασία, το σκοτάδι γινόταν πιο πυκνό, τα
σεντόνια πιο βαριά, και η ανάσα τους κρυβόταν κάτω από το πάπλωμα, σαν να
μπορούσε εκεί να τα βρει λιγότερο εύκολα ο φόβος.
Μα ο Πάουλλος δεν ήταν απλώς ένα όνομα για να τρομάζουν τα παιδιά. Ήταν κάποτε
άνθρωπος. Ή, όπως έλεγαν οι παλιότεροι. κάτι που έπαψε να είναι άνθρωπος πολύ
πριν πεθάνει.
Τον παλιά εποχή, στα χρόνια τα μεσαιωνικά, ο άνθρωπος αυτός, υπηρετούσε ως
επιστάτης σε ένα μεγάλο αγρόκτημα της χαμηλής Πάφου. Η εξουσία του δεν ήταν
μεγάλη, μα η σκληρότητά του ήταν απέραντη. Κρατούσε πάντα ένα μακρύ ραβδί από αγνιά,
λες και εκεί μέσα είχε συμπυκνωθεί όλη του η ψυχή: σκληρή, αλύγιστη, χωρίς έλεος.
Οι εργάτες-σκλάβοι τον έτρεμαν. Δεν μιλούσαν όταν πλησίαζε. Δεν σήκωναν βλέμμα.
Γιατί ο Πάουλλος δεν τιμωρούσε μόνο την ανυπακοή, τιμωρούσε και τη σιωπή, και
την κούραση, και καμιά φορά ακόμη και την ύπαρξη.
Λένε πως άνθρωποι σακατεύτηκαν κάτω από τα χτυπήματά του. Άλλοι δεν σηκώθηκαν ποτέ
ξανά. Και το όνομά του απλώθηκε σαν σκιά σε όλη την περιοχή, πιο γρήγορα κι από
τον άνεμο που περνά τα χωράφια.
Όμως ο κόσμος δεν αντέχει το άδικο χωρίς να το κουβαλά μέσα του. Και έτσι, μαζί
με τον φόβο, γεννήθηκαν και οι κατάρες.
Κάθε χτύπημα που έπεφτε, κάθε κραυγή που δεν ακουγόταν, κάθε δάκρυ που έσβηνε
στο χώμα, γύριζε πίσω σαν κάτι αόρατο. Και άρχισε να τον βρίσκει τις νύχτες.
Ο Πάουλλος δεν κοιμόταν πια. Έπινε για να ξεχάσει. Έπινε για να σωπάσει η φωνή
μέσα του. Μα όσο πιο πολύ έπινε, τόσο πιο καθαρά άκουγε εκείνο που δεν ήθελε να
ακούσει: πως δεν έφταιγε μόνο το αφεντικό, όπως έλεγε, αλλά και το χέρι του, που
υπάκουε χωρίς να ρωτά.
Και τότε ήρθε η στιγμή που ο κόσμος σαν να αποφάσισε μόνος του να τον κρίνει.
Ένα πρωί, καθώς καβαλούσε το άλογό του, το ζώο αφηνίασε από ένα φίδι που πάτησε.
Μια κίνηση, μια στιγμή, και ο Πάουλλος βρέθηκε στο χώμα. Το κεφάλι του χτύπησε
πάνω σε μια πέτρα μυτερή.
Κανείς δεν έτρεξε. Μόνο σταυροκοπήθηκαν οι εργάτες. Κάποιοι είπαν πως ήταν
δικαιοσύνη. Άλλοι πως ήταν τέλος.
Κι όμως, όταν πλησίασαν, τα μάτια του άνοιξαν. Δεν ήταν βλέμμα ανθρώπου. Δεν
ήταν καν βλέμμα που έψαχνε. Ήταν κενό. Σαν να είχε αδειάσει μέσα του κάτι που
δεν ξαναγέμιζε.
Από εκείνη τη μέρα, ο Πάουλλος περιφερόταν σαν σκιά. Χωρίς λέξη, χωρίς σκοπό,
χωρίς κατεύθυνση. Μονάχα ένα σώμα που κινούνταν μέσα στους αγρούς, σαν να είχε
ξεχάσει γιατί υπάρχει.
Οι άνθρωποι τον έβλεπαν από μακριά και δεν τον πλησίαζαν. Κάποιοι έλεγαν πως ο
Θεός τον είχε αφήσει ζωντανό, όχι για να τον σώσει, αλλά για να τον αδειάσει από
αυτό που ήταν.
Κι έπειτα, μια μέρα, έφυγε. Πήρε έναν δρόμο χωρίς να κοιτάξει πίσω, με ένα μικρό
μπογαλάκι στον ώμο, και χάθηκε προς τους Κλούνους.
Οι Κλούνοι ήταν τόπος αλλόκοτος και ευλογημένος μαζί. Ένα λαγκάδι κρυμμένο στα
όρια της Χλώρακας, όπου το νερό ανέβλυζε ασταμάτητα από τη γη και γινόταν ρυάκια
που έτρεχαν ανάμεσα σε πυκνή, σχεδόν άγρια βλάστηση. Τα δέντρα εκεί ψήλωναν σαν
να συναγωνίζονταν τον ουρανό, και τα βάτα έπλεκαν τείχη που δεν άφηναν άνθρωπο να
περάσει. Όποιος έμπαινε, ένιωθε πως έμπαινε σε άλλον κόσμο.
Εκεί έμεινε ο Πάουλλος. Μόνος. Χωρίς ανθρώπους. Χωρίς φωνές. Χωρίς εξουσία.
Μονάχα με τα ζώα και το νερό και τη σιωπή που δεν τον ρωτούσε τίποτα.
Έτρωγε ό,τι έδινε η γη. Έπινε από τα ρυάκια. Κάποτε μάζεψε λίγα πρόβατα και τα
έκανε μικρό κοπάδι, σαν να ήθελε να κρατηθεί ακόμη από κάτι ζωντανό. Μα δεν
ξαναγύρισε ποτέ στο χωριό.
Ντύθηκε με προβιά. Άφησε τα γένια του να μεγαλώσουν μέχρι που σκέπασαν το
πρόσωπό του. Και σιγά σιγά έπαψε να μοιάζει με άνθρωπο. Ή τουλάχιστον έτσι
έλεγαν όσοι τον είδαν από μακριά και δεν τόλμησαν να πλησιάσουν.
«Το φάντασμα του Πάουλλου στους Κλούνους», έλεγαν.
Και έτσι έγινε θρύλος. Κανείς δεν ήξερε πια αν ζούσε ή αν απλώς τον κρατούσε εκεί
η ίδια η ιστορία του. Μόνο ότι οι Κλούνοι έμειναν μακριά από τους ανθρώπους, σαν
να τους προστάτευε κάτι αόρατο και επικίνδυνο μαζί. Και ο Πάουλλος, είτε άνθρωπος
είτε σκιά, έμεινε εκεί. Στη σιωπή. Σαν τιμωρία που δεν τελείωσε ποτέ. Και όταν
τα παιδιά δεν ήθελαν να κοιμηθούν, οι γονείς τους τούς ψιθύριζαν ξανά:
«Θα έρθει ο Πάουλλος να σε πάρει…»
Και η νύχτα γινόταν ξαφνικά πιο ήσυχη. Έτσι, η μορφή του Πάουλλου πέρασε στη
συλλογική μνήμη όχι μόνο ως ιστορικό πρόσωπο, αλλά και ως συμβολική παρουσία.
Μέχρι και σήμερα, η αναφορά στο όνομά του χρησιμοποιείται για να συνετίσει τα μικρά
παιδιά, υπενθυμίζοντας ότι: «όποιος πράττει το κακό, δεν ξεφεύγει από την τιμωρία».
Ο θρύλος αυτός αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της τοπικής λαογραφίας της
Χλώρακας, όπου ιστορικά στοιχεία, θρησκευτικές αντιλήψεις και φαντασία συνυφαίνονται,
δημιουργώντας αφηγήσεις με διαχρονικό διδακτικό χαρακτήρα.
Υ.Γ. Σε άλλα χωριά ο θρύλος τον θέλει ως Πάουλλο, ενώ στη Χλώρακα τον έλεγαν και Πάνουκλο, συνδέοντάς τον με την περιοχή των Κλούνων.
Ο ΜΙΚΡΟΣ ΡΑΦΤΑΚΟΣ
Ηταν μια φορά ένας μικρός μαθητευόμενος ράφτης ο Μιχαλής του Μοίρου, που
δούλευε στο ραφείο του πατέρα του, και είχε φιλομάθεια και προσήλωση να μάθει
καλά την τέχνη. Ενώ έραβε, ο νους του ταξίδευε και πήγαινε σε μεγάλες πόλεις, εκεί
όπου υπήρχαν σπουδαίοι ραφτάδες και μόδιστροι. Περνούσε τις μέρες του καθιστός και
έραβε, όταν κουραζόταν και έπεφτε να κοιμηθεί, έκανε την προσευχή του και
ζητούσε από το Θεό να τον φωτίσει να μάθει γρήγορα την τέχνη, να ανοίξει δικό
του ραφείο και να γίνει σπουδαίος και ξακουστός.
Μια μέρα λοιπόν ενώ κοιμόταν, ήρθε
από τον ουρανό ένας μεγάλος αετός και χαμήλωσε δίπλα του, τον σήκωσε με τα γαμψά
του νύχια ψηλά και πέταξαν μαζί. Πέρασαν κάμποσες θάλασσες ώσπου κάποια στιγμή
ο αετός χαμήλωσε κι ακούμπησε το μικρό ραφτάκο στην άκρη μιας μακρινής πόλης.
Τα ρούχα των ανθρώπων ήταν καλοραμμένα
και με ζωηρά χρώματα, ήσαν χαμογελαστοί και έδειχναν ευτυχισμένοι.
Μια μεγαλη χαρά τον κυρίευσε όταν στάθηκε μπροστά στο μαγαζάκι ενός ράφτη και
είδε τον ιδιοκτήτη του ικανοποιημένο, ευτυχισμένο και καθόλου κουρασμένο να φτιάχνει
τα ρούχα στη βιτρίνα, αυτά που έραψε.
-Κι εγώ ράφτης είμαι όπως
κι εσύ. Ήρθα στην πόλη σας από χώρα μακρινή. Μήπως έχεις δουλειά για μένα; Γιατί
θέλω πολύ να ζήσω σ’ αυτή την ευτυχισμένη πόλη.
Και το αφεντικό τού απαντάει,
-Κάτσε και βοήθα με, και γώ θα σε
μάθω τέχνη. Η πληρωμή σου θα είναι δέκα φλουριά το μήνα.
Έτσι έμαθε ο ράφτης μας από τον
ιδιοκτήτη του ραφτάδικου πως οι ράφτες της μεγάλης πόλης ξέρουν να ράβουν
καλύτερα απ όλο τον κοσμο, και να γίνονται φημισμένοι. Κάθισε λοιπόν στο ραφτάδικο
και έμαθε την τέχνη, και έβλεπε έξω στο δρόμο να περνά κόσμος με καλοραμμένα
ρούχα.
Μια μέρα όμως περνώντας ο ράφτης
από την αγορά βλέπει ένα τεράστιο ττόπι από σπουδαίο ύφασμα, και που δεν είχε
ματαδει όμοιο του. Θέλοντας πολύ να το αποκτήσει λέει στον εαυτό του:
-Μ’ αυτό το ττόπι από κασμίρι,
σε οποιον ράβω ένα κοστούμι θα μένει πολύ ευχαριστημένος, έτσι θα αποκτήσω
σπουδαία φήμη.
Μπαίνει ο μικρός ράφτης στο
μαγαζί που δούλευε κουβαλώντας στον ώμο το τεράστιο ττόπι από ύφασμα. Θύμωσε ο
μάστρος του που τον βλέπει, και του λέει:
-Τι είναι αυτό που κουβαλάς στα
χέρια σου; Σε τύφλωσε η απληστία. Το ττόπι αυτό είναι για να ντυθούν πολλοι
άνθρωποι ενώ εμείς ράβουμε μονο για λίγους. Αγόρασες πολύ περισσότερο απ ότι
χρειαζόσουν, εδω κι εμπρός πρέπει να είσαι εγκρατής, και να θέλεις μονο όσα σου
αρκούν.
Ύστερα από λίγο καιρό ενώ
κοιμόταν, ήρθε από τον ουρανό ο μεγάλος αετός, χαμήλωσε δίπλα του, τον σήκωσε
με τα γαμψά του νύχια και πέταξαν μακριά. Πέρασαν κάμποσες θάλασσες, ύστερα τον
εναπόθεσε μπροστά στο παλιό μαγαζάκι του πατέρα του.
Συνέχισε να ράβει, και ανάμεσα σε κάθε βελονιά σκεφτοταν το μακρινό ταξίδι, και είχε ελπίδα μήπως ξαναγυρίσει ο αετός και ξαναπετάξουν μαζί για άλλη μια φορά στη μεγαλη πόλη. Ο αετός δεν ξανάρθε, ο μικρός ραφτάκος όμως όταν μεγάλωσε εγινε σπουδαίος και φημισμένος ράφτης. Έραβε τα καλύτερα κοστούμια γιατί έραβε λίγα αλλά καλά, διότι δεν ήταν πλεονέχτης, αφου έμαθε να είναι εγκρατής και ολιγαρκής.
Ο
ΠΕΛΛΟΣ ΠΟΥ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑΝ
Μια φορά κι έναν καιρό, στη Χλώρακα, ζούσε ένας άνθρωπος αγαθός και λίγο «πελλός»,
ο Παναής.
Δούλευε μισταρκός σε έναν πελεκάνο και από μικρός δεν είχε πολλά γράμματα, μα
είχε καλά χέρια και καθαρή καρδιά.
Όταν ήρθε η ώρα να παντρευτεί, ο μάστρος του τον πάντρεψε με μια συγγένισσα του
γεροντοκόρη και αυστηρή γυναίκα, που δεν χαριζόταν σε κανέναν.
Κι επειδή ο γάμος ήταν φτωχικός, ο μάστρος του έδωσε ένα δώρο: να φτιάξει ο
ίδιος την πόρτα του σπιτιού τους.
Κι ο Παναής την έφτιαξε ωραία και γερή, και καμάρωνε για το έργο του.
Μα ο γάμος του δεν ήταν ευτυχισμένος. Η γυναίκα του μάλωνε, φώναζε, διέταζε.
Και ο Παναής, ήσυχος από τη φύση του, όλο και πιο πολύ σκυθρώπαζε. Ώσπου μια
μέρα είπε μέσα του:
— Δεν αντέχω άλλο.
Και πήρε μια μεγάλη απόφαση. Έβγαλε την πόρτα από το σπίτι που ήταν δική του,
τη φόρτωσε στην πλάτη του και είπε:
— Πάω να βρω την τύχη μου… κι ας είναι όπου θέλει.
Και έτσι χάθηκε από το χωριό.
Περπάτησε μέρες πολλές ώσπου έφτασε στον Κορμακίτη.
Εκεί βρήκε δουλειά σε έναν μεγάλο αφέντη και του έδωσαν μια παράγκα στα χωράφια
να κοιμάται.
Κι ο Παναής, όπως ήξερε, την έφτιαξε όμορφη, κι έβαλε και την δική του την πόρτα,
την καλή, την στιβαρή. Και για λίγο καιρό έζησε ήσυχα. Χωρίς φωνές. Χωρίς μουρμούρα.
Μα ο κόσμος δεν αφήνει εύκολα τον άνθρωπο ήσυχο. Ένα πρωί, του είπε ο αφέντης:
— Πρόσεχε, Παναή μου. Ένας πελλός ταύρος έρχεται από τη θάλασσα και μας καταστρέφει
τα χωράφια. Θα φυλάς σκοπιά, και όταν τον δεις, να τον σκοτώσεις.
Και ο Παναής, που δεν καταλάβαινε πολλά, είπε:
— Εντάξει.
Έτσι κάθε βράδυ καθόταν κάτω από ένα δέντρο, με την πόρτα του δίπλα σαν φυλαχτό,
και περίμενε.
Κρύο έκανε, άνεμος φυσούσε, μα εκείνος έλεγε:
— Θα τον περιμένω τον ταύρο…
Μα το ποτό και η κούραση τον έπαιρναν συχνά στον ύπνο.
Μια αυγή, μέσα στο μισοσκόταδο, είδε μια σκιά. Δεν σκέφτηκε πολλά. Σημάδεψε και
πυροβόλησε.
Κι έτρεξε γρήγορα να δει το θήραμά του. Μα όταν ξημέρωσε καλά, είδε την αλήθεια:
Δεν ήταν ταύρος. Ήταν η έγκυος αγελάδα του αφέντη.
Ο Παναής πάγωσε.
— Ωχ… τι έκαμα;
Κι από τον φόβο του, από την ντροπή του, πήρε ξανά την πόρτα του στην πλάτη και
χάθηκε τη νύχτα.
— Πάω πάλι να βρω την τύχη μου… κι ας με χάσει ο κόσμος.
Πήγε στην Αθηαίνου. Κι εκεί τον πήρε ένας παπάς για καντηλανάφτη.
Και πάλι είπε:
— Θα μείνω ήσυχος… μόνο την πόρτα μου θέλω.
Κι έβαλε την πόρτα του στο δωμάτιό του.
Μα ούτε εκεί έμεινε ήσυχα η μοίρα. Μια μέρα, η παπαδιά ετοιμαζόταν να γεννήσει.
— Φέρε τη μαμμή! είπε ο παπάς.
Κι ο Παναής πήρε το γαϊδούρι και ξεκίνησε. Μα κουράστηκε, κάθισε κάτω από ένα
δέντρο… και τον πήρε ο ύπνος. Και όταν ξύπνησε, το γαϊδούρι είχε φύγει.
Έτσι πήγε πεζός, βρήκε τη μαμμή και της είπε:
— Έλα γρήγορα, είναι ανάγκη!
— Δεν μπορώ να περπατήσω, του λέει εκείνη.
Κι ο Παναής, χωρίς να το σκεφτεί πολύ, είπε:
— Θα σε πάρω εγώ.
Και την φόρτωσε στην πλάτη του. Μα όταν έφτασαν στο σπίτι του παπά, όπως την
είχε φορτωμένη, κάθισε στο περβάζι του πηγαδιού της αυλής να ξαποστάσει. Και η
γριά γλίστρησε από την πλάτη του και έπεσε μέσα στο πηγάδι.
— Ωχ Παναή… πάλι κακό! είπε μέσα του.
Και μέσα στον φόβο του, πήρε ξανά την πόρτα του και εξαφανίστηκε.
Και γύρισε πάλι στοχωριό. Και πήγε στον παλιό του μάστρο. Και του είπε:
— Βάλε με πίσω… δεν ξέρω άλλο δρόμο.
Κι έτσι έγινε. Κι έβαλε ξανά την πόρτα στη θέση της. Και έζησε όπως πριν…
με τη γυναίκα του… και τη μουρμούρα της… μα τουλάχιστον χωρίς άλλες περιπέτειες.
Και έχουν να πουν από τότε πως καμιά φορά όπως λένε τα παραμύθια,
ο άνθρωπος δεν βρίσκει την τύχη του… απλώς επιστρέφει εκεί που την έχασε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου