Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΤΟΚΟΓΛΥΦΟΥ

 

Β΄ ΜΕΡΟΣ / θεματικές ιστορίες

Ο ΤΟΚΟΓΛΥΦΟΣ

Στα παλιά χρόνια της Χλώρακας, όταν οι άνθρωποι μιλούσαν πιο πολύ με ιστορίες παρά με χαρτιά και νόμους, έλεγαν πως ο πλούτος δεν γεννιόταν πάντα από τον κόπο. Άλλοτε γεννιόταν από την τύχη, άλλοτε από την πονηριά, κι άλλοτε από κάτι που κανείς δεν τολμούσε να ονομάσει καθαρά. Κι έτσι, μέσα στους καιρούς της φτώχειας και της ανάγκης, εμφανίστηκε ένας άνθρωπος που έμελλε να γίνει θρύλος. Άλλοι τον θυμούνταν σαν φτωχό γεωργό που πάλεψε σκληρά με τη γη και την τύχη του, και που σιγά-σιγά πρόκοψε, μετατρέποντας τον κόπο του σε χρήμα και το χρήμα σε δανεισμό με υπέρογκο τόκο. Άλλοι όμως ψιθύριζαν διαφορετικά. Έλεγαν πως τα πρώτα του χρήματα δεν τα έβγαλε ποτέ από το χώμα που όργωνε, αλλά τα βρήκε κρυμμένα μέσα σε μια πέτρα, εκεί στη Βρύση του χωριού. Μια παλιά κρύπτη γεμάτη χρυσάφια, ξεχασμένη από ανθρώπους και καιρούς, την οποία λέγεται πως ανακάλυψε τυχαία, σαν να τον διάλεξε η ίδια η μοίρα.
Κανείς δεν ήξερε με σιγουριά την αρχή. Μόνο το τέλος φαινόταν πάντα το ίδιο: πως τα χρήματα, όποια μορφή κι αν είχαν, άρχισαν να κινούνται από χέρι σε χέρι, από ανάγκη σε ανάγκη, και να γίνονται αλυσίδες που έδεναν τους ανθρώπους μεταξύ τους· όλους υπόλογους και χρεώστες απέναντι στον τοκογλύφο.
Κάποιοι λένε πως τότε ξεκίνησε η πρώτη μεγάλη ιστορία, με έναν φτωχό κουνουπιέρη που προσπάθησε να νικήσει τον τοκογλύφο με το ίδιο του το νόμισμα. Άλλοι θυμούνται ένα νεαρό Τουρκάκι που πίστεψε πως η πονηριά μπορεί να γυρίσει πίσω σαν δίκιο. Και άλλοι μιλούν για μια γυναίκα από σπουδαίο σόι, που είδε την περιουσία της να χάνεται όχι από φτώχεια, αλλά από τον ίδιο τον νόμο και τα χρέη των άλλων.
Και στο τέλος, όλα αυτά δεν ήταν παρά διαφορετικοί δρόμοι που οδηγούσαν στον ίδιο άνθρωπο — εκείνον που άλλοι φοβήθηκαν, άλλοι μίσησαν, κι άλλοι υπερασπίστηκαν σαν ευεργέτη. Γιατί στην πραγματικότητα, ο κάθε τόπος δεν έχει μόνο την ιστορία των ανθρώπων του· έχει και την ιστορία των χρεών τους, των συμφωνιών τους και των λαθών που πέρασαν από γενιά σε γενιά, μέχρι να γίνουν θρύλος.
Ο τοκογλύφος της Χλώρακας γεννήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα. Δεν ήταν πλούσιος από γεννησιμιού του, αλλά ένας φτωχός βιοπαλαιστής που, για να ζήσει με την οικογένειά του, έκανε τον γεωργό· ένα δύσκολο επάγγελμα, γεμάτο κόπο και πενιχρά έσοδα. Εκείνους τους καιρούς οι άνθρωποι κυρίως καλλιεργούσαν καννάβια, σιτηρά και κρεμμύδια· αυτός όμως συνήθιζε να φυτεύει μόνο κρεμμύδια.
Κάποια χρονιά, στις αρχές του 20ού αιώνα, η παραγωγή των κρεμμυδιών ήταν μεγάλη και έμειναν απούλητα. Την επόμενη εποχή οι περισσότεροι γεωργοί δεν τα φύτεψαν, με αποτέλεσμα η ζήτηση του προϊόντος να είναι πολύ μεγαλύτερη από την προσφορά. Όμως εκείνος, επειδή κυρίως μόνο κρεμμύδια καλλιεργούσε — αλλά και γιατί ίσως μέσα του κάτι τον παρακινούσε — φύτεψε όλη τη γη του, έναν απέραντο κάμπο, με αυτό το προϊόν.
Εκείνη τη χρονιά που κανείς άλλος δεν καλλιέργησε κρεμμύδια, έμεινε σχεδόν μονοπώλιο σε όλη την επαρχία, κατέχοντας τεράστιες ποσότητες, τις οποίες πούλησε σε τιμές υψηλές που ο ίδιος καθόρισε. Μάζεψε πολλά χρήματα, τα οποία επένδυσε αρχικά ανοίγοντας ένα παντοπωλείο, γεμίζοντάς το εμπορεύματα, τα οποία διέθετε στους φτωχούς χωρικούς βερεσιέ, αλλά με ψηλό τόκο. Σιγά-σιγά με αυτό τον τρόπο το κεφάλαιό του μεγάλωσε. Μπόρεσε και έδινε απεριόριστο βερεσιέ σε όλους, αργότερα επεκτάθηκε στον δανεισμό χρημάτων και στο τέλος κατέληξε από μπακάλης σε έναν τοκογλύφο–τραπεζίτη.
Τα χρόνια τα δύσκολα ήταν πολλά. Η μια δεκαετία χειρότερη ακολουθούσε την άλλη και αυτός θησαύριζε κάθε χρόνο περισσότερο. Έγινε πολύ πλούσιος, απέκτησε τεράστια περιουσία από τις κατασχέσεις και έγινε ξακουστός σε όλη την Πάφο. Έκανε πελάτες από άλλες κοινότητες· ακόμα Τούρκοι και Εγγλέζοι έρχονταν σε αυτόν για δανικά. Πολλοί χωριανοί τον κατηγόρησαν ότι τους εκμεταλλεύτηκε και τους πήρε τις περιουσίες. Οι απόγονοί του όμως, που σήμερα είναι οι μισοί χωριανοί, διηγούνται ότι ήταν ένας απλός άνθρωπος με καλοσύνη, και ότι δεν έπραττε όπως οι σημερινές τράπεζες, αλλά χαρίστηκε σε πολλούς και σε πολλούς έδωσε βοήθεια. Υπήρξε ακόμη δωρητής για την ανοικοδόμηση, μετά το χάλασμα από τον μεγάλο σεισμό του 1953, της μεγάλης καθεδρικής εκκλησίας Παναγίας Χρυσοαιματούσης.

Ο ΑΛΑΚΑΤΗΣ
Η ζωή κυρίως στην ύπαιθρο ήταν σκληρή. Η φτώχεια κυριαρχούσε, οι άνθρωποι πάλευαν για το καθημερινό τους ψωμί και πολλοί έπεφταν στα χέρια τοκογλύφων, χάνοντας τις περιουσίες τους για λίγα δανικά.
Η εργασία ήταν λίγη και βαριά. Άλλοι δούλευαν στα μεταλλεία, άλλοι σε κυβερνητικές υπηρεσίες της Αγγλικής διοίκησης, συχνά για ένα πενιχρό μεροκάματο. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο καθένας προσπαθούσε να επιβιώσει όπως μπορούσε. Με κόπο, με εξυπνάδα ή και με πονηριά.
Σε αυτή την εποχή που ζούσε ο Αλακάτης ένας φτωχός κουνουπιέρης, όλη μέρα γύριζε τα χωράφια με ένα σακίδιο φάρμακα στον ώμο, ψεκάζοντας στάσιμα νερά για να προστατεύει τις καλλιέργειες και τους ανθρώπους. Ήταν δουλειά δύσκολη, μα έστω και πενιχρή, που του έδινε ένα σταθερό μεροκάματο.
Σε μια τοποθεσία κοντά στη θάλασσα, στη Βρέξη, υπήρχε ένας μικρός λοφίσκος. Από εκεί ο Αλακάτης όποτε γυρνούσε στους αγρούς για να ψεκάσει, αγνάντευε τον ορίζοντα και ονειρευόταν. Καράβια, ταξίδια, άλλους κόσμους. Εκεί έχτισε και μια μικρή πρόχειρη καλύβα και άρχισε να σκέφτεται κάτι σταθερά: να αποκτήσει δικό του το κομμάτι εκείνο της γης. Μα δεν είχε χρήματα.
Και τότε γεννήθηκε η σκέψη. Αν δεν μπορούσε να το αγοράσει νόμιμα, θα το αποκτούσε αλλιώς, χωρίς όμως να αδικηθεί κάποιος φτωχός. Το βάρος θα το πλήρωνε εκείνος που είχε ήδη χτίσει τον πλούτο του πάνω στη δυστυχία των άλλων.
Ο τοκογλύφος του χωριού.
Το σχέδιο ήταν απλό. Παρουσιάστηκε ένα πρωινό στο καφενείο-μπακάλικο του τοκογλύφου.
— Έχω έναν φίλο Άγγλο, είπε. Στρατιώτης. Σπαταλά τα λεφτά του και χρειάζεται συχνά δανικά μέχρι να πληρωθεί. Δεν έχει υποθήκες, αλλά δέχεται να πληρώνει μεγαλύτερο τόκο.
Ο τοκογλύφος σήκωσε το κεφάλι του. Το ενδιαφέρον του άναψε. Μικρό ρίσκο, μεγάλο κέρδος. Δέχτηκε.
Οι πρώτες πέντε λίρες έγιναν έξι. Μετά οι δέκα έγιναν δώδεκα. Ύστερα οι είκοσι έγιναν είκοσι τέσσερις.
Κάθε φορά ο τοκογλύφος έτριβε τα χέρια του πιο δυνατά. Μέχρι που ήρθε η μεγάλη πρόταση.
Πενήντα λίρες. Το ρίσκο ήταν μεγάλο. Μα η απληστία μεγαλύτερη. Δέχτηκε.
Αλλά η μέρα της επιστροφής των χρημάτων δεν ήρθε ποτέ. Ο “Άγγλος φίλος” εξαφανίστηκε. Μα μαζί του χάθηκε και ο Αλακάτης. Ο τοκογλύφος έψαχνε, ρωτούσε, φώναζε. Χωρίς αποτέλεσμα.
Χρόνια μετά, στη Βρέξη, ο μικρός λοφίσκος ανήκε στον Αλακάτη. Πενήντα λίρες. Όσα ακριβώς είχε δώσει ο τοκογλύφος που ήθελε να πλουτίσει περισσότερο.

ΤΟ ΤΟΥΡΚΑΚΙ
Η ιστορία του Αλακάτη και του τοκογλύφου είχε ήδη αρχίσει να κυκλοφορεί στο χωριό. Άλλοι τη θεωρούσαν καπάτσο τέχνασμα, άλλοι μιλούσαν για μεγάλη απάτη. Όπως και να είχε, το όνομα του τοκογλύφου είχε αποκτήσει φήμη ανθρώπου που δύσκολα ξεγελιέται.
Μα όσο έξυπνος κι αν είναι κάποιος, πάντα βρίσκεται κάποιος που θα δοκιμάσει την τύχη του.
Ένα νεαρό Τουρκάκι, γνωστό για την εξυπνάδα και την πονηριά του, αποφάσισε να τον δοκιμάσει και να αποδείξει πως οι ιστορίες που λέγονταν για τον τοκογλύφο δεν ήταν πάντα αληθινές.
Στο τουρκικό καφενείο της οδού Φελλάχογλου, όπου σύχναζε ο τοκογλύφος, τον πλησίασε ένα πρωινό και του ζήτησε μια λίρα δανεική μέχρι την επόμενη μέρα.
Η συναλλαγή ήταν μικρή. Δεν χρειάστηκαν χαρτιά ούτε εγγυήσεις, έτσι ο τοκογλύφος δέχτηκε.
Την άλλη μέρα το Τουρκάκι επέστρεψε τη λίρα, μαζί με πέντε σελίνια τόκο.
— Είναι πολλά, είπε ο τοκογλύφος.
— Πάρτα, απάντησε το Τουρκάκι. Με βοήθησες.
Και η ίδια ιστορία επαναλήφθηκε ξανά.
Ο τοκογλύφος άρχισε να χαίρεται. Εύκολο κέρδος. Μα για τα προσχήματα, έκανε πως αντιδρούσε στον τόκο.
Τότε το Τουρκάκι χαμογέλασε.
— Άκου να δεις, εγώ είμαι άνθρωπος της τιμής. Όταν θέλω, θα σε πληρώνω μόνος μου. Αν όμως μου ζητήσεις τα λεφτά, θα τα χάσεις. Συμφωνείς;
Ο τοκογλύφος συμφώνησε.
Δεν φοβόταν, ήταν σίγουρος πλέον για την τιμιότητα του απρόσμενου νέου πελάτη.
Μερικές μέρες μετά, το Τουρκάκι ζήτησε πέντε λίρες.
Και μετά… σιωπή. Μια μέρα. Δύο. Τρεις. Οι δύο τους συναντιούνταν κάθε μέρα στο καφενείο, μα κανείς δεν μιλούσε για χρήματα. Η ανησυχία άρχισε να μεγαλώνει.
Ο τοκογλύφος κατάλαβε αργά την παγίδα. Και όταν τελικά ζήτησε πίσω τις λίρες…
το Τουρκάκι απάντησε ήρεμα:
— Έχασες. Έτσι συμφωνήσαμε. Αν μου ζητήσεις τα χρήματα, τα χάνεις.
Έτσι, από μια μικρή συναλλαγή, ο τοκογλύφος βρέθηκε να χάνει περισσότερα απ’ όσα είχε λάβει.
Και για ένα διάστημα, στο χωριό έλεγαν την ιστορία με χαμόγελο.
Ήταν από εκείνες τις σπάνιες φορές που ο πονηρός βρέθηκε πιο πονηρεμένος, και οι φτωχοί ένιωθαν πως, έστω και για λίγο, η ζυγαριά έγερνε προς το μέρος τους.
Μα τέτοιες ιστορίες δεν ήταν ο κανόνας. Τις περισσότερες φορές, η ζυγαριά έμενε βαριά από την ίδια πλευρά. Και τότε, δεν υπήρχαν γέλια.
Υπήρχαν μόνο χαμένες περιουσίες, ξεριζωμένες ζωές και άνθρωποι που δεν ξαναστάθηκαν ποτέ στα πόδια τους. Μια τέτοια ιστορία ήταν και της Αρτομησίας.

Η ΑΡΤΟΜΗΣΙΑ
Τον τόπο όπου γεννήθηκε κανείς δεν τον ξεχνά ποτέ. Χαράζεται βαθιά μέσα του και γίνεται μνήμη που πονά γλυκά, σαν μαχαιριά που δεν κλείνει. Τον κουβαλά στον ύπνο και στο ξύπνιο, μέσα στις χαρές και στις λύπες, στη φτώχεια και στους καημούς.
Και υπάρχουν φορές που αυτός ο πόνος γίνεται αβάσταχτος. Κατατρώει τη σκέψη, σκοτεινιάζει τον νου και λυγίζει την ψυχή. Έτσι και στην Αρτομησία χαράχτηκε βαθιά στην ψυχή της, σαν μια πληγή ανεξίτηλη που δεν έλεγε να σβήσει…
Κι ένα κρύο πρωινό, όλοι στο χωριό την είδαν να έρχεται από μακριά. Μια σκυφτή φιγούρα, αδύνατη, να περπατά αργά, σαν χαμένη. Δεν μιλούσε, δεν χαιρετούσε. Τα μάτια της γύριζαν άδεια, σαν να μην αναγνώριζε τον τόπο. Σαν να έψαχνε κάτι.
Όταν έφτασε κοντά στο καφενείο της πλατείας, μπροστά από τη μικρή εκκλησία, ο Κωστής ο καφετζής αναφώνησε:
— Η Αρτομησία.
Πάγωσαν όλοι. Δεν έβλεπαν τη γυναίκα που θυμούνταν. Ήξεραν μια αρχοντική νοικοκυρά, όμορφη και περήφανη. Τώρα έβλεπαν μια σκιά. Ρυτιδιασμένη, αδύνατη, καμπουριασμένη… Πέρασε μπροστά τους χωρίς να σταματήσει. Σαν να μην τους γνώριζε.
Κι εκεί, για μια στιγμή, έμεινε πίσω της μόνο η σιωπή, εκείνη η παράξενη σιωπή που αφήνουν οι άνθρωποι όταν κουβαλούν περισσότερα απ’ όσα φαίνονται.
Όλοι ήξεραν την ιστορία της. Η πλούσια κόρη, που τώρα είχε γίνει φτωχή, μαραζωμένη και χαμένη στον κόσμο της, περνούσε μπροστά τους σαν να μην τους γνώριζε.
Ήταν η κόρη του Ττοουλουθκιού, από το σόι του Σιαμμά, από τους λίγους που είχαν πλούτο. Χωράφια, κοπάδια, χρήματα. Και τα παιδιά του μεγάλωναν με τη δουλειά, αυξάνοντας την περιουσία ακόμη περισσότερο.
Όταν πάντρεψαν την αδερφή τους, της έδωσαν προίκα εκατό σκάλες γης.
Η Αρτομησία καθώς μεγαλώνοντας μέσα στην αφθονία και στον σεβασμό, ήταν περήφανη, και ήξερε ποια ήταν. Παντρεύτηκε έναν πράτη, άνθρωπο εργατικό, που όμως είχε ένα ναϊπι, έπαιζε χαρτιά. Κι όταν οι καιροί άλλαξαν, η φτώχεια βάθυνε, τα χρέη πλήθυναν και οι τοκογλύφοι δυνάμωσαν.
Κάποια μέρα, το όνομά της βρέθηκε σε ένα χαρτί. Εγγυήτρια.
Ο δικαστής δεν δίστασε. Η απόφαση ήταν καθαρή. Ό,τι είχε χάθηκε. Χωράφια, σπίτι, βιος. Τα πήρε όλα ο τοκογλύφος… Έμεινε άκληρη.
Από εκείνη τη μέρα, κάτι μέσα της έσπασε. Δεν μιλούσε. Δεν έτρωγε. Ο νους της σκοτείνιασε. Πήρε τον άντρα της και έφυγαν από το χωριό. Χάθηκαν.
Και τώρα… επέστρεψε.
Περπάτησε ως το παλιό της σπίτι. Στάθηκε απ’ έξω. Σήκωσε τα μάτια της και ψιθύρισε:
— Γιατί με διώξαν… εμένα…
Ύστερα τριγύρισε στους αγρούς. Στα χωράφια που κάποτε ήταν δικά της.
Έσκυβε, άγγιζε τη γη, έκοβε έναν καρπό… και συνέχιζε.
Από εκείνη τη μέρα, κάθε πρωί ερχόταν. Περπατούσε μίλια. Σαν προσκύνημα.
— Γιατί με διώξαν… εμένα…
Τα ίδια λόγια, κάθε φορά, χρόνια ολόκληρα.
Ώσπου ένα πρωί, πριν χαράξει, ένα αυτοκίνητο τη χτύπησε στον δρόμο.
Την άφησαν μισοπεθαμένη. Δεν ξαναπερπάτησε. Ξαναβυθίστηκε στο μαράζι. Δεν έτρωγε, δεν μιλούσε. Οι γιατροί είπαν πως δεν υπήρχε γιατρειά. Ήταν η ψυχή της που είχε αρρωστήσει.
Και ήρθαν συγγενείς από μακριά να τη δουν. Η κόρη και ο γαμπρός της από τον Καναδά. Σκέφτηκαν να την πάρουν βόλτα, πίσω, στους τόπους της.
Κι όταν η Αρτομησία τούς ξαναείδε… ζωντάνεψε.
Την πήγαιναν συχνά. Μέχρι που μια μέρα, σε μια ρεματιά, είδε μια κοκκινωπή απόχρωση — κάτι θάμνους βαμμένους στο κόκκινο. Ήξερε γι’ αυτά. Τα έλεγαν «θάμνους του Θεού». Φτέρες κόκκινες, αρχέγονα φυτά· κι όταν βλασταίνουν, οι άνθρωποι λένε πως τα έσπειρε ο Θεός. Πως μένουν για πάντα, χωρίς να ξεραίνονται, χωρίς να χάνονται. Και ο τόπος γίνεται ιερός.
Μόλις τα αντίκρισε, κάτι ράγισε και μαζί γλύκανε μέσα της. Σαν να καταλάγιασε ένας πόνος χρόνων. Σαν να βρήκε επιτέλους η ψυχή της τον δρόμο της.
Δεν μίλησε. Δεν χρειάστηκε.
Από εκείνη τη μέρα δεν ξαναζήτησε να γυρίσει πίσω. Δεν ξαναρώτησε «γιατί». Ο τόπος την είχε πληγώσει, μα στο τέλος την δέχτηκε ξανά — όχι με τα χώματα και τα σπίτια, αλλά με κάτι βαθύτερο, που δεν χάνεται.
Έζησε ήσυχα τα χρόνια που της απέμειναν, σαν άνθρωπος που ξεχρέωσε με τον πόνο του. Κι όταν ήρθε η ώρα της, έφυγε αθόρυβα, όχι πια χαμένη, όχι πια πικραμένη,
μα συμφιλιωμένη. Σαν να είχε επιστρέψει, επιτέλους, εκεί όπου ανήκε.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΤΟΚΟΓΛΥΦΟΥ
Τη χρονιά του 1958, λίγο πριν το τέλος του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ, μια μέρα όπως έκανε κάθε μέρα, ο τοκογλύφος καβαλίκεψε τον γάιδαρό του και κίνησε στην πόλη του Κτήματος, σε ένα ταχτικό δρομολόγιο που συνήθιζε. Συνήθιζε κάθε πρωί να πηγαίνει στην οδό Φελάχογλου, την τουρκική συνοικία της πόλης, όπου καθόταν σε ένα καφενείο και, πίνοντας τον καφέ του και περνώντας την ώρα του, διεκπεραίωνε ταυτόχρονα τις χρηματικές συναλλαγές του με τους Τούρκους.
Την εποχή εκείνη, ένεκα του αγώνα των Ελλήνων Χριστιανών εναντίον των Βρετανών αποικιοκρατών, μεταξύ Ρωμιών και Τούρκων υπήρχε διαμάχη, καθώς οι Τούρκοι θεωρούνταν σύμμαχοι του εχθρού. Όμως μερικοί και από τις δύο πλευρές, χωρίς να λαμβάνουν υπόψιν αυτή τη διαμάχη, συναλλάττονταν αναμεταξύ τους.
Μέσα στο καφενείο εκείνο, που σήμερα ονομάζεται «Κληματαριά» και είναι σουβλατζίδικο, σύχναζαν και ορισμένοι Ρωμιοί. Το ίδιο σύχναζε και εκείνος.
Εκείνο το μοιραίο πρωινό, καβαλικεμένος πάνω στον γάιδαρό του ενώ πήγαινε την ίδια στράτα, ένα νεαρό Τουρκάκι του έστησε καρτέρι πίσω από το Τούρκικο νεκροταφείο. Παραφύλαξε πίσω από τον ψηλό τοίχο και, όταν κόντεψε, πετάχτηκε και, αρπάζοντας το ζώο από τα γκέμια, ανέσυρε ένα παλιό πιστόλι που ακούμπησε στο στόμα και έριξε μια πιστολιά· ύστερα έτρεξε και χάθηκε στο αντιφέγγισμα του πρωινού που ξημέρωνε εκείνη την κακιά μέρα.
Ο τοκογλύφος, βαριά λαβωμένος αλλά σκληροτράχηλος καθώς ήταν, κρατήθηκε από το στρατούρι και συνέχισε να πορεύεται στον άδειο δρόμο προς την οδό Φελλάχογλου, όπου έλπιζε να βρει βοήθεια.
Με πολλή δυσκολία τα κατάφερε και, φτάνοντας στο καφενείο, έγειρε και έπεσε. Οι Τούρκοι φίλοι του τον μετέφεραν αμέσως στο μικρό νοσοκομείο της πόλης, όμως οι γιατροί δεν μπόρεσαν να τον συνεφέρουν. Έχασε όλο του το αίμα κατά τη μεγάλη χρονική διάρκεια της μεταφοράς του, καθώς η αιμορραγία ήταν μεγάλη, αφού είχε πυροβοληθεί στο στόμα και η σφαίρα τρύπησε το κεφάλι του από τη μια μεριά στην άλλη.
Μετά τον θάνατό του, οι συγγενείς του μαρτυρούν ότι στο δεφτέρι που κατέγραφε τα δανικά υπήρχε υπόλοιπο να παίρνει από τους Τούρκους δεκατρεισήμισι χιλιάδες λίρες, ένα τεράστιο ποσό για την εποχή εκείνη.

Επομένως ήταν φανερά τα κίνητρα της δολοφονίας του. Σκοτώθηκε από Τούρκους που εκείνους τους καιρούς λογαριάζονταν εχθροί της πατρίδας· γι’ αυτό θεωρήθηκε ήρωας και κηδεύτηκε με τιμές πεσόντος αγωνιστή υπέρ πίστεως, πατρίδας και ελευθερίας.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου