Ο Κυριακός
γνώριζε τον Αντωνή τ’ Αλέξανδρου από μικρός, αλλά τους έφερε πιο κοντά η ζωή
όταν ο Αντωνής γέρων πλέον, καθόταν συχνά στο καφενείο και ο Κυριακός τον έβρισκε
εκεί. Εκεί έπιαναν κουβέντες που διαρκούσαν ώρες, και ο Κυριακός γνώρισε καλύτερα
τον απλό και καλοκάγαθο γεωργό της υπομονής και του μόχθου, που από παιδί αγωνιζόταν
με τη γη — πρώτα για να στηρίξει τη μάνα του και τους ανθρώπους γύρω του, και αργότερα
τη μεγάλη οικογένεια που δημιούργησε με την καλή χωριανή του την Ελενίτσα.
Τον συναντούσε συχνά στο καφενείο του Κωστή σιωπηλό στην
αρχή, και ύστερα να ανοίγεται σιγά σιγά, σαν παλιό βιβλίο. Παρότι αγράμματος,
είχε διαβάσει ό,τι βιβλίο και περιοδικό μπόρεσε να βρει στα νιάτα του, πριν ξεθωριάσει
το φως των ματιών του. Θυμόταν με αξιοθαύμαστη διαύγεια ιστορίες, δοξασίες,
έθιμα, πράγματα που οι περισσότεροι είχαν πια ξεχάσει.
Ανάμεσα
στις αφηγήσεις του ξεχώριζε η ιστορία της μάνας του, της Φκωνούς. Που του έλεγε
πως κάτω από την αυλή τους υπήρχε μια ρεματιά — πέρασμα αερικών. Ένας δρόμος αθέατος,
απ’ όπου διάβαιναν φαντάσματα, ανεράδες και όντα άλλων εποχών ή και παράλληλων
χρόνων.
Ο Κυριακός ήξερε για τα αερικά περάσματα που ήταν γνωστά στα χωριά. Εκεί, έλεγαν,
ακουγόταν βουή χωρίς άνεμο, φωνές και γέλια που έρχονταν από το πουθενά. Ήταν ρεματιές
που κατέληγαν σε θάλασσα ή σε κάμπους, όπου το πέρασμα της βουής έπιανε τους
ανθρώπους και τα ζώα απροετοίμαστους. Εκεί διέβαιναν ξωτικά, μικρά ανθρωπάκια
σαν αγγελάκια που γίνονταν κακά αν παρεξηγούνταν. Περνούσαν θηλυκά πνεύματα των
λόφων και των ποταμιών, αόρατα και ελαφριά σαν τον αέρα. Τα μέρη αυτά δεν έπρεπε
να κατοικούνται. Ήταν γνωστά και χαρτογραφημένα στη μνήμη των ανθρώπων, ώστε να
τα αποφεύγουν, ιδιαίτερα τις νύχτες.
Η ρεματιά των «Μήλων», δίπλα στο σπίτι του Αντωνή, ήταν ένα τέτοιο μέρος. Εκεί είχε
σκοτωθεί κάποτε ο Γιαννάτσιης ένας πρόγονος του Κυριακού, πέφτοντας από μια τρεμιθιά.
Το αίμα του πότισε τη γη, κι από τότε οι χωριανοί έλεγαν πως το χώμα κογκούσε. Το
μέρος ήταν βουτηγμένο σε υγρασία, τα θαμνοειδή σκεπασμένα με φτέρες και αγριόχορτα,
και οι ήχοι από τα τρεχούμενα νερά έδιναν την αίσθηση ότι κάτι κρυφό παρακολουθεί.
Το φως του ήλιου έπεφτε μέσα από τα φύλλα σαν σκιές που κινούνταν, και η μυρωδιά
της υγρασίας ανακατευόταν με τον ήχο της γης που ανασαίνει.
Μια
ζοφερή, υγρή μέρα καλοκαιριού, είπε ο Αντωνής, η Φκωνού ήταν μόνη στο σπίτι. Αυτός
έλειπε στα χωράφια, κι εκείνη είχε βάλει τη μαείρισσα στη νηστιά, έξω στην
αυλή. Η μυρωδιά του φαγητού απλωνόταν στον αέρα, ανακατεμένη με τη δροσιά της ρεματιάς
και το άρωμα της υγρασίας. Το απαλό αεράκι έφερνε μαζί του ψιθύρους, σαν τα φύλλα
να μιλούσαν μεταξύ τους. Ίσως ήταν αυτή η μυρωδιά που τράβηξε τα αερικά από τη
ρεματιά προς το σπίτι.
Και
ξαφνικά, μέσα στην απόλυτη ησυχία, η μάνα του άκουσε φωνές, γέλια, μουσικές και
τον ήχο από άλογα που έσερναν κάρα. Γεμάτη φόβο, θάρρισε πως περνούσε καραβάνι
γανοματζήδων από το μονοπάτι προς την Πάφο. Γεμάτη περιέργεια έτρεξε στην άκρη
της αυλής να δει, μα η στράτα ήταν άδεια. Τα στάχια των κριθαριών κάτω στον κάμπο
λύγισαν απότομα, και μια ψυχρή αύρα πέρασε δίπλα της, σαν σκιές ανθρώπων άυλων που
έτρεχαν. Άκουγε τις φωνές, τις κουβέντες, τα γέλια. Άκουγε τα άλογα και τα κάρα
— μα δεν έβλεπε τίποτα. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά,
ο αέρας έφερε τη μυρωδιά της πυκνής βλάστησης και των λουλουδιών της ρεματιάς, και
για μια στιγμή ένιωσε σαν να περνά από μπροστά της μια παράλληλη πραγματικότητα.
Τότε
η Φκωνού έκανε ό,τι ήξερε, ότι της είχαν μάθει οι δικοί της γονιοί για τέτοιες
περιπτώσεις. Σταυροκοπήθηκε και παρακάλεσε την Παναγία να ανοίξει το πέρασμα και
να φύγουν τα αερικά. Και πράγματι, όλα κόπασαν. Όπως είχαν έρθει, έτσι χάθηκαν.
Κάθε φορά που θυμόταν το γεγονός, ανατρίχιαζε, μα οι σκέψεις της ημέρευαν μόλις
παρακαλούσε την Παναγία.
Και
ύστερα από τόσα χρόνια, ο Αντωνής είχε περιέργεια, ήθελε να μάθει. Ήθελε να καταλάβει
τι ακριβώς ήταν τα περάσματα που η μητέρα του φοβόταν.
Δεν πίστευε
στις δεισιδαιμονίες, αλλά η περιέργεια τον βασάνιζε.
Ο Κυριακός που έτυχε να είχε μελετήσει τα παράδοξα αυτά φαινόμενα, ήξερε.Έτσι οδήγησε
τον Αντωνή στη ρεματιά των «Μήλων». Στάθηκαν εκεί που κάποτε η Φκωνού είχε νιώσει
τις φωνές και τις σκιές των αερικών. Πρώτα με προσεχτική ματιά εξέτασε προσεκτικά
το έδαφος, την πυκνή βλάστη, τη μορφολογία της ρεματιάς και τον αέρα που κατέβαινε
από τη ρεματιά. Οι ήχοι των πουλιών και το θρόισμα των φύλλων δημιουργούσαν ένα
αχνό υπόκωφο μοτίβο, σαν ψίθυροι παλιών εποχών, και το φως που έπεφτε ανάμεσα
στα κλαδιά ζωγράφιζε σκιές σαν να περνούσαν αόρατες φιγούρες.
«Δες»,
είπε ήσυχα, «όλα αυτά που φοβόταν η μάνα σου έχουν φυσική εξήγηση». Έδειξε πώς οι
κοιλότητες και τα θάμνα δημιουργούν ρεύματα αέρα σαν χωνί, πώς οι χαμηλές δονήσεις
— υποήχοι — γίνονται αισθητές στο σώμα, πώς το μάτι και το μυαλό συμπληρώνουν
σκιές και ήχους, φτιάχνοντας μορφές που δεν υπάρχουν πραγματικά. Ο ήχος του νερού
που κυλούσε έμοιαζε με βουή πολυάριθμων βημάτων, και η δροσιά που κατέβαινε από
τα δένδρα με αόρατες παρουσίες.
«Η
εμπειρία της μάνας σου ήταν αληθινή», πρόσθεσε ο Κυριακός. «Ο φόβος της επίσης.
Μα η αιτία ήταν φυσική — συνδυασμός αέρα, ήχων, σκιάς και ανθρώπινης ψυχολογίας».
Οι άνθρωποι έδωσαν ονόματα και ιστορίες σε αυτά τα μέρη όχι για να φοβίζουν, αλλά
για να τα θυμούνται και να τα αποφεύγουν. Τα ονόμαζαν οι παλιοί «αερικά περάσματα»
ως χαρτογράφηση κινδύνου.
Ο Αντωνής
ένιωσε ένα γνώριμο ρίγος. Ο Κυριακός το παρατήρησε, αλλά δεν μίλησε. Ήξερε καλά
πως, ακόμη κι όταν εξηγείς τα φαινόμενα, το πέρασμα συνεχίζει να υπάρχει. Δεν
ήταν πύλη άλλου κόσμου, ήταν σημείο όπου ο τόπος και ο ανθρώπινος νους συναντιούνται
με τρόπο βαθύ, ανεξήγητο, και μερικές φορές τρομακτικό.
Ο Αντωνής στάθηκε σιωπηλός. Ο αέρας πέρασε ξανά, ελαφρύς αυτή τη φορά. Μα εκεί,
ανάμεσα στις σκιές και το ψυχρό ρεύμα, ένιωσε πως κάτι μικρό, ασυνείδητο, παρέμενε
— μια ανάμνηση ή μια υπόνοια της μητέρας του της Φκωνούς, ή ίσως ένα ψιθύρισμα
των αερικών που δεν είχαν φύγει ποτέ τελείως. Τα φύλλα θρόιζαν σαν να μιλούσαν,
τα κλαδιά κινούνταν ελαφρά, σχεδόν σαν να τον καλούσαν να ακολουθήσει, και η
μυρωδιά της υγρασίας και των λουλουδιών της ρεματιάς γέμιζε τη μύτη του με αναπάντεχα
συναισθήματα δέους και δισταγμού… Αλλά συμφώνησε απόλυτα με τις εξηγήσεις του Κυριακού.
Το ίδιο είχε σκεφτει και ο ίδιος, αλλά ήθελε και τη σύμφωνο γνώμη του ερευνητή,
του Κυριακού.
Ο Αντώνης τ’ Αλέξανδρου γέρασε. Ο καιρός είχε αφήσει
τα σημάδια του στο πρόσωπό, στα χέρια και στην ψυχή του. Στο κορμί του ολόκληρο.
Έτσι οι ταχτικές συναντήσεις με το Κυριακό, λιγόστεψαν. Οι δουλειές, οι δρόμοι,
η καθημερινότητα τους χώριζαν. Και όταν η αρρώστια του Αντωνή έγινε σοβαρή, η
απόσταση έγινε ακόμη πιο μακρύτερη. Ο Κυριακός χωρίς να τον βλέπει πλέον, τον πεθυμούσε.
Το προσγέλιο του, την ευφυήα του, τη σοφία του.
Και
όταν ήρθε η ώρα τους τέλους, τον έκανε να νιώθει μια παράξενη απώλεια, σαν να είχε
φύγει ένα κομμάτι της ζωής του.
Ο Αντωνής
βρέθηκε στο νοσοκομείο, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του πόνου. Το σώμα του είχε γίνει
αδύναμο, οι ανάσες του βαρύθυμες, και τα χέρια του κρύα. Οι νοσοκόμες και οι
δικοί του άνθρωποι προσπαθούσαν να του προσφέρουν ανακούφιση, αλλά τίποτα δεν μπορούσε
να γεμίσει την κενότητα που πλημμύριζε τον χώρο. Τίποτε δεν μπορούσε να φέρει
τον Αντωνή πίσω.
Και την
ώρα που έσβηνε, ενώ η ζωή του έφευγε, ο Αντώνης άνοιξε τα μάτια του και, με φωνή
που έμοιαζε με ψίθυρο ανάμεσα σε δύο κόσμους, είπε:
«Ετον…
Κυριακό… έτον που έρχεται…»
Οι
γύρω του πάγωσαν. Οι νοσοκόμες τον κοίταζαν με δέος, οι συγγενείς του σάστισαν.
Ο Κυριακός δεν ήταν εκεί. Ούτε ήξεραν τη σχέση τους που τα τελευταία χρόνια μέσα
στον καφενέ είχαν ανπτυχθεί. Τις ατέλιωτες συζητήσεις τους και την ευχάριστη παρέα
μεταξύ τους. Την ανταλλαγή των γνώσεων τους και των απόψεων τους. Έτσι τα λόγια
του Αντωνή έφτασαν σε αυτόν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, αργότερα, όταν οι δικοί
του του διηγήθηκαν τι είχε πει ο γέροντας την τελευταία στιγμή της ζωής του.
Αργότερα,
ο Κυριακός αναλογίστηκε την έννοια αυτής της φράσης. Τι σήμαινε; Πώς ένα όνομα,
ένα πρόσωπο που δεν ήταν δίπλα του, μπορούσε να βρει τον δρόμο και να ακουστεί
στο όριο της ζωής του; Οι μελέτες της παραψυχολογίας μιλούν για φαινόμενα ψυχικής
αντήχησης, για δεσμούς που υπερβαίνουν τον χώρο και τον χρόνο, για ψυχές που αναζητούν
η μια την άλλη όταν ο κόσμος της ύλης τις χωρίζει.
Και
ένιωσε ένα ρίγος να τον διαπερνά. Δεν ήταν απλά θλίψη. Ήταν κάτι βαθύτερο: η αίσθηση
ότι η φωνή του φίλου του είχε διασχίσει τον χώρο και το χρόνο, είχε ξεπεράσει τον
πόνο και τον θάνατο, για να τον φωνάξει, να τον ειδοποιήσει, να τον αγγίξει. Σαν
ψίθυρος από τα αερικά περάσματα που τόσο είχε μελετήσει, σαν μια υπερφυσική
ανάμνηση που έμενε ζωντανή στη μνήμη των ανθρώπων.
Λίγες μέρες αργότερα, η Ελενίτσα, η γυναίκα του Αντωνή, δεν άντεξε τον καημό. Η
καρδιά της λύγισε, τα μάτια της θόλωσαν από τη λύπη, και ο κόσμος της σκοτείνιασε.
Και τον ακολούθησε στον ίδιο κόσμο, για να μην μείνει ποτέ ξανά χωρίς αυτόν. Και
ο Κυριακός έμεινε να στέκεται ανάμεσα στη ζωή και στη μνήμη τους, νιώθοντας το κενό
τους, αλλά σκεφτόμενος ότι οι ψυχές τους είχαν βρει ξανά η μια την άλλη ακόμα κι αν ο κόσμος της ύλης τους χώρισε για πάντα.
Και
κάποιες νύχτες που ακολούθησαν, ο Κυριακός καθώς καθόταν μόνος στο παλιό καφενείο
ή στεκόταν στη ρεματιά των «Μήλων», εκεί που κάποτε η μητέρα του Αντωνή είχε ακούσει
τις φωνές των αερικών, και καθώς άκουγε τον άνεμο να θροΐζει μέσα από τα δέντρα,
και τα φύλλα να ψιθυρίζουν, κάποιες στιγμές, σχεδόν πίστευε πως άκουγε τη φωνή
του Αντωνή:
«Ετον…
Κυριακό… έτον που έρχεται…»
Και ήξερε
πως, όπως τα αερικά περάσματα της ρεματιάς, έτσι και οι δεσμοί της ψυχής δεν σβήνουν
ποτέ. Υπάρχουν σημεία στον κόσμο όπου η ζωή και ο θάνατος, η ύλη και το πνεύμα,
συναντιούνται και η πραγματικότητα γίνεται υγρή, ανοιχτή σε μυστικά που μόνο οι
ψυχές μπορούν να καταλάβουν.
Ο Κυριακός, με το πέρασμα των χρόνων, κρατούσε ζωντανή την ανάμνηση τους. Κάθε φορά που ο άνεμος έφερνε μαζί του ψιθύρους, ή κάθε φορά που μια σκιά κινιόταν σαν να υπήρχε κάτι αόρατο, ένιωθε πως η φράση του Αντωνή ζούσε μέσα του. Κι έτσι, το όνομα που ξεχώρισε στον τελευταίο του ψίθυρο έγινε σημάδι μιας φιλίας που υπερβαίνει τη ζωή, θάνατο και χρόνο, μια σύνδεση που δεν μπορεί να σβήσει ποτέ.
ΔΙΑΒΑ
ΑΕΡΙΚΩΝ
Η Μαρία
ήταν θειά του Κυριακού. Μια φορά στον δρόμο της για τα χωράφια, όταν συνάντησε
το άγνωστο και το ανεξήγητο, τρόμαξε τόσο πολύ, που δεν ξαναπάτησε — ούτε για
να μαζέψει σοδειές, ούτε για να τα ξανακαλλιεργήσει.
Κι
επειδή ο Κυριακός είχε βγάλει φήμη ανθρώπου που ερευνούσε τα παράξενα και τα παραφυσικά,
ήταν φυσικό ο άντρας της, ο Γιώρκος —θειος κι αυτός— να στραφεί σ’ εκείνον για
να λύσει το μυστήριο.
Τον
επισκέφθηκε ένα δειλινό και, κάτω από την τερατσιά στην αυλή που κάθισαν, του
μίλησε για το διάβα των αερικών, κάτω στο Σκαλί. Εκεί όπου η θεια Μαρία συνάντησε
κάτι τρομερό. Κάτι που την έκανε να φοβηθεί όπως δεν είχε φοβηθεί ποτέ στη ζωή της:
Καθώς
διάβαινε από την περιοχή «Σταυρός», κάτω από την τοποθεσία «Σκαλί», εκεί όπου
υπάρχει ένα σταυροδρόμι δρόμων που οδηγούν προς την παραθαλάσσια περιοχή «Δήμμα»,
συνέβηκε το περιστατικό. Σε νοητή ευθεία με την περιοχή «Μήλα», γνωστό πέρασμα αερικών—
ο δρόμος συνεχίζει προς τη θάλασσα, προς το πέλαγος. Είναι ανοιχτός τόπος, κι
από’ κει, από το μακρινό βάθος της θάλασσας, όταν ξεσπά και θυμώνει ο Σορόκος,
γίνεται άνεμος που τσακίζει καράβια.
Λένε πως το 1810 τσάκισε το «Χρυσοκάραβο», ένα επιβατικό πλοίο που διαλύθηκε στις
ξέρες του Φουρφουρή, πνίγοντας όλους τους επιβάτες. Και στα πιο πρόσφατα χρόνια,
το φορτηγό πλοίο «Δημήτριος» βρήκε το ίδιο τέλος, σφηνωμένο στις ίδιες ξέρες. Μα
και από τα αρχαία χρόνια, πλοία τσακίζονταν πάνω τους, όπως δείχνουν τα αμέτρητα
ναυάγια που βρίσκονται στον βυθό.
Οι παλιοί
έλεγαν πως δεν ήταν μόνο ο άνεμος. Πως κάποιο αερικό τα παρέσερνε και τα τσάκιζε.
Είναι
τότε που, όταν ο Σορόκος, μετά το θέριεμά του, ηρεμεί και γλυκοφυσά απαλά
—σημάδι πως το καλοκαίρι φεύγει και έρχεται το μουντό, γκρίζο φθινόπωρο— κι
όταν η θάλασσα γίνεται γαλήνια σαν απάνεμο λιμάνι, τα Αερικά βγαίνουν στη στεριά.
Αναζητούν το γραμμένο τους πεπρωμένο, εκείνο που ορίστηκε τον καιρό που ήταν
ακόμη ζώντα όντα, πριν η μοίρα τα καταδικάσει να γίνουν δαιμόνια και εξωτικά.
Κι η Μαρία του Γιωρκουθκιού, όταν καβαλικεμένη στον γάιδαρό της, πήγαινε στη
Μωροζό να ποτίσει το χωράφι, φτάνοντας στον Σταυρό, κατάλαβε ξαφνικά πως το δροσερό
αεράκι που φυσούσε σταμάτησε απότομα. Ταυτόχρονα έπεσε μια απόλυτη ησυχία, βαριά,
σαν σιωπή που πλακώνει.
Ο
ήλιος χάθηκε από τον ουρανό, χωρίς να υπάρχει σύννεφο. Ο γάιδαρος τσουλόκατσε
και άρχισε να γκαρίζει φοβισμένος. Δεν ήξερε αν σκοτείνιασαν τα μάτια της ή αν σκοτείνιασε
ο ίδιος ο καιρός γύρω της. Τα βάθη του ορίζοντα γκρίζαναν και η πλάση βάρυνε.
Κατέβηκε
τρομοκρατημένη από το ζώο και, τραβώντας το με το ζόρι, συνέχισε βιαστικά τον
δρόμο της, με την καρδιά σφιγμένη από φόβο.
Κι εκεί
που περπατούσε στο μονοπάτι, παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά της ένα μικρό παιδάκι,
που βάδιζε κι αυτό γρήγορα. Σκέφτηκε πως οι
γονείς του θα ήταν κοντά και, όπως ήταν ταραγμένη, το προσπέρασε.
Λίγο πιο κάτω όμως, ξανασυνάντησε το ίδιο παιδί — αυτή τη φορά μεγαλύτερο.
Και ακόμη παρακάτω, την κυρίευσε ο πραγματικός τρόμος: μπροστά της στεκόταν το
παιδί πια ως άντρας ντυμένος με σιδερένια στολή, κρατώντας σπαθί, που το κράδαινε
τρέχοντας, σαν να κυνηγούσε κάποιον. Το στόμα του ανοιχτό· φώναζε, μα φωνή δεν
έβγαινε. Μόνο άναρθρες ιαχές, μπερδεμένες με καλπασμούς αλόγων — χωρίς να φαίνονται
άλογα.
Κίτρινη
από τον φόβο, με την ψυχή της έτοιμη να φύγει, άρχισε να παρακαλεί. Να επικαλείται
την Παναγία, τον Χριστό και τον Πατέρα Θεό…
Και
ξαφνικά έγινε το θαύμα. Όλα πέρασαν. Έφυγαν. Χάθηκαν. Ο ήλιος φάνηκε ξανά. Ο
κόσμος πήρε τη θέση του. Τίποτα δεν έδειχνε αλλιώτικο. Νηνεμία και καλοκαιρία.
Ήταν όλα όπως πριν. Όλα καλά.
Η
Μαρία του Γιωρκουθκιού όμως πήρε τέτοια τρομάρα, που χρειάστηκε πολλή ώρα να πάρει
ανάσα. Μια τρομάρα που δεν της έφυγε ποτέ, όσο κι αν της είπαν αργότερα πως
εκεί ήταν πέρασμα αερικών. Πως κατά καιρούς περνούσε από κει ένα αόρατο καραβάνι
άλλης εποχής, που δεν πείραζε ανθρώπους.
Όμως η
Μαρία, από εκείνη τη μέρα, δεν ξαναπέρασε ποτέ από εκείνον τον δρόμο.
Ο Κυριακός έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά και στη μελέτη, άλλη μια φορά. Διάβασε
πως Βυζαντινοί ιστοριογράφοι αναφέρουν ότι, παράλληλα με τα πνεύματα της γης, της
θάλασσας και των βυθών, γεμάτος δαιμόνια είναι και ο αέρας — «ὁ ὑπέρθεν ἡμῶν καὶ
περὶ ἡμᾶς».
Και με τις δοξασίες που εμπλουτίστηκαν έντονα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, οι
μελετητές κατέληγαν στη λεγόμενη Σολομωνική δαιμονολογία. Την Κλείδα του Σολομώντος,
βιβλίο μαγικών που αποδίδεται στον βασιλιά Σολομώντα και λένε πως είναι απαγορευμένο
και επικίνδυνο για όποιον διαβάσει το αυθεντικό του. Περιέχει κλητεύσεις και
επικλήσεις πνευμάτων νεκρών — δαιμόνων ή τιμωρημένων ψυχών. Και για να προστατευτεί
ο επικαλεστής από αυτά, υπάρχουν κατάρες και δεσμά λόγου, ώστε να υποχρεώνονται
τα απρόθυμα πνεύματα να υπακούσουν.
Ύστερα έψαξε την περιοχή, τη θάλασσα, μελέτησε τους ανέμους. Πίστευε πως θα υπήρχε
λογική εξήγηση. Σε όσες έρευνες είχε κάνει, πάντα κατέληγε σε λογικά συμπεράσματα.
Όλα είχαν την εξήγησή τους πίστευε. Αυτό, όμως, ήταν διαφορετικό.
Δεν μπορούσε
να συνδέσει τα φαινόμενα. Τίποτα δεν ταίριαζε. Τίποτα δεν έδειχνε να έχει λογική
εξήγηση. Άρχισε να αναρωτιέται μήπως τελικά συμβαίνουν παραφυσικά γεγονότα στην
πραγματικότητα. Μήπως υπάρχει πράγματι ένας παράλληλος κόσμος. Μήπως η απάντηση
βρισκόταν στην Κλείδα του Σολομώντος, περί δαιμόνων και τιμωρημένων ψυχών…
Τελικά, η εξήγηση που έδωσε στον θειό του ήταν πως, όσα κι αν γνωρίζει ο άνθρωπος
και η επιστήμη, πάντα θα υπάρχει το άγνωστο. Πάντα θα υπάρχει εκείνο που, όσο
κι αν ο άνθρωπος αποκτήσει γνώσεις, θα μένει ανεξερεύνητο.
Και του υποσχέθηκε πως δεν θα σταματήσει την έρευνα. Θα συνέχιζε να ψάχνει. Δεν
θα ησύχαζε. Ήταν μια πρόκληση που τον παρακινούσε.
Ναι.
Θα συνέχιζε…
Η υπόθεση
δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Δεν ήταν ο φόβος ή οι αφηγήσεις. ήταν ότι για πρώτη
φορά δεν είχε φέρει την έρευνα εις πέρας. Η υπόθεση έμεινε ανοιχτή — και μαζί
της, κι εκείνος.
Τις νύχτες,
όταν ο άνεμος φυσούσε από τη θάλασσα κουβαλώντας ψιθύρους παλιών εποχών, αναρωτιόταν.
Ό,τι κι αν είχε μελετήσει — ανέμους, τόπους, δοξασίες, παλιές γραφές — δεν μπορούσε
να ενώσει τα κομμάτια. Δεν υπήρχε εξήγηση ακέραιη, καμία απάντηση χωρίς επιφύλαξη.
Η σκέψη τον τρόμαξε: μήπως αυτή ήταν η πρώτη του αποτυχία; Ή μήπως είχε αλλάξει,
κουρασμένος από τη συνεχόμενη τριβή με το παράδοξο, τον φόβο και τα όρια ζωής
και θανάτου;
Δεν δεχόταν
την αποτυχία ως τελική απάντηση. Αν υπήρχε σφάλμα, έπρεπε να βρεθεί. Κι αν κάτι
είχε χαθεί, έπρεπε να εντοπιστεί. Έτσι αποφάσισε να ερευνήσει πρώτα τον ίδιο:
να δει αν η ψυχή του βάρυνε, αν είχε περάσει ένα αόρατο διάβα όπου η λογική υποχωρεί
μπροστά στο μυστήριο. Η πιο δύσκολη υπόθεση της ζωής του ξεκίνησε μέσα του,
χωρίς χάρτες, μαρτυρίες ή σίγουρα συμπεράσματα.
Η ψυχολογία του δεν διαμορφώθηκε σε σχολές εγκληματολογίας.
Σφυρηλατήθηκε βλέποντας θάνατο και σιωπή των νεκροταφείων, στις καμπίνες των πλοίων
οπου ταξίδεψε, και στα πρόσωπα ανθρώπων που είδαν τη ζωή να τους γλιστρά από τα
χέρια. Η έρευνα δεν ήταν επάγγελμα. Ήταν ανάγκη. Ο Κυριακός δεν φοβόταν την αβεβαιότητα.
Ήξερε πως η αλήθεια δεν κραυγάζει, ψιθυρίζει. Είχε μάθει να παραμένει ακίνητος
μέσα στο χάος, να ακούει όσα οι άλλοι αγνοούν και να βλέπει όσα προσπερνούν βιαστικά.
Δούλεψε με ελάχιστα στοιχεία, σε υποθέσεις όπου ο φόβος ντύθηκε μεταφυσικό
μανδύα. Ιστορίες με σκιές ή φαντάσματα δεν τον τρόμαζαν. Γνώριζε πως πίσω από
κάθε «θαύμα» ή «κατάρα» κρύβεται η φύση ή ο άνθρωπος — και πίσω από αυτά, ένα
μυστικό. Δεν κυνηγούσε εγκλήματα, κυνηγούσε ρωγμές: στη λογική, στη μνήμη, στην
ανθρώπινη ψυχή. Κάθε λάθος, κάθε αδιέξοδο, κάθε σιωπή ήταν μέρος της διαδρομής.
Σαν πρώτο βήμα, ο Κυριακός αποφάσισε να δεχτεί — έστω και προσωρινά — την κούραση.
Όχι ως αδυναμία, αλλά ως φυσική φθορά ενός νου που είχε δουλέψει αδιάκοπα, χωρίς
παύση, χωρίς ανάσα. Αν κάτι είχε θολώσει, δεν θα το πολεμούσε με περισσότερη σκέψη.
Θα το άφηνε να φανεί μόνο του.
Έτσι πήρε μια απόφαση ασυνήθιστη για τον ίδιο: να αφήσει
τον νου του ελεύθερο. Χωρίς σκοτούρες. Χωρίς έγνοιες. Χωρίς αναλύσεις που γύριζαν
αδιάκοπα γύρω από τα ίδια ερωτήματα. Να μην πιέσει τη σκέψη να δώσει απαντήσεις.
Να μην απαιτήσει από τον εαυτό του διαύγεια. Ήξερε πως μόνο ένας νους που αδειάζει
μπορεί να ξαναγεμίσει σωστά. Όπως η γη που αφήνεται σε αγρανάπαυση για να ξαναδώσει
καρπό, έτσι κι εκείνος άφησε τη σκέψη του να ξεκουραστεί. Να ηρεμήσει. Να επιστρέψει
στο πρωταρχικό της σχήμα, εκεί όπου οι ιδέες αναδύονται χωρίς πίεση. Δεν
επρόκειτο για φυγή. Ούτε για παραίτηση. Ήταν μέρος της έρευνας. Η πρώτη πράξη μιας
πιο βαθιάς διερεύνησης, όπου το αντικείμενο δεν ήταν πια οι υποθέσεις, αλλά ο ίδιος
ο ερευνητής.
Και τότε, μέσα σε αυτή τη σιωπή, συνέβη κάτι μικρό. Σχεδόν
ασήμαντο. Ένα απόγευμα, καθώς καθόταν μόνος, θυμήθηκε κάτι που είχε διαβάσει:
στις Ξέρες του Φουρφουρή, δίπλα στην ακτή, ο βυθός κρύβει ρωγμές που ανασαίνουν
ψυχρό, γλυκό νερό και φυσαλίδες αερίων. Μεθάνιο, υδρόθειο, ίσως και διοξείδιο του
άνθρακα — ουσίες που σε υψηλές συγκεντρώσεις κάνουν τη διάνοια να παραμορφώνεται,
τον χρόνο να λυγίζει και τα χρώματα να λάμπουν αλλόκοτα.
Οι άνθρωποι που περνούν από εκεί επηρεασμένοι από την φορτωμένη
ατμόσφαιρα, βλέπουν μορφές που αιωρούνται, σκιές που χορεύουν στο ηλιακό φως,
ακούνε ψίθυρους από τα βάθη της θάλασσας. Τα αερικά δεν είναι φαντάσματα, είναι
ψευδαισθήσεις που γεννά η φύση, η υδρόσφαιρα και τα αέρια από τις ρωγμές. Η πραγματικότητα
γίνεται λεπτή σαν νερό που ανεβαίνει σαν μικρό συντριβάνι.
Ο Κυριακός κοίταξε τα κύματα και χαμογέλασε. Τα αερικά
περάσματα δεν ήταν φαντάσματα. Ήταν η φύση που παίζει με το νου, και οι παρεσθήσεις
που μπερδεύ-ουν την πραγματικότητα με την αντίληψη. Μυστήρια υπάρχουν, ναι, αλλά
μόνο για όποιον δεν παρατηρεί με προσοχή. Η σιωπή, η υπομονή και η παρατήρηση ήταν
τα όπλα του — και για πρώτη φορά, η αλήθεια τον έκανε να νιώσει γαλήνη.
Τα κύματα χτύπαγαν απαλά τις ξέρες, οι σκιές και οι
ψίθυροι χάνονταν στον αέρα. Οι ρωγμές του βυθού μιλούσαν, τα αέρια ανατάραζαν
τις αισθήσεις, και ο ανθρώπινος νους έδινε μορφή στο ανεξήγητο. Τα αερικά περάσματα
είχαν αποκαλυφθεί: όχι ως φαντάσματα, αλλά ως η αλήθεια που κρυβόταν πίσω από
την ψευδαίσθηση. Και ο Κυριακός έμεινε να κοιτάζει τη θάλασσα, ήρεμος, με τη γνώση
πως η φύση και η φαντασία συχνά διασταυρώνονται εκεί όπου οι άνθρωποι κοιτούν χωρίς
να βλέπουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου