ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΓΟΡΓΟΝΕΣ;
Ήταν χρόνια δύσκολα. Η γη είχε ξεχάσει τη βροχή και ο ουρανός έμοιαζε να έχει
σφραγίσει για πάντα τις πύλες του. Η ανομβρία κρατούσε τόσο πολύ, που οι άνθρωποι
δεν θυμούνταν πια το χρώμα των χλωρών χωραφιών. Τα πηγάδια στέρευαν, οι σοδειές
χάνονταν, τα κοπάδια λιγόστευαν και η φτώχεια απλωνόταν σαν σκιά πάνω από τον
τόπο. Μονάχα όσοι ζούσαν κοντά στη θάλασσα είχαν μια ελπίδα παραπάνω.
Εκεί όπου η στεριά αρνιόταν να δώσει καρπό, η θάλασσα πρόσφερε ακόμη τα δώρα
της. Άλλοτε γενναιόδωρα κι άλλοτε με το σταγονόμετρο, μα πάντοτε άφηνε ένα
παράθυρο ανοιχτό στην επιβίωση. Έτσι οι άνθρωποι στράφηκαν προς τα κύματα. Με
καλάμια, απόχες, πετονιές και καμάκια, ξημεροβραδιάζονταν στους γιαλούς. Οι πιο
επίμονοι έγιναν ψαράδες. Οι πιο τολμηροί έμαθαν να διαβάζουν τα σημάδια του
καιρού, να ξεχωρίζουν τα ρεύματα, να μαντεύουν τα μυστικά που έκρυβε το
απέραντο γαλάζιο.
Ανάμεσά τους ήταν και ο Γιώρκος του Λεωνή. Κάποτε ήταν από τους μεγαλύτερους
βοσκούς της περιοχής. Τα κοπάδια του απλώνονταν στις πλαγιές και στα υψώματα. Μα
η ξηρασία δεν λυπήθηκε κανέναν. Η γη ξεράθηκε, τα χόρτα χάθηκαν και τα πρόβατα
λιγόστεψαν χρόνο με τον χρόνο.
Στην αρχή έπιασε το ψάρεμα για συμπλήρωμα. Ύστερα για ανάγκη. Και στο τέλος από
αγάπη. Η θάλασσα τον μάγεψε. Χειμώνα καλοκαίρι βρισκόταν πάνω στους βράχους
πριν ακόμη χαράξει. Έβλεπε τα κύματα να γεννιούνται μέσα στο σκοτάδι και να
παίρνουν χρώμα μαζί με τον ήλιο. Μάζευε δολώματα, έστηνε πετονιές και περνούσε
ώρες ατέλειωτες ακούγοντας μόνο τον άνεμο και το νερό.
Η θάλασσα έγινε τρόπος ζωής. Κι αυτή την αγάπη την κληρονόμησε ο γιος του, ο
Κωστάκης. Ο νεαρός μεγάλωσε μέσα στο αλάτι και στα δίχτυα. Με τα χρόνια
απέκτησε δική του μεγάλη μηχανοκίνητη βάρκα και μαζί με τον πατέρα του όργωνε
τις θάλασσες της Κύπρου.
Όμως ο Κωστάκης είχε ακόμη μία αδυναμία. Τις ιστορίες. Ιδιαίτερα τις ιστορίες
για γοργόνες. Άκουγε τους γέρους ψαράδες να διηγούνται παράξενα περιστατικά, να
μιλούν για σκιές που εμφανίζονταν στα κύματα, για γυναικείες μορφές που
χάνονταν μέσα στους αφρούς, για μυστηριώδη πλάσματα που κανείς δεν κατάφερε
ποτέ να πλησιάσει. Δεν τους πίστευε εύκολα. Κι όμως...
Κάθε φορά που άκουγε τέτοιες αφηγήσεις, μια μικρή αμφιβολία φώλιαζε μέσα του.
Οι θάλασσες ήταν αχανείς. Οι βυθοί ανεξερεύνητοι. Ποιος μπορούσε να ορκιστεί
πως γνώριζε όλα τα μυστικά τους;
Ένα πρωινό μοιανού καλοκαιριού, η θάλασσα ήταν ήρεμη σαν γυαλί. Ο Κωστάκης βρισκόταν
μόνος στη βάρκα του κοντά στις ξέρες του Φουρφουρή, όταν κάτι τράβηξε την προσοχή
του. Μια κίνηση. Μια σκιά. Κάτι ανέβαινε στην επιφάνεια και ξαναχανόταν. Στην
αρχή νόμισε πως ήταν δελφίνι. Έπειτα κατάλαβε πως δεν έμοιαζε με κανένα δελφίνι
που είχε δει στη ζωή του. Αναδυόταν για λίγα δευτερόλεπτα, γλιστρούσε ανάμεσα στους
αφρούς και βυθιζόταν ξανά. Ύστερα εμφανιζόταν πιο πέρα. Σαν να έπαιζε. Σαν να
χόρευε με τα κύματα.
Ο Κωστάκης έμεινε ακίνητος. Η καρδιά του άρχισε να χτυπά γρηγορότερα. Παρακολουθούσε
ώρα πολλή χωρίς να μπορεί να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Όσο περνούσε η ώρα,
τόσο πιο πολύ μεγάλωνε μέσα του μια παράξενη σκέψη.
Κι αν ήταν αλήθεια; Κι αν οι ιστορίες των παλιών δεν ήταν παραμύθια; Κι αν
μπροστά του βρισκόταν μια γοργόνα;
Όταν η μυστηριώδης μορφή χάθηκε οριστικά στα νερά, ο Κωστάκης γύρισε στο σπίτι
του ανήσυχος. Όλη τη νύχτα στριφογύριζε στο κρεβάτι χωρίς να μπορεί να κλείσει
μάτι. Η εικόνα της δεν έλεγε να φύγει από το μυαλό του.
Από την επόμενη κιόλας μέρα εκμυστηρεύτηκε όσα είχε δει στον πατέρα του. Ο
Γιώρκος άκουσε προσεκτικά χωρίς να τον διακόψει. Δεν τον κορόιδεψε ούτε αμφέβαλε.
Άλλωστε και οι δυο γνώριζαν πως η θάλασσα έκρυβε μυστικά που κανένας άνθρωπος
δεν μπορούσε να εξηγήσει.
Έτσι άρχισαν να ρίχνουν καθημερινά τα δίχτυα τους γύρω από τις ξέρες του Φουρφουρή.
Μία μέρα. Δύο. Μία εβδομάδα. Ύστερα άλλη μία… Τίποτε.
Όμως δεν εγκατέλειψαν. Κάτι τους έλεγε πως το παράξενο πλάσμα θα εμφανιζόταν
ξανά.
Και τότε, ένα πρωινό που ο ήλιος μόλις είχε βγει από τον ορίζοντα, συνέβη. Τα δίχτυα
βάραιναν ασυνήθιστα. Οι δυο ψαράδες άρχισαν να τα τραβούν αργά. Όσο πλησίαζαν στη
βάρκα, τόσο μεγάλωνε η αγωνία τους. Κάτι σπαρταρούσε μέσα τους. Κάτι
διαφορετικό από όλα όσα είχαν πιάσει ποτέ.
Ο Γιώρκος κοίταξε πρώτος. Και πάγωσε. Και ο Κωστάκης το ίδιο, Το αίμα του
πάγωσε κι αυτού.
Ανάμεσα στα ψάρια βρισκόταν ένα πλάσμα παράξενο. Ούτε άνθρωπος. Ούτε ψάρι. Το πρόσωπό
του είχε κάτι το ανθρώπινο. Τα μάτια του ήταν μεγάλα και γεμάτα τρόμο. Το σώμα
του γυάλιζε από τα νερά της θάλασσας καθώς πασχίζε να ελευθερωθεί.
Για λίγες στιγμές κανείς τους δεν μίλησε. Άκουγαν μόνο την ανάσα τους και το
νερό που χτυπούσε στα πλευρά της βάρκας.
Το πλάσμα τους κοιτούσε. Και μέσα σε εκείνο το βλέμμα υπήρχε κάτι που δεν θα
ξεχνούσαν ποτέ. Φόβος. Ικεσία. Ζωή.
Οι δύο άντρες αντάλλαξαν ένα βλέμμα. Δεν χρειάστηκαν λόγια. Αυτό που είχαν πιάσει
στα δίχτυα τους δεν έμοιαζε με κανένα ψάρι της θάλασσας. Σκέφτηκαν και
ξανασκέφτηκαν, μα άλλη εξήγηση δεν μπορούσαν να δώσουν. Όσο το κοιτούσαν, τόσο
δυνάμωνε μέσα τους η ίδια πεποίθηση. Ναι, πρέπει να ήταν γοργόνα.
Με προσοχή έλυσαν τα δίχτυα που την κρατούσαν φυλακισμένη. Ύστερα την κατέβασαν
απαλά στο νερό. Για μια στιγμή έμεινε ακίνητη. Και ξαφνικά χάθηκε στα βαθιά με
μια δυνατή βουτιά.
Οι δύο ψαράδες συνέχισαν να κοιτούν τη θάλασσα χωρίς να μιλούν. Πέρασαν λίγα
λεπτά, και τότε, πολύ μακριά από τη βάρκα, η παράξενη μορφή ξαναβγήκε στην
επιφάνεια. Πήδηξε πάνω από τους αφρούς. Γύρισε προς το μέρος τους. Έμεινε για
μια στιγμή ακίνητη. Σαν να τους κοιτούσε. Σαν να τους χαιρετούσε. Σαν να τους
ευχαριστούσε. Και πριν προλάβουν να καταλάβουνν, βυθίστηκε ξανά στα ατέλειωτα
νερά.
Ο Κωστάκης έμεινε σιωπηλός. Κοίταξε τον ορίζοντα όπου είχε χαθεί το πλάσμα και
χαμογέλασε αχνά. Ίσως, σκέφτηκε, η θάλασσα να μην έχει αποκαλύψει ακόμη όλα τα
μυστικά της. Ίσως τελικά... να υπάρχουν γοργόνες.
Η ΚΑΚΙΑ
ΓΟΡΓΟΝΑ ΚΑΙ Ο ΜΙΚΡΟΣ ΨΑΡΑΣ
Στα Ροδαφίνια της Χλώρακας η θάλασσα είχε τη δική της ψυχή. Απλωνόταν κοντά
στις ξέρες του Φουρφουρή, στη νότια πλευρά τους, μια θάλασσα ανοιχτή μα συνήθως
γαλήνια. Το μικρό ακρωτήρι της Μούττης και οι βραχονησίδες που ορθώνονταν στα
νερά λειτουργούσαν σαν φυσικό καταφύγιο, κρατώντας μακριά τους δυνατούς
ανέμους. Έτσι τα κύματα έφταναν στην ακτή ήμερα και κουρασμένα, λες και είχαν
αφήσει όλη την αγριάδα τους στ’ ανοιχτά. Κάτω όμως από την ήρεμη επιφάνειά της
κρυβόταν ένας άλλος κόσμος.
Σκοτεινά σπήλαια, βυθισμένα περάσματα και βαθιές σχισμές φιλοξενούσαν ψάρια,
χταπόδια, καραβίδες και κάθε λογής θαλασσινά πλάσματα. Οι παλιοί ψαράδες
γνώριζαν καλά τον τόπο και απέφευγαν ορισμένα σημεία, όχι γιατί φοβούνταν τη
θάλασσα, αλλά γιατί φοβούνταν όσα έλεγαν οι θρύλοι.
Λίγα μέτρα πιο μέσα από την ακτή υπήρχε μια μικρή λιμνοθάλασσα. Τον χειμώνα οι
φουρτούνες τη γέμιζαν φύκια και αφρούς, τόσο που δύσκολα ξεχώριζε κανείς πού
τελείωνε η στεριά και πού άρχιζε το νερό. Τα καλοκαίρια όμως τα νερά της καθάριζαν
και γίνονταν διάφανα σαν κρύσταλλο. Μικρά ψάρια, καβούρια, όστρακα και χταπόδια
περιπλανιούνταν στον πυθμένα της. Τα παιδιά του χωριού λάτρευαν εκείνο το μέρος.
Κολυμπούσαν, έπαιζαν και τις νύχτες έβγαιναν με πυροφάνι για να μαζέψουν κάβουρες
και καραβίδες.
Υπήρχε όμως κάτι που κανείς δεν τολμούσε να κάνει. Στον βυθό της λιμνοθάλασσας
άνοιγε ένα φυσικό υπόγειο πέρασμα που επικοινωνούσε με τη θάλασσα. Κανείς δεν τολμούσε
να βουτήξει από τη μία πλευρά και να βγει από την άλλη. Ούτε τα πιο τολμηρά παιδιά.
Ούτε οι πιο έμπειροι ψαράδες. Οι γέροντες διηγούνταν πως όσοι το είχαν
επιχειρήσει στα παλιά χρόνια χάθηκαν για πάντα μέσα στα σκοτεινά νερά.
Κι ύστερα χαμήλωναν τη φωνή τους. Γιατί υπήρχε ένας ακόμη λόγος. Ένας λόγος που
ψιθυριζόταν μόνο τα βράδια. Έλεγαν πως εκεί κατοικούσε μια γοργόνα. Όχι μια καλοσυνάτη
γοργόνα σαν εκείνες των παραμυθιών. Μα μια γοργόνα σκοτεινή και εκδικητική.
Οι παλιοί πίστευαν πως ήταν η αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Από τότε που έχασε
τον αδελφό της περιπλανιόταν στις θάλασσες γεμάτη οργή για τους ανθρώπους,
θεωρώντας τους υπαίτιους για τον θάνατό του. Άλλοι έλεγαν κάτι ακόμη πιο
τρομακτικό. Πως οι γοργόνες δεν είχαν ψυχή. Και επειδή γνώριζαν πως η ανθρώπινη
ψυχή ήταν αθάνατη, προσπαθούσαν να την αποκτήσουν. Με τραγούδια, γλυκόλογα και
υποσχέσεις παρέσυραν ναυτικούς και ψαράδες στα βαθιά νερά. Κι έπειτα δεν τους
ξανάβλεπε ποτέ κανείς.
Γι’ αυτό πολλοί ψαράδες απέφευγαν τα Ροδαφίνια. Κανείς όμως δεν φοβόταν περισσότερο
τη μοναξιά από τη γοργόνα. Χρόνια ολόκληρα περιπλανιόταν ανάμεσα στα βράχια και
στις σπηλιές χωρίς να καταφέρει να αποκτήσει αυτό που ποθούσε περισσότερο. Μια
ανθρώπινη ψυχή.
Κάποτε λοιπόν συνέλαβε ένα σχέδιο. Κολύμπησε ως το υπόγειο πέρασμα της λιμνοθάλασσας
και κρύφτηκε στα σκοτεινά νερά του. Εκεί περίμενε. Καρτερούσε υπομονετικά το
θήραμά της.
Ώσπου ένα απόγευμα εμφανίστηκε ένας νεαρός ψαράς. Ήταν όμορφος, γεροδεμένος και
γνωστός για την εξυπνάδα του. Συνήθιζε να ψαρεύει μόνος κοντά στη λιμνοθάλασσα,
αδιαφορώντας για τις ιστορίες που τρόμαζαν τους άλλους.
Η γοργόνα τον παρακολούθησε για ώρα. Κι όταν βεβαιώθηκε πως ήταν μόνος, βγήκε
αργά από τη σκιά του περάσματος.
Ο νεαρός σάστισε. Μπροστά του στεκόταν μια γυναίκα απίστευτης ομορφιάς. Τα
μαλλιά της κυμάτιζαν πάνω στο νερό σαν φύκια χρυσά και τα μάτια της λαμπύριζαν
σαν το φως του φεγγαριού.
— Μη φοβάσαι, του είπε με φωνή γλυκιά σαν τραγούδι.
Ο ψαράς ένιωσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά. Θυμήθηκε όμως αμέσως τις
ιστορίες των γερόντων. Και πρόσεξε πως η όμορφη γυναίκα δεν απομακρυνόταν στιγμή
από το άνοιγμα της σήραγγας. Σαν να ήθελε να κρατά πάντα ανοιχτό τον δρόμο της
διαφυγής.
Άρχισε να του μιλά. Χαμογελούσε. Του έλεγε λόγια γλυκά. Τον καλούσε να
πλησιάσει. Να κατέβει στο νερό. Να κολυμπήσουν μαζί.
Μα ο νεαρός δεν έκανε βήμα. Αντίθετα, άρχισε να υφαίνει το δικό του σχέδιο.
— Πώς να σε εμπιστευτώ; της είπε.
— Γιατί να μη με εμπιστεύεσαι;
— Γιατί μένεις κρυμμένη μέσα στο λαγούμι σου. Αν θέλεις να πιστέψω πως δεν μου
θέλεις κακό, έλα πρώτα εσύ έξω.
Η γοργόνα δίστασε. Ο νεαρός όμως συνέχισε να μιλά με ηρεμία.
Κουβέντα στην κουβέντα η ώρα περνούσε. Ο ήλιος χαμήλωνε. Οι σκιές μάκραιναν. Η
γοργόνα άρχισε να ανησυχεί μήπως ο ψαράς φύγει. Κι έτσι πήρε την απόφαση. Βγήκε
αργά από το πέρασμα και προχώρησε στα ρηχά νερά της λιμνοθάλασσας.
Αυτό περίμενε ο νεαρός. Με μια απότομη κίνηση έσπρωξε έναν μεγάλο βράχο που
βρισκόταν στην άκρη. Ο βράχος κύλησε με βρόντο. Το έδαφος τραντάχτηκε. Και πριν
προλάβει η γοργόνα να αντιδράσει, το άνοιγμα της σήραγγας έκλεισε. Η διέξοδος
είχε χαθεί.
Η γοργόνα κατάλαβε αμέσως τι είχε συμβεί. Έβγαλε μια κραυγή τόσο δυνατή που πάγωσε
το αίμα του νεαρού ψαρά. Ύστερα άλλη μία. Και άλλη μία.
Οι φωνές της αντήχησαν στα βράχια, στις σπηλιές και στις ακτές. Ήταν φωνές γεμάτες
θυμό. Γεμάτες φόβο. Γεμάτες απελπισία.
Η γοργόνα ήταν παγιδευμένη. Ο νεαρός δεν περίμενε περισσότερο. Έτρεξε πίσω στο
χωριό και διηγήθηκε όσα είχαν συμβεί.
Από εκείνη τη μέρα, έλεγαν οι παλιοί, οι κραυγές της ακούγονταν κάθε φορά που η
θάλασσα αγρίευε. Τις νύχτες της φουρτούνας ένας βαθύς βρυχηθμός έβγαινε από τα
Ροδαφίνια. Άλλοτε έμοιαζε με κλάμα. Άλλοτε με ουρλιαχτό. Κι άλλοτε με τη φωνή
μιας γυναίκας που θρηνούσε αδιάκοπα.
Οι χωριανοί πίστευαν πως ήταν η φυλακισμένη γοργόνα που εξακολουθούσε να θρηνεί
την τύχη της.
Υπήρχαν όμως κι άλλοι που γελούσαν με αυτές τις ιστορίες. Έλεγαν πως δεν υπήρξε
ποτέ γοργόνα. Πως το βουητό δεν ήταν παρά ο ήχος της θάλασσας που χτυπούσε με
ορμή τα υπόγεια τοιχώματα της λιμνοθάλασσας. Πως ο αέρας και το νερό, στριμωγμένα
στα βράχια, δημιουργούσαν εκείνο το παράξενο μουγκρητό που τρόμαζε τους ανθρώπους.
Ίσως να είχαν δίκιο. Ίσως πάλι όχι. Γιατί ακόμη και σήμερα, όταν ο καιρός
αγριεύει στα Ροδαφίνια και ο αέρας γεμίζει με εκείνον τον παράξενο συριχτό ήχο,
υπάρχουν κάποιοι γέροντες στη Χλώρακα που σταματούν για λίγο να μιλούν, κοιτάζουν
προς τη θάλασσα και ψιθυρίζουν:
— Ακούς; Η γοργόνα ακόμη κλαίει...
ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
ΤΗΣ ΓΟΡΓΟΝΑΣ
Οι παλιοί Χλωρακιώτες έλεγαν πως τότε, πριν οι δρόμοι γεμίσουν αυτοκίνητα και
πριν οι πολυκατοικίες υψωθούν πάνω από τα χωράφια, στα Ροδαφίνια, μέσα στη
φυσική θαλασσινή λίμνη, ζούσε μια καλή μικρή γοργόνα.
Τότε τα νερά ήταν καθάρια σαν κρύσταλλο. Ο βυθός έσφυζε από ζωή. Ψάρια,
κάβουρες και χταπόδια περιπλανιούνταν αμέριμνα στα φύκια και στις πέτρες, ενώ
γύρω από τη λίμνη φύτρωναν καλαμιές, αγριολούλουδα και κάθε λογής φυτά που μοσχοβολούσαν
άνοιξη.
Η μικρή γοργόνα δεν έμοιαζε με τις γοργόνες των τρομακτικών θρύλων. Αγαπούσε
τους ανθρώπους.
Όταν η θάλασσα γαλήνευε και ο ήλιος έγερνε προς τη δύση, ξεπρόβαλλε μέσα από τα
νερά και συνομιλούσε με τους ψαράδες και τους βοσκούς που περνούσαν από εκεί.
Τους μιλούσε για τα ψάρια, για τους ανέμους και για τα μυστικά της θάλασσας.
Οι χωριανοί πίστευαν πως η γοργόνα προστάτευε τη Χλώρακα. Και όσο εκείνη βρισκόταν
στα Ροδαφίνια, κανένα κακό δεν μπορούσε να ριζώσει στον τόπο. Το πίστευαν αυτό
βαθιά, γιατί γνώριζαν την παλιά ιστορία:
Πριν από πολλούς αιώνες, ένας νέος του χωριού την είδε και την αγάπησε. Την αγάπησε
τόσο πολύ, που η σκέψη πως δεν θα μπορούσε ποτέ να την κάνει δική του τον
γέμιζε απόγνωση. Η γοργόνα ήταν πλάσμα της θάλασσας. Εκείνος άνθρωπος της στεριάς.
Δύο κόσμοι διαφορετικοί.
Η μικρή γοργόνα όταν κατάλαβε τον πόνο του, τον κάλεσε ένα δειλινό κοντά στη
λιμνοθάλασσα.
— Δεν μπορούμε να ζήσουμε όπως οι άνθρωποι, του είπε. Όμως μπορούμε να
αγαπιόμαστε.
Ο νέος δέχτηκε. Και από εκείνη τη μέρα συναντιούνταν καθημερινά. Καθισμένος
στην άκρη της λίμνης, της μιλούσε για το χωριό, για τα χωράφια, για τους
ανθρώπους και τα όνειρά του. Κι εκείνη του μιλούσε για τη θάλασσα.
Τα χρόνια περνούσαν. Ο νέος έγινε άντρας. Ύστερα μεσήλικας. Κι όμως η γοργόνα έμενε
πάντα ίδια, σαν να μην την άγγιζε ο χρόνος.
Μια μέρα τον κυρίευσε η ανησυχία.
— Κι όταν γεράσω; τη ρώτησε. Κι όταν πεθάνω; Θα με ξεχάσεις;
Η γοργόνα χαμογέλασε.
— Ποτέ, του αποκρίθηκε. Θα σε αγαπώ όσο υπάρχουν τα Ροδαφίνια. Μόνο όταν χαθεί
η λίμνη θα χαθεί και η αγάπη μου.
Ο νέος ηρέμησε. Και όταν ήρθε η ώρα του να φύγει από τον κόσμο, έφυγε γαλήνιος.
Όμως, όπως λέει ο θρύλος, το πνεύμα του δεν εγκατέλειψε τη Χλώρακα. Έμεινε
εκεί. Περιπλανιόταν πάνω από τα χωράφια και τις ακτές, προστάτευε τους ανθρώπους
και κρατούσε συντροφιά στην αγαπημένη του γοργόνα.
Έτσι πέρασαν αιώνες. Ώσπου ήρθαν άλλοι καιροί. Οι άνθρωποι άρχισαν να χτίζουν.
Οι δρόμοι πλήθυναν. Τα χωράφια λιγόστεψαν.
Και η μικρή λιμνοθάλασσα των Ροδαφινιών άρχισε σιγά σιγά να χάνεται. Τα νερά της
μολύνθηκαν. Απόνερα και λύματα βρήκαν τον δρόμο τους προς τη θάλασσα. Τα ψάρια
λιγόστεψαν. Η παλιά ομορφιά έσβησε.
Και τότε εκπληρώθηκε η προφητεία. Μαζί με τη λίμνη χάθηκε και η υπόσχεση της
γοργόνας. Κανείς δεν ξέρει τι απέγινε το πνεύμα του νέου. Οι γέροντες λένε πως
έσβησε σαν φλόγα που δεν είχε πια τίποτα να φωτίσει.
Και από τότε η Χλώρακα άλλαξε. Οι άνθρωποι πλούτισαν. Τα χωράφια έγιναν
οικόπεδα. Τα μονοπάτια δρόμοι. Τα περιβόλια κτίρια.
Η πρόοδος ήρθε. Μα μαζί της χάθηκε κάτι που δεν μπορούσε να μετρηθεί με χρήματα.
Κάτι πιο παλιό. Πιο βαθύ. Ίσως η ψυχή του τόπου.
Και κάποιοι γέροντες, όταν περνούν από τα Ροδαφίνια και κοιτούν τη θάλασσα,
λένε ακόμη πως τις ήσυχες νύχτες ακούγεται ένα παράξενο τραγούδι να έρχεται από
τα νερά. Άλλοι λένε πως είναι ο αέρας. Άλλοι πως είναι τα κύματα.
Υπάρχουν όμως και εκείνοι που πιστεύουν πως είναι η μικρή γοργόνα που εξακολουθεί
να αναζητά τον αγαπημένο της, περιμένοντας μάταια να ξαναγυρίσουν οι μέρες που
τα Ροδαφίνια ήταν ακόμη ζωντανά.
Ο
ΜΙΚΡΟΣ ΨΑΡΑΣ
Από μικρός ο Βασίλης ζούσε ευτυχισμένος και χαρούμενος, γιατί ένιωθε πως η
θάλασσα που γλυκά φιλούσε τις ακρογιαλιές της Χλώρακας, τον αγκάλιαζε με τον
ίδιο τρόπο όταν μικρό παιδί κολυμπούσε στα γαλανά νερά της ή όταν το απαλό θαλασσινό
αγέρι του ξένιζε τα μαλλιά καθώς τραβούσε τα κουπιά της μικρής του βάρκας.
Ο πατέρας του ήταν σπουδαίος ναυτικός, άνθρωπος της θάλασσας μέχρι το μεδούλι
του, που την αγαπούσε υπερβολικά και τη γνώριζε απ’ έξω και ανακατωτά. Αυτή η
αγάπη, βαθιά και ανεξήγητη, πέρασε φυσικά στον γιο του, στον Ανδρέα, ένα σκληροτράχηλο
αγόρι που από τα γεννοφάσκια του ζούσε μέσα στο νερό και στα καΐκια. Κι επειδή
έμοιαζε τόσο πολύ στον πατέρα του, οι κάτοικοι του χωριού τον φώναζαν κι αυτόν
Βασίλη, κι εκείνος το δέχτηκε σαν να ήταν το πραγματικό του όνομα.
Κάθε ξημέρωμα ακολουθούσε τον πατέρα του και μαζί έβγαιναν στη θάλασσα για
ψάρεμα και δουλειές. Όταν δεν τον έπαιρνε μαζί, γύριζε μόνος τις ακρογιαλιές,
με μοναδική συντροφιά τον ήχο των κυμάτων και το μαϊστράλι, και ένιωθε πως δεν
θα μπορούσε να υπάρξει μεγαλύτερη ευτυχία από αυτή.
Πιο πολύ όμως τον τραβούσαν οι ξέρες του Φουρφουρή, λίγο πιο έξω από την ακτή.
Εκεί πήγαινε κολυμπώντας και καθόταν με τις ώρες, χαμένος στις σκέψεις του και
στις ιστορίες που είχε ακούσει από τον πατέρα του για τις μικρές σειρήνες της
θάλασσας.
Οι ξέρες αυτές ήταν επικίνδυνες. Μέσα στον βαθύ γιαλό, άλλοτε κρύβονταν και
άλλοτε έρχονταν στην επιφάνεια με την άμπωτη. Πάνω τους είχαν τσακιστεί πολλά
καράβια, από παλιά χρόνια μέχρι σήμερα. Οι ντόπιοι έλεγαν πως η θάλασσα τις
μέρες της καταιγίδας τα άρπαζε και τα έριχνε πάνω τους χωρίς έλεος. Ο Βασίλης
όμως πίστευε πως κάτι άλλο, μια αόρατη δύναμη, οδηγούσε τα πλοία εκεί, σαν να
μην ήταν ποτέ εντελώς τυχαία το ναυάγια.
Πλοία και καΐκια είχαν χαθεί εκεί, και όσα δεν καταστράφηκαν τελείως έγιναν ένα
με τον βυθό. Αρχαία αντικείμενα, θραύσματα από σκεύη και σκαριά, έμεναν ακόμη
βυθισμένα στα νερά, σαν μνήμες μιας θάλασσας που δεν ξεχνά.
Ο πατέρας του του είχε πει κάποτε μια ιστορία που δεν την ξέχασε ποτέ. Ότι πάνω
σε εκείνες τις ξέρες είχε το θρόνο της μια μικρή νεράιδα, κόρη της βασίλισσας
των γοργόνων, που εξουσίαζε τους βυθούς των θαλασσών.
Ήταν, λέει, μια μικρή γοργόνα που κάποτε ξέφυγε από την προσοχή της μητέρας της
και χάθηκε στους απέραντους ωκεανούς. Μέρες και νύχτες πάλευε να βρει τον δρόμο
της επιστροφής, μα όσο κι αν προσπαθούσε, η θάλασσα την οδηγούσε αλλού. Ήταν
μικρή και απροστάτευτη, και μέσα στο απέραντο νερό κινδύνευε από τα μεγάλα ψάρια
και τα ρεύματα που δεν συγχωρούσαν κανένα λάθος.
Ύστερα από μια μεγάλη περιπλάνηση, κουρασμένη και τρομαγμένη, βρέθηκε στις ξέρες
του Φουρφουρή. Εκεί ανέβηκε στην πιο ψηλή κορφή τους και άρχισε να τραγουδά με
λυγμό, καλώντας τη μητέρα της να την ακούσει.
Το τραγούδι της ταξίδεψε μακριά, και τα δελφίνια που το άκουσαν το μετέφεραν σε
όλη τη θάλασσα. Η μητέρα της το έμαθε και ήρθε να τη βρει. Τη βρήκε και την
πήρε πίσω, όμως την έκλεισε σε ένα κλουβί, φοβούμενη πως θα χαθεί ξανά.
Όταν όμως η μικρή γοργόνα έμενε μόνη, το παράπονό της μεγάλωνε. Κι όταν την άφηναν
ελεύθερη, έτρεχε πάλι στις ξέρες του Φουρφουρή, όπου καθόταν σαν να ήταν ο
θρόνος της, και τραγουδούσε.
Το τραγούδι της δεν ήταν πια μόνο λυπητερό, είχε γίνει και επικίνδυνο. Γιατί
όποιος ναυτικός το άκουγε, πλησίαζε χωρίς να το καταλάβει. Και τότε τα καράβια
έπεφταν πάνω στις ξέρες και χάνονταν μέσα στα βαθιά νερά.
Έτσι οι ξέρες του Φουρφουρή έγιναν τόπος φόβου και μύθου.
Κι ο Βασίλης, το μικρό παιδί, μεγάλωνε ακούγοντας αυτά τα λόγια και δεν ήξερε ποτέ
αν ήταν αλήθεια ή παραμύθι, αν η γοργόνα υπήρχε πραγματικά ή αν ήταν απλώς η φωνή
της ίδιας της θάλασσας.
Η
ΑΔΕΡΦΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
Ο Βασίλης της Χλώρακας είχε μεγαλώσει μέσα στη φτώχεια, μα η ζωή τον είχε ήδη
δέσει με τη θάλασσα όσο δεν μπορούσε να τον δέσει τίποτε άλλο.
Έβγαινε με τη μικρή του βάρκα χωρίς μηχανή, και όσο μεγάλωνε τόσο πιο βαθιά
τολμούσε να πηγαίνει, στα νερά που σκοτεινιάζουν και βαραίνουν. Δεν φοβόταν
ούτε ανέμους ούτε ρεύματα.
Ώσπου μια μέρα η θάλασσα άλλαξε πρόσωπο. Ο ουρανός σκοτείνιασε απότομα, ο
άνεμος δυνάμωσε και τα νερά σηκώθηκαν σαν να είχαν ζωή.
Ο Βασίλης άρχισε να κάνει κουπί με όλη του τη δύναμη.
Δεν πάλευε πια για ψάρεμα, αλλά για επιστροφή.
Μα η θάλασσα δεν άκουγε. Τα κύματα τον έσπρωχναν όλο και πιο βαθιά, ώσπου τα
χέρια του έτρεμαν από την κούραση.
Και τότε άκουσε έναν ξερό ήχο…
Το κουπί έσπασε. Η βάρκα έμεινε ακυβέρνητη. Και η στεριά χάθηκε. Γύρω του μόνο
νερό. Και πάνω του μόνο ουρανός σκοτεινός. Για πρώτη φορά ένιωσε τον φόβο να
ανεβαίνει μέσα του.
Η νύχτα τον βρήκε μόνο, κουλουριασμένο στη βάρκα, να τρέμει από κρύο και εξάντληση.
Δεν είχε φαγητό. Ούτε νερό. Ούτε προσανατολισμό. Μονάχα τη θάλασσα, που ανέπνεε
γύρω του σαν κάτι ζωντανό και αδιάφορο.
— Αν βουτήξω… σκέφτηκε, θα με πάρει η γοργόνα του Αλέξανδρου που γυρνά τα πελάγη
και ρωτά για τον αδερφό της.
Κι έμεινε εκεί. Να περιμένει με τις ώρες, πολλές ώρες, μέρες σωστές. Χωρίς
ήλιο. Χωρίς στεριά. Χωρίς φωνή ανθρώπινη. Μέχρι που η ελπίδα άρχισε να λιγοστεύει…
Και τότε, μια νύχτα, μέσα στο μισοσκόταδο και στο κύμα, κάτι κινήθηκε δίπλα στη
βάρκα. Ο Βασίλης σήκωσε τα μάτια. Και την είδε. Την γοργόνα την αδερφή του Μέγα
Αλέξανδρου.
— Εγώ θα σε βοηθήσω, του είπε με φωνή απαλή.
Ο Βασίλης δεν ήξερε αν ονειρευόταν ή αν πέθαινε. Η μορφή ανέβηκε στη βάρκα. Τα
ρούχα της έσταζαν θαλασσινό φως.
— Πιες, του είπε.
— Πρέπει να κρατήσεις τις δυνάμεις σου.
Του έδωσε νερό και εκείνος ήπιε λαίμαργα, σαν να ξανάβρισκε τη ζωή.
Ένιωσε το σώμα του να ζεσταίνεται σιγά σιγά.
Η νεράιδα τον κρατούσε αγκαλιά. Και για πρώτη φορά μετά από μέρες, ο φόβος άρχισε
να υποχωρεί.
Ο ύπνος τον πήρε χωρίς να το καταλάβει. Όταν ξύπνησε, ένιωσε τη βάρκα να κινείται
αλλιώς.
— Ξύπνα, του είπε η φωνή.
— Πλησιάζουμε σε στεριά.
Σηκώθηκε ζαλισμένος. Το σκοτάδι είχε αρχίσει να υποχωρεί, και μπροστά του φαινόταν
αχνά η γραμμή της γης.
— Το ρεύμα άλλαξε όσο κοιμόσουν, είπε η νεράιδα.
— Σώθηκες.
Και πρόσθεσε ήρεμα:
— Η δουλειά μου τελείωσε.
Η βάρκα ακούμπησε απαλά στην άμμο.
Και πριν προλάβει να μιλήσει, η γοργόνα γλίστρησε ξανά στο νερό.
Ο Βασίλης άπλωσε το χέρι.
— Πώς σε λένε; Πώς θα σου το ξεπληρώσω;
Για μια στιγμή η θάλασσα έμεινε ακίνητη. Και τότε ακούστηκε η φωνή της, σαν να
ερχόταν από παντού και από πουθενά:
— Είμαι η γοργόνα… η αδερφή του Μεγαλέξανδρου. Η καλή νεράιδα των ανθρώπων.
Και χάθηκε.
Ο Βασίλης έμεινε μόνος στην ακτή. Κοίταξε τη βάρκα που είχε ήδη αγγίξει στεριά.
Και ύστερα το μονοπάτι που ανέβαινε προς το χωριό. Κατέβηκε από τη βάρκα και άρχισε
να περπατά… Σαν κάποιος που γύρισε από έναν κόσμο που δεν είναι φτιαγμένος για
ανθρώπους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου