Ο ΑΗ ΝΙΚΟΛΑΣ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
Στην άκρη του γκρεμού της Χλώρακας, εκεί όπου ο αγέρας μυρίζει αλάτι και θυμάρι
και το πέλαγος ανοίγεται ατέλειωτο κάτω από τα μαύρα βράχια, στέκει αιώνες τώρα
το μικρό ξωκκλήσι του Αη Νικόλα. Άσπρο σαν αφρός κύματος, ταπεινό και ασύμμετρο,
μοιάζει περισσότερο να φύτρωσε μέσα από τον βράχο παρά να κτίστηκε από
ανθρώπινα χέρια.
Οι παλιοί έλεγαν πως το έκτισαν βοσκοί. Άνθρωποι απλοί, αγράμματοι από τέχνες
και σχέδια, που κουβαλούσαν στις πλάτες πελεκητές πέτρες από τα αρχαία
χαλάσματα της Κάτω Πάφου. Γι’ αυτό και οι γωνιές του δεν ήσαν σωστές, μήτε οι
τοίχοι του ίσιοι. Μα είχε πάνω του κάτι ζωντανό, κάτι ανθρώπινο, σαν να είχε χτιστεί
περισσότερο με πίστη παρά με μαστοριά.
Μέσα στον μικρό ναό σώζονταν ακόμη ξεθωριασμένες αγιογραφίες του Αγίου και του
βίου του. Ο τρούλος χαμηλός, οι τοίχοι παχιοί, και το καντήλι του έκαιγε
ακοίμητο νύχτα μέρα, σαν μάτι στραμμένο προς τη θάλασσα.
Ο Άη Νικόλας της Χλώρακας δεν ήταν μονάχα προστάτης των ναυτικών. Ήταν άρχοντας
του χειμώνα, της φουρτούνας και των ανέμων. Σαν πλησίαζε η γιορτή του, στις έξι
του Δεκέμβρη, μαύριζε ο ουρανός, κατέβαιναν βροχές από τα βουνά και το πέλαγος
αγρίευε. Οι γεροντότεροι έλεγαν πως τότε ο Άγιος περπατούσε πάνω από τη θάλασσα
και τάραζε τα κύματα με το ραβδί του.
Κι ήταν τέτοια η πίστη των χωριανών στον Άγιο, ώστε πίστευαν πως ο ίδιος
φανέρωνε στους ανθρώπους τις επιθυμίες του.
Έτσι, όταν κάποτε αποφάσισαν να κτίσουν πέτρινο τοίχο στην άκρη του γκρεμού για
να προστατεύονται τα μικρά παιδιά που έπαιζαν στην αυλή του ξωκκλησιού, κανείς
δεν μπορούσε να φανταστεί τι θα ακολουθούσε.
Ήταν άνοιξη τότε. Ο αγέρας φυσούσε δυνατά από τη θάλασσα και τα κύματα χτυπούσαν
τα βράχια χαμηλά. Οι χωριανοί κουβάλησαν πέτρες, ασβέστη και άμμο, κι ο μάστρε
Στάθιος, ο πρωτομάστορας του χωριού, χάραξε με το σχοινί τη γραμμή του τοίχου.
—Δαμέ θα μπει γερά, είπε. Να’ χουν τα μωρά την προστασία τους.
Όλη μέρα οι εργάτες δούλευαν. Οι πέτρες έμπαιναν η μια πάνω στην άλλη όμορφα
δεμένες, ταιριαστές με το παλιό εκκλησάκι. Ως το βράδυ είχαν κτίσει τις πρώτες
σειρές.
Σαν έπεσε ο ήλιος, σχόλασαν.
—Αύριο θα τον τελειώσουμε, είπε ο μάστρε Στάθιος σκουπίζοντας τον ιδρώτα του.
Μα την άλλη μέρα το πρωί, όταν ξαναπήγαν στον Άγιο Νικόλα, έμειναν όλοι άφωνοι.
Ο τοίχος ήταν χαλασμένος. Οι πέτρες κείτονταν σκορπισμένες στο χώμα, σαν αόρατο
χέρι να τις είχε πετάξει κάτω μέσα στη νύχτα.
—Ποιος ασεβής έκαμε τέθκοιο πράμα; φώναξε ένας εργάτης.
—Ιεροσυλία είναι τούτη! είπε άλλος.
Μα κανείς δεν ήξερε τίποτα. Ο μάστρε Στάθιος κοίταξε προσεκτικά τις πέτρες.
—Η ζημιά εν λίγη. Πιάστε δουλειά ξανά.
Κι άρχισαν πάλι από την αρχή. Δούλεψαν ως αργά το απόγευμα και αυτή τη φορά
έκτισαν σχεδόν τον μισό τοίχο. Έφυγαν βέβαιοι πως τώρα δεν θα συνέβαινε τίποτα.
Μα το άλλο πρωί ο τοίχος ήταν ξανά γκρεμισμένος. Οι χωριανοί άρχισαν να
ψιθυρίζουν μεταξύ τους.
—Μήπως κάποιος νυχτοβάτης μάς περιπαίζει;
—Μήπως τα τσιμέντα ήταν χαλασμένα;
Τότε ένα γεροντάκι που στεκόταν παραπέρα σταυροκοπήθηκε αργά.
—Όι… Εν θέλημα του Αγίου…
Η κουβέντα απλώθηκε σαν φωτιά μέσα στο χωριό. Οι γριούλες, θεοφοβούμενες, πήγαν
στον Παπακώστα.
—Πάτερ, σταματήστε το κτίσιμο. Ο Άγιος εν θέλει τοίχο.
Ο Παπακώστας ήταν άνθρωπος συνετός. Τους άκουσε σιωπηλός.
—Αν ξαναχαλάσει άλλη μια φορά, τότε ναι. Θα ’ναι φανερό πως εν θέλημα του Αγίου.
Έτσι την επόμενη μέρα οι εργάτες ξανάρχισαν. Μα τώρα δούλευαν με φόβο και δέος.
Κανείς δεν μιλούσε δυνατά. Άλλοι έκαναν τον σταυρό τους καθώς έχτιζαν.
Ο μάστρε Στάθιος όμως ήταν δύσπιστος άνθρωπος.
—Εγώ εν πιστεύκω τέθκοια πράματα, μουρμούρισε. Απόψε θα μείνω να δω ποιος τον
χαλά.
Και σαν βράδιασε, κρύφτηκε πίσω από τους θάμνους κοντά στο ξωκκλήσι. Η νύχτα
προχώρησε. Το πέλαγος βογκούσε χαμηλά. Ο αγέρας σφύριζε ανάμεσα στις πέτρες. Το
καντήλι μέσα στο ναό τρεμόπαιζε αδύναμα. Πέρασαν ώρες. Δεν φάνηκε ψυχή.
Πριν χαράξει, κουρασμένος και ξαγρυπνισμένος, ο μάστρε Στάθιος πήγε στο
καφενείο για καφέ. Από εκεί μαζί με τους εργάτες και χωριανούς ανηφόρισαν πάλι
προς τον Άγιο Νικόλα.
Και τότε πάγωσαν. Ο τοίχος ήταν ξανά χαλασμένος.
Κανείς δεν μίλησε. Μονάχα ο αγέρας φυσούσε δυνατά από τη θάλασσα.
Ο Παπακώστας σταυροκοπήθηκε.
—Εν φανερό πκιον. Ο Άη Νικόλας εν θέλει τοίχο. Θέλει να βλέπει ολόκληρο το
πέλαγος.
Κι έτσι αποφάσισαν να βάλουν κάγκελα σιδερένια αντί για πέτρινο τοίχο. Φώναξαν
τον κωμοδρόμο του χωριού και εκείνος κατασκεύασε γερά κάγκελα, ώστε και ο Άγιος
να αγναντεύει τη θάλασσα και τα παιδιά να παίζουν ασφαλισμένα στην αυλή του.
Από τότε έλεγαν όλοι πως ο Άη Νικόλας αγαπούσε τόσο πολύ το πέλαγος, που δεν ανεχόταν
τίποτε να του κόβει τη θέα.
Μα οι παλιοί έλεγαν και κάτι άλλο. Πως ο Άη Νικόλας ήταν κάποτε εκείνος που
έπαιρνε τις ψυχές των ανθρώπων. Μα ήταν ίλαρος και πονόψυχος. Συμπονούσε τους
νέους και προτιμούσε να παίρνει γέροντες. Και για τούτο ο Θεός κάποτε θύμωσε
μαζί του.
Η ιστορία έγινε τα χρόνια που ζούσε στη Χλώρακα ο Παπακώστας. Ο παπάς είχε μια
μικρή αδερφή, τη Στασού. Ήταν το στερνοπαίδι της οικογένειας, όμορφη σαν κρίνο
και καλοσυνάτη. Όλο το χωριό την αγαπούσε. Ήταν φρόνιμη, εργατική, με μάτια καθαρά
και γλυκιά μιλιά. Ένα πρωινό όμως τη βρήκαν στο κρεβάτι της νεκρή.
Σαν να κοιμόταν. Ο θρήνος της μάνας της ακούστηκε σε όλο το χωριό. Οι γυναίκες μοιρολογούσαν.
Οι άντρες στέκονταν βουβοί έξω από το σπίτι.
—Γιατί τούτο το άδικο; έλεγαν. Γιατί να πάρει τη νια κοπέλα;
Κάποιοι τα έβαλαν με τον Θεό. Κάποιοι με τον Άη Νικόλα. Μα ο Παπακώστας,
συντετριμμένος, πήρε μόνος τον δρόμο για το ξωκκλήσι. Μπήκε μέσα στον σκοτεινό
ναό και γονάτισε μπροστά στο εικόνισμα του Αγίου.
Το καντήλι τρεμόπαιζε. Ο παπάς έκλαιγε και προσευχόταν ώρα πολλή.
—Άη Νικόλα… κάμε ακόμα ένα θαύμα…
Όταν σηκώθηκε να φύγει, ένιωθε μέσα του μια μικρή κρυφή ελπίδα. Και καθώς
πλησίαζε στο σπίτι του, άκουσε φωνές. Όχι κλάματα. Χαρές.
Η καρδιά του χτύπησε δυνατά. Άρχισε να τρέχει. Μπήκε μέσα λαχανιασμένος.
Και τότε την είδε. Η Στασού καθόταν ολοζώντανη πάνω στο κρεβάτι, σαν να είχε
μόλις ξυπνήσει από βαθύ ύπνο.
Η μάνα της έκλαιγε από χαρά. Οι γυναίκες σταυροκοπιούνταν. Οι άντρες έλεγαν
«Δόξα σοι ο Θεός».
Ο Παπακώστας γονάτισε. Κατάλαβε πως ο Άη Νικόλας είχε κάμει ακόμα ένα θαύμα.
Μα αργότερα οι παλιοί έλεγαν πως όταν ο Θεός ρώτησε τον Άγιο γιατί παράκουσε τη
διαταγή Του, εκείνος αποκρίθηκε ταπεινά:
—Νόμισα, Κύριε, πως ήταν άλλη Στασού… από άλλο χωριό…
Και έτσι είπε πως έγινε το λάθος. Από τότε, λένε, ο Θεός έβγαλε τον Άη Νικόλα
από τη θέση εκείνου που παίρνει τις ψυχές και έβαλε τον Μιχαήλ τον Αρχάγγελο,
που ήταν πιο σκληρός και δεν λυπόταν τους ανθρώπους.
Μα στη Χλώρακα, ακόμα και σήμερα, όταν φυσούν χειμωνιάτικοι άνεμοι και το πέλαγος
αγριεύει κάτω από τον γκρεμό, οι γέροντες λένε πως ο Άη Νικόλας στέκει ακόμη στο
μικρό ξωκκλήσι του και αγναντεύει τη θάλασσα, με το καντήλι του να καίει ακοίμητο
μέσα στη νύχτα.
ΤΟ
ΡΗΓΟΠΟΥΛΟ ΚΑΙ Η ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΑ
Στον 15ο αιώνα, η Πάφος βρισκόταν σε μια εποχή βαθιών αναταράξεων, όπου η γη, η
εξουσία και ο φόβος συνυπήρχαν σε εύθραυστη ισορροπία. Υπό την κυριαρχία της
Δυναστείας των Λουζινιάν, η Κύπρος ζούσε ακόμη μέσα σε φεουδαρχικές δομές, με
την καθημερινότητα να καθορίζεται από άρχοντες, φόρους και την αβεβαιότητα της
Μεσογείου.
Η θάλασσα που αγκάλιαζε την Πάφο δεν έφερνε μόνο εμπόριο αλλά και απειλή. Οι
επιδρομές των Μαμελούκων, κορυφούμενες με την καταστροφική εισβολή του 1426,
άφησαν πίσω τους ερείπια και αιχμαλωσίες, κλονίζοντας βαθιά το βασίλειο και
οδηγώντας ακόμη και στη σύλληψη του βασιλιά Ιανού της Κύπρου.
Και μέσα σε αυτή τη γενικευμένη αστάθεια, ξέσπασαν και εσωτερικές ταραχές. Στα
χρόνια εκείνα, ναφέρεται η εξέγερση του Ρε Αλέξης, ενός τοπικού άρχοντα που αμφισβήτησε
τη φεουδαρχική εξουσία και συγκέντρωσε γύρω του ανθρώπους δυσαρεστημένους από
τους φόρους και την αδικία. Αν και η εξέγερση δεν κατόρθωσε να αλλάξει την
πορεία των πραγμάτων, τάραξε βαθιά την ήδη εύθραυστη ισορροπία του τόπου και άφησε
πίσω της έναν απόηχο ανυπακοής, φόβου και παρακμής.
Η Πάφος άρχισε να φθίνει. Οι άνθρωποι μετακινούνταν προς την ενδοχώρα, στο σημερινό
Κτήμα, ενώ τα παραλιακά χωριά στρέφονταν προς τα υψώματα και τα βουνά για
μεγαλύτερη ασφάλεια. Το 1489, η Κύπρος πέρασε στη Δημοκρατία της Βενετίας, και
η περιοχή έμεινε στο περιθώριο των μεγάλων αποφάσεων, κουβαλώντας ακόμη τις
σκιές των πολέμων, των εξεγέρσεων και των χαμένων βασιλείων.
Και έτσι, μέσα σε αυτό το μεταίχμιο εποχών, γεννιέται η ιστορία μας…
Το Κτήμα συνόρευε δυτικά με το χωριό της Χλώρακα και νοτιοανατολικά με τη Γεροσκήπου.
Η Κάτω Πάφος, ως μέρος της πόλεως του Κτημάτου, ήταν μια παραλιακή πεδιάδα που
ενωνόταν με τα παραλιακά χωράφια της Χλώρακας και μαζί σχημάτιζαν έναν μεγάλο
και εύφορο κάμπο.
Εκεί όπου έσμιγαν τα σύνορα των τριών τόπων, στεκόταν ένα εγκαταλειμμένο
αρχοντικό, που μόνο του μέσα στον κάμπο φάνταζε όμορφο και σχεδόν άφθαρτο από
τον χρόνο. Ήταν πολύ παλαιό, μα καλά κτισμένο και ακόμη καλοδιατηρημένο. Γύρω
του απλώνονταν γόνιμες εκτάσεις γης, με πηγάδια νερού σκαμμένα ανά τακτά διαστήματα,
σημάδι πως κάποτε ο τόπος καλλιεργούνταν συστηματικά. Τώρα όμως η γη είχε
εγκαταλειφθεί. Τα πηγάδια είχαν στερέψει και ο κάμπος είχε ξεραθεί.
Κάποιοι έλεγαν πως παλιά ήταν ένας πράσινος παράδεισος, μια μεγάλη όαση, σαν γη
της επαγγελίας. Ακόμη κι έτσι όμως, μπορούσε να γίνει ξανά ένας απέραντος
βοσκότοπος για κοπάδια που θα πλούτιζαν τον τόπο.
Ήταν λοιπόν άξιο απορίας γιατί τόση περιουσία έμενε ανεκμετάλλευτη. Όταν ο
Κυριάκος ήταν μικρός, την ίδια απορία είχε και αυτός. Γι’ αυτό ρώτησε έναν γέροντα,
που του είπε μια ιστορία:
Στα χρόνια του Μεσαίωνα, τον τόπο τον όριζαν Ρηγάδες και Ρηγάισσες, που κάποτε
χάθηκαν χωρίς να αφήσουν ίχνος αν η γενιά τους συνέχισε να υπάρχει. Έτσι η περιοχή
έμεινε εγκαταλειμμένη και χρησιμοποιούνταν κυρίως από βοσκούς για τα ζώα τους.
Όμως στις αρχές του περασμένου αιώνα, ένας ξένος, κληρονόμος των Ρηγάδων όπως
έλεγε, ήρθε από μακρινά μέρη και κατοίκησε στο ψηλό σπίτι.
Επιδιόρθωσε το παλιό αρχοντικό και εγκαταστάθηκε μέσα. Προσέλαβε εργάτες και υπηρέτες,
καλλιέργησε ξανά τα χωράφια και πρασίνισε ολόκληρο τον τόπο. Ήταν άνθρωπος
μορφωμένος, με πολλά βιβλία από τα ξένα, και περνούσε ώρες μέσα στη γνώση,
αφήνοντας τις δουλειές σε έμπιστο επιστάτη.
Στη Χλώρακα ζούσε μια μελαχρινή κόρη, που έλεγαν πως είχε ρίζες από τσιγγάνους.
Ήταν πανέμορφη, με καλλίγραμμο κορμί που μάγευε τους νέους. Πλανεύτρα και
περήφανη, ήξερε τη δύναμη της ομορφιάς της και έπαιζε με τις καρδιές χωρίς έλεος.
Οι γονείς της ήταν φτωχοί χωρικοί και εκείνη έβοσκε ένα μικρό κοπάδι πρόβατα.
Ζούσαν φτωχικά αλλά τίμια. Θα μπορούσε όμως να ζήσει πλούσια αν δεχόταν να
παντρευτεί έναν από τους άρχοντες που την πολιορκούσαν. Εκείνη όμως δεν ήθελε
κανέναν.
Της άρεσε μόνο να βόσκει τα πρόβατα στους κάμπους κοντά στη θάλασσα και να προκαλεί,
άθελά της ή ηθελημένα, αναστάτωση στις καρδιές των νέων.
Μια μέρα, ένα αρνί ξέφυγε από το κοπάδι της και μπήκε στα χωράφια του
Ρηγόπουλου. Εκείνη πέρασε τον πετρόχτιστο τοίχο να το πάρει, και κάτω από ένα
δέντρο είδε τον άρχοντα του τόπου.
Η ευγένεια και η αρχοντιά του ήταν φανερές στο βλέμμα του.
— Γεια σου, άρχοντά μου, είπε.
Και από εκείνη τη στιγμή, χωρίς να το καταλάβουν, αγαπήθηκαν.
Από τότε συναντιούνταν συχνά κάτω από το δέντρο. Και η αγάπη τους δυνάμωνε μέρα
με τη μέρα.
Όταν πέρασε καιρός, το Ρηγόπουλο αποφάσισε να την κάνει Ρήγαινα και αρχόντισσα
του τόπου του. Ήταν βέβαιος πως θα την έκανε ευτυχισμένη. Μα εκείνη, για λόγους
που ούτε η ίδια κατάλαβε πλήρως, του αρνήθηκε. Μια άρνηση που αργότερα
μετάνιωσε βαθιά. Την επόμενη μέρα έτρεξε να τον βρει, μα ήταν πια αργά.
Το Ρηγόπουλο είχε πληγωθεί βαριά. Η καρδιά του ράγισε. Και τα ξημερώματα γύρισε
στο δέντρο εκείνο όπου είχαν αγαπηθεί και έδωσε τέλος στη ζωή του.
Η κοπέλα λύγισε, μαράζωσε. Η ομορφιά της χάθηκε μέσα στο πένθος, και η ψυχή της
βυθίστηκε στην ενοχή. Δεν μπορούσε να τον ξεχάσει. Έσβηνε μέρα με τη μέρα,
μέχρι που χάθηκε κι εκείνη μέσα στη σιωπή.
Και λένε πως ακόμη και σήμερα, όταν φυσά ο άνεμος στον παλιό κάμπο, ακούγεται
ένας ψίθυρος που ζητά συγχώρεση, και ένα κλάμα που δεν έπαψε ποτέ να περιπλανιέται
στον τόπο.
Η ΣΦΑΓΗ
ΤΩΝ ΣΚΛΑΒΩΝ ΣΤΟ ΜΕΛΑΝΟ
Ο γέρο-Αντωνής ήταν από τους ανθρώπους που δεν είχαν μάθει γράμματα, μα ήξεραν
τον κόσμο καλύτερα από τους γραμματιζούμενους. Καθόταν κάθε δειλινό στο
καφενείο της Χλώρακας, πάντα στην ίδια ψάθινη καρέκλα δίπλα στο παράθυρο, εκεί
που έβλεπε κατά πέρα τη θάλασσα να σκοτεινιάζει προς τον Μέλανο. Μιλούσε λίγο·
κι όταν μιλούσε, ακόμη κι οι πιο φλύαροι σώπαιναν.
Εκείνο το βράδυ φύσαγε νοτιάς. Ο καπνός από τα τσιγάρα στεκόταν χαμηλά σαν
καταχνιά και το παλιό ραδιόφωνο πίσω από τον πάγκο έτριζε παράσιτα. Ο Κυριάκος,
νέος ακόμη, κάθισε απέναντί του και κοίταξε έξω προς το μαύρο ακρωτήρι.
— Γιατί τον λένε Μέλανο, θκειέ-Αντωνή; ρώτησε.
— Εν το ξέρεις; αποκρίθηκε ο γέρος χωρίς να τον κοιτάξει.
— Άλλοι λαλούν για τις πέτρες. Άλλοι πως είν’ από το χρώμα της θάλασσας.
Ο γέρο-Αντωνής έμεινε για λίγο σιωπηλός. Ύστερα ακούμπησε αργά το ποτήρι του
πάνω στο τραπέζι.
— Όι… είπε χαμηλόφωνα. Το όνομα εν που το αίμα.
Ο Κυριάκος γέλασε αμήχανα, μα ο γέρος δεν χαμογέλασε.
Έξω είχε πέσει σχεδόν νύχτα. Από το παράθυρο φαινόταν το οροπέδιο του Μελάνου,
άγριο κι έρημο, με τα μαύρα πετρώματα και τους κοφτούς γκρεμούς που κατέβαιναν
ίσια στη θάλασσα. Τόπος άνυδρος, που ούτε δέντρο δεν ευλογούσε εύκολα η γη να
φυτρώσει. Μονάχα θυμάρια, ασπάλαθοι και χαμηλή άγρια βλάστηση που την έδερνε ο
αέρας χειμώνα καλοκαίρι.
Ο γέρος σταύρωσε τα χέρια του.
— Τούτη την ιστορία την ήξερε ο παππούς μου που τον ελαλούσαν Μιχαήλο. Κι
εκείνος την άκουσε που τον δικό του παππού. Παππού προς παππού κατέβηκε ώσπου έφτασε
σε μας. Τζιαι άκουσέ με καλά, Κυριάκο… γιατί ο τόπος θυμάται, ακόμα κι αν οι
άνθρωποι ξεχάσουν.
Έσκυψε λίγο μπροστά κι άρχισε να μιλά σαν άνθρωπος που ξαναβλέπει μπροστά του
πεθαμένα χρόνια:
— Τον παλιό καιρό, τότε που οι άνθρωποι αγοράζονταν και πουλιούνταν σαν ζώα, η
Κύπρος ήταν γεμάτη σκλάβους. Άλλους τούς άρπαζαν οι πειρατές από τις ακτές της
Ανατολής κι άλλους τούς έφερναν δεμένους από πολέμους μακρινούς. Τους κουβαλούσαν
στα καράβια στοιβαγμένους σαν σακιά και τους πουλούσαν στα σκλαβοπάζαρα της
Πάφου.
Οι μεγάλοι αφέντες τούς είχαν για τα χωράφια, για τα μεταλλεία και για τους
ζαχαρόμυλους. Δούλευαν νύχτα μέρα μέσα στον ήλιο και στη λάσπη, ώσπου να
σπάσουν τα κορμιά τους. Κι άμα πέθαινε ένας, έφερναν άλλον.
Λένε πως τότε ένας μεγάλος άρχοντας της Πάφου είχε πάνω από χίλιους σκλάβους.
Κατείχε γη από τη Μάα ως την Πέτρα του Ρωμιού, και παντού φύτρωναν ζαχαροκάλαμα
και τεύτλα. Το νερό έφτανε με το αυλάκι της Ρήγαινας από τα βουνά της Τάλας, κι
οι σκλάβοι όργωναν, θέριζαν και κουβαλούσαν ώσπου να ματώσουν τα χέρια τους.
Μα όσο σκληρά κι αν δέσεις έναν άνθρωπο, πάντα μέσα του μένει λίγη φωτιά. Κι
εκείνη η φωτιά άναψε ένα βράδυ καθώς ήταν συσσωρευμένη μέσα τους από χρόνια σκλαβιάς
και δουλείας.
Ένας σκλάβος νέος και δυνατός, που χρόνια ολόκληρα κουβαλούσε πέτρα στα λατομεία,
σκότωσε τον φύλακα την ώρα που κοιμόταν. Πήρε τα κλειδιά από τη ζώνη του και
άνοιξε τις αλυσίδες των άλλων.
Κανείς δεν ξέρει το όνομά του πια. Μονάχα πως εκείνη τη νύχτα περισσότεροι από
χίλιοι άνθρωποι άφησαν πίσω τα δεσμά τους και έτρεξαν προς το σκοτάδι χωρίς σχέδιο,
χωρίς ψωμί, χωρίς ελπίδα άλλη από την ελευθερία.
Όλη τη νύχτα περπατούσαν. Άλλοι κρατούσαν παιδιά στην αγκαλιά. Άλλοι έσερναν
γέρους. Κι άλλοι κουβαλούσαν τσάπες και δικράνια λες και μπορούσαν με αυτά να πολεμήσουν
στρατό.
Μα το ξημέρωμα τούς βρήκε παγιδευμένους πάνω στο οροπέδιο του Μελάνου. Από τη
μια ο γκρεμός και η θάλασσα. Κι από τις άλλες μεριές στρατιώτες.
Ο βασιλιάς είχε δώσει διαταγή να μη μείνει κανείς ζωντανός. Όχι γιατί φοβούνταν
τους σκλάβους. Μα γιατί φοβούνταν την ιδέα της ελευθερίας.
Ο γέρο-Αντωνής σταμάτησε λίγο. Στο καφενείο δεν ακουγόταν τίποτε πια εκτός από
το φύσημα του αέρα στα τζάμια.
— Τζιαι μετά; ψιθύρισε ο Κυριάκος.
Ο γέρος σήκωσε αργά τα μάτια του.
— Μετά ήρτεν η σφαγή.
Οι πρώτοι που έπεσαν ήταν όσοι προσπάθησαν να αντισταθούν. Οι στρατιώτες τούς
θέρισαν με τα σπαθιά πριν καλά καλά πλησιάσουν. Ύστερα όρμησαν πάνω στο πλήθος.
Οι φωνές ακούγονταν ως τη θάλασσα. Μανάδες σκέπαζαν τα μωρά τους με το σώμα τους.
Γέροι γονάτιζαν παρακαλώντας. Άντρες έπεφταν ο ένας πάνω στον άλλο μέσα στη σκόνη
και στο αίμα. Κι όσο ανέβαινε ο ήλιος, τόσο κοκκίνιζε η γη. Λένε πως το αίμα
κύλησε ανάμεσα στις μαύρες πέτρες σαν ποτάμι και κατέβηκε ως κάτω στο πέλαγο.
Κι η θάλασσα, για μέρες πολλές, πήρε χρώμα σκοτεινό, μελανί. Από τότε ο τόπος
ονομάστηκε Μέλανος. Όχι από τις πέτρες. Από το αίμα.
Ο γέρο-Αντωνής σώπασε. Το καφενείο είχε βυθιστεί σε παράξενη σιωπή. Έξω,
μακριά, φαίνονταν τα φώτα από τις καινούργιες πολυκατοικίες που είχαν χτιστεί
πάνω στο ύψωμα.
Ο Κυριάκος γύρισε και κοίταξε προς τα εκεί.
— Κι αλήθεια έγιναν όλα τούτα;
Ο γέρος αναστέναξε.
— Ίσως ναι. Ίσως όι. Έτσι γίνονται οι θρύλοι. Μα κάθε τόπος κουβαλά το κρίμα
του, γιε μου. Τζιαι το χώμα εν ξεχνά.
Έπειτα σήκωσε το ποτήρι του και κοίταξε έξω προς τον σκοτεινό γκρεμό του Μελάνου.
— Οι άνθρωποι μόνο ξεχνούν. Για αυτό χτίζουν σπίτια πάνω στα αίματα και
κοιμούνται ήσυχοι.
ΕΦΤΑ
ΟΡΓΙΕΣ ΒΑΘΟΣ
Ήταν τα δύσκολα χρόνια του Μεσοπολέμου. Χρόνια που η φτώχεια είχε γονατίσει τον
κόσμο και οι άνθρωποι πάλευαν καθημερινά να κρατηθούν όρθιοι. Στην Κάτω Πάφο,
δυο αχώριστοι φίλοι, ξυλουργοί από τέχνη και θαλασσινοί από ανάγκη, αποφάσισαν
να τα βάλουν με τη μοίρα τους. Με τα ίδια τους τα χέρια έκοψαν ξύλα, τα πελέκησαν,
τα έδεσαν με υπομονή και μαστοριά, κι έφτιαξαν μια μεγάλη βάρκα για να βγαίνουν
στο πέλαγος.
Η θάλασσα στάθηκε στην αρχή γενναιόδωρη μαζί τους. Τα δίχτυα τους γέμιζαν ψάρια
και, σιγά σιγά, άρχισαν να βάζουν στην άκρη λίγα χρήματα. Δεν εμπιστεύονταν ούτε
σπίτια ούτε ανθρώπους. Τα φύλαγαν σε γρόσια, καλά τυλιγμένα μέσα σ’ ένα μικρό ξύλινο
σεντούκι, κρυμμένο στο πρυμνιό μέρος της βάρκας τους. Εκεί βρισκόταν ο κόπος
μιας ολόκληρης ζωής.
Για μεγαλύτερη ασφάλεια, χρησιμοποιούσαν τη βάρκα ακόμη και για κατοικία. Κοιμούνταν
μέσα της τα βράδια, ακούγοντας το νερό να χτυπά απαλά στα πλευρά του σκαριού.
Κι επειδή φοβούνταν μην τους προδώσει η θάλασσα και βραχούν τα χρήματα, τα
τύλιγαν προσεκτικά, λες και κρατούσαν στα χέρια τους κάτι ιερό.
Μα η θάλασσα, όσο γενναιόδωρη κι αν μοιάζει, ποτέ δεν παύει να ζητά το τίμημά
της.
Ήταν μια μέρα του 1930. Η θάλασσα ήταν γαλήνια και ο ουρανός καθαρός. Τίποτα
δεν προμήνυε το κακό. Οι δυο φίλοι ταξίδευαν καταμεσής στο πέλαγος όταν,
ξαφνικά, ξέσπασε άγριο μπουρίνι. Ο αέρας λυσσομανούσε από παντού. Τα κύματα
σηκώνονταν θεόρατα σαν μαύρα βουνά και τα νότια ρεύματα άρχισαν να σέρνουν τη βάρκα
αλύπητα προς τις ξέρες του Φουρφουρή.
Το χτύπημα ήταν φοβερό. Το σκαρί τσακίστηκε πάνω στα βράχια σαν ξερό κλαδί.
Μέσα στη μανιασμένη φουρτούνα πάλεψαν με τη θάλασσα ώρες ατέλειωτες. Το αλάτι
έκαιγε τα μάτια τους, τα χέρια τους μάτωσαν από την προσπάθεια και η ανάσα τους
γινόταν όλο και πιο βαριά. Μα ήταν μαθημένοι στο νερό. Καλοί κολυμβητές και
πεισματάρηδες άνθρωποι. Κόντρα στα ρεύματα και στον θάνατο, κατάφεραν τελικά να
σωθούν.
Η θάλασσα τούς παρέσυρε μακριά από το σημείο του ναυαγίου και, ύστερα από ατέλειωτη
πάλη, τα κύματα τούς ξέβρασαν στην ακτή της Αλικής.
Σωριάστηκαν στην άμμο εξαντλημένοι. Για ώρες έμειναν ακίνητοι, ανήμποροι ακόμη
και να μιλήσουν. Τα κορμιά τους πονούσαν από την άνιση μάχη με τα στοιχεία της
φύσης. Κάθε μυς τους ήταν πιασμένος, κάθε ανάσα βαριά. Κι όμως, μέσα στην
εξάντλησή τους, ένιωθαν ευγνωμοσύνη που βρίσκονταν ακόμη ζωντανοί.
Ύστερα ήρθε η πίκρα. Η βάρκα τους είχε χαθεί. Μαζί της και όλο τους το βιος.
Χρόνια κόπων, οικονομίας και στερήσεων είχαν βυθιστεί στον πάτο της θάλασσας. Και
τα νιάτα τους είχαν πια περάσει, οι δυνάμεις λιγόστευαν και τα γερατειά
πλησίαζαν σιωπηλά και απειλητικά. Πώς να ξανάρχιζαν από το μηδέν;
Όμως δεν μπορούσαν να εγκαταλείψουν τον θησαυρό τους. Ήξεραν καλά τη θάλασσα
και γνώριζαν περίπου το σημείο όπου είχε βουλιάξει η βάρκα. Όσο υπήρχε ελπίδα,
όφειλαν να προσπαθήσουν.
Έτσι, κάτω από το φως του φεγγαριού, πήραν τον ανήφορο προς τη Χλώρακα αναζητώντας
βοήθεια. Τα πόδια τους έσερναν το βάρος της εξάντλησης, κι όμως συνέχιζαν. Το
χωριό, αν και κοντινό, τους φαινόταν ατέλειωτα μακρινό.
Στο πρώτο σπίτι που συνάντησαν χτύπησαν την πόρτα. Όλα ήταν σκοτεινά. Οι
άνθρωποι κοιμούνταν. Μα η ανάγκη δεν αφήνει περιθώριο για ντροπή.
Χτυπούσαν επίμονα, ώσπου μια λεπτή λωρίδα φωτός φάνηκε κάτω από την πόρτα. Λίγο
αργότερα, ο νοικοκύρης άνοιξε κρατώντας μια λάμπα πετρελαίου. Στο πρόσωπό του
ήταν ζωγραφισμένη η ανησυχία. Τέτοια ώρα, μονάχα συμφορά μπορούσε να φέρει ανθρώπους
στην πόρτα του.
Οι ψαράδες του διηγήθηκαν το κακό που τους είχε βρει και του ζήτησαν βοήθεια.
Εκείνος τους άκουσε σιωπηλός. Ύστερα κούνησε το κεφάλι.
— Μόνος μου δεν μπορώ να σας βοηθήσω, είπε. Πηγαίνετε στον μουχτάρη. Δίπλα στη μεγάλη
εκκλησία της Παναγίας είναι το σπίτι του Αντωνά Λιασίδη. Εκείνος θα ξέρει τι να
κάνει.
Ο Αντωνάς Λιασίδης ήταν άνθρωπος δραστήριος και φιλόξενος, αγαπητός σε όλη τη
Χλώρακα. Ως κοινοτάρχης ένιωθε πως κάθε συμφορά του χωριού ήταν και δική του
υπόθεση.
Μόλις άκουσε την ιστορία τους, τους έβαλε αμέσως μέσα. Ξύπνησε τη γυναίκα του να
ετοιμάσει ζεστή σούπα, ενώ ο ίδιος έφτιαξε τσάι με σπατζιά. Μιλούσε χαμηλόφωνα
για να μην ξυπνήσουν τα παιδιά που κοιμούνταν στο διπλανό δωμάτιο και, όσο οι
ναυαγοί ζεσταίνονταν δίπλα στη λάμπα, εκείνος προσπαθούσε να μάθει κάθε
λεπτομέρεια του ναυαγίου.
Αφού έφαγαν και συνήλθαν κάπως, τους υποσχέθηκε πως με το πρώτο φως της μέρας
θα ξεκινούσαν για την αναζήτηση της βάρκας.
Εκείνα τα χρόνια τα σπίτια ήταν μικρά και οι πολυμελείς οικογένειες στριμώχνονταν
σε μία ή δύο κάμαρες. Μην έχοντας άλλο χώρο να τους φιλοξενήσει, τους έστρωσε να
κοιμηθούν στο αχερωνάρι, πάνω στα άχυρα, δίπλα στα βόδια.
Με το χάραμα, όλη η Χλώρακα ήταν στο πόδι. Τα νέα είχαν απλωθεί από στόμα σε
στόμα πριν ακόμη βγει ο ήλιος, και οι χωριανοί συγκεντρώθηκαν στο καφενείο του
κοινοτάρχη για να ακούσουν την ιστορία από πρώτο χέρι.
Στο μεγάλο τετράγωνο τραπέζι κάθονταν οι δυο ψαράδες μαζί με τον Αντωνά, ενώ γύρω
τους είχαν μαζευτεί άντρες κάθε ηλικίας. Ο κοινοτάρχης, βλέποντας τη γυναίκα
του να πηγαινοέρχεται ασταμάτητα σερβίροντας καφέδες, πήρε τον λόγο και ανακοίνωσε
το σχέδιο διάσωσης.
Εκείνον τον καιρό, στη Χλώρακα υπήρχαν μονάχα τρεις ψαράδες με βάρκα.
Ο Πιστέντης και ο Βλόκκος είχαν μια μικρή, ενώ ο Βασίλης διέθετε μια μεγαλύτερη
και πιο γερή. Ο Αντωνάς έστειλε αμέσως να τους φωνάξουν. Κάλεσε ακόμη και τον Γιώρκη,
έναν γεωργό που τα χωράφια του έφταναν ως τη θάλασσα. Ο Γιώρκης ήταν ξακουστός βουτηχτής,
άνθρωπος με μεγάλη αναπνοή και δύναμη.
Όλοι μαζί κατέβηκαν στο Δήμμα, το μικρό φυσικό λιμανάκι του χωριού, κι
επιβιβάστηκαν στη βάρκα του Βασίλη. Ο μουχτάρης τούς ξεπροβόδισε με μια ευχή.
Η θάλασσα είχε ημερέψει πια. Το μπουρίνι είχε περάσει αφήνοντας πίσω του μόνο
τη συμφορά.
Ο Βασίλης άρχισε να κωπηλατεί αργά και σταθερά ώσπου έφτασαν στο σημείο του
ναυαγίου. Εκεί ο Γιώρκης πήρε τη γυάλα και άρχισε να εξετάζει τον βυθό, ενώ ο
Βασίλης κρατούσε τη βάρκα σε αργές κυκλικές κινήσεις.
Η γυάλα ήταν μια απλή μα ευφυής κατασκευή των ψαράδων: ένας μεγάλος τενεκές
χωρίς πάτο, όπου στη θέση του είχαν προσαρμόσει γυαλί στεγανοποιημένο με στόκο.
Βυθίζοντάς τον στο νερό μπορούσαν να βλέπουν καθαρά τον βυθό.
Ύστερα από επίμονη αναζήτηση, εντόπισαν επιτέλους το ναυάγιο.
Ο Γιώρκης, φορώντας μόνο ένα κοντό παντελόνι, στάθηκε για λίγο στην άκρη της βάρκας.
Έκανε το σταυρό του, πήρε βαθιά ανάσα και βούτηξε.
Το βάθος έφτανε τις εφτά οργιές.
Κατεβαίνοντας αντίκρισε τη βάρκα γερμένη πάνω στα βράχια και το ξύλινο σεντούκι
σφηνωμένο ανάμεσα στα συντρίμμια. Με κόπο κατάφερε να το τραβήξει.
Μα εκείνη ακριβώς τη στιγμή, η κασέλα άνοιξε. Τα γρόσια χύθηκαν στον βυθό και σκορπίστηκαν
πάνω στην ξανθή άμμο σε ένα μαύρο γουνάρι.
Ο αέρας τουόμως τέλειωνε. Αναγκάστηκε να ανέβει στην επιφάνεια. Πιάστηκε
λαχανιασμένος από τη βάρκα και, αφού πήρε μερικές βαθιές ανάσες, διηγήθηκε
στους άλλους τι είχε συμβεί.
Οι δυο ψαράδες ένιωσαν την ελπίδα να ξαναγεννιέται μέσα τους.
Ο Γιώρκης βούτηξε ξανά. Μα όταν έφτασε στον βυθό, τα γρόσια είχαν εξαφανιστεί.
Η μαλακή άμμος τα είχε καταπιεί.
Άρχισε να σκαλίζει απεγνωσμένα τον πυθμένα με τα χέρια του, μα μάταια. Βούτηξε
ξανά και ξανά, ώσπου οι δυνάμεις του τον εγκατέλειψαν. Τα γρόσια είχαν χαθεί
για πάντα.
Οι δυο ψαράδες, συντετριμμένοι, παρακαλούσαν τον Άγιο Νικόλα να τους λυπηθεί
και να τους επιστρέψει την περιουσία τους. Μα ίσως εκείνη τη μέρα ο άγιος να
είχε άλλους ναυαγούς να φροντίσει.
Ύστερα από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες, ο Βασίλης αποφάσισε πως δεν υπήρχε
πια τίποτε άλλο να κάνουν.
Βοήθησε τον εξαντλημένο Γιώρκη να ανέβει στη βάρκα και, αφού είπε λίγα λόγια
παρηγοριάς στους δυο φίλους, πήρε τα κουπιά και έστρεψε το πλεούμενο προς τη στεριά.
Οι ψαράδες κάθονταν σιωπηλοί. Κατσουφιασμένοι, με το βλέμμα χαμένο στο πέλαγος,
καταριούνταν τη μοίρα τους, ενώ δάκρυα κυλούσαν αθόρυβα από τα μάτια τους.
ΤΟ ΧΩΜΑ ΠΟΥ ΒΑΦΤΗΚΕ ΚΟΚΚΙΝΟ
Στα χρόνια της αγγλοκρατίας, τότε που η Κύπρος ακόμη μύριζε χώμα πατημένο από ζώα,
ιδρώτα γεωργών και καπνό από ξυλόσομπες, ζούσε ένας άνθρωπος που το όνομά του
το πρόφεραν οι χωριανοί μισό με φόβο και μισό με περιφρόνηση.
Τον έλεγαν Νικόλα. Μα κανείς δεν τον φώναζε έτσι. Για να τον ξεχωρίζουν από τους
άλλους Νικόλες του χωριού, τους νοικοκύρηδες, τους τίμιους, τους ανθρώπους που
κρατούσαν λόγο και τιμή, τον αποκαλούσαν «Νικολό». Το όνομα έβγαινε από τα
χείλη τους κοφτό, βαρύ, σαν κατάρα. Και πράγματι, ο Νικολός έμοιαζε να κουβαλά
κατάρα επάνω του.
Ήταν άνθρωπος άξεστος, αμόρφωτος, ανήσυχο, κακός. Δεν στεριωνόταν σε δουλειά,
δεν κρατούσε κουβέντα, δεν σεβόταν ούτε συγγένεια ούτε Θεό. Τα μάτια του είχαν
πάντα εκείνη τη σκοτεινή γυαλάδα των ανθρώπων που δεν βρίσκουν ειρήνη ούτε στον
ύπνο τους. Άλλοτε γελούσε δυνατά, χτυπώντας τους φίλους του στην πλάτη, κι
άλλοτε βυθιζόταν σε άγριες σιωπές που τρόμαζαν ακόμα και τους πιο θαρραλέους.
Νέος ακόμη παντρεύτηκε μια κοπέλα στο Δάλι. Καλή ψυχή, φτωχοκόρη, από σπίτι
τίμιο. Για λίγο φάνηκε πως ίσως έστρωνε. Μα η ζωή του Νικολού ήταν σαν άγριο
άλογο. Δεν δεχόταν χαλινάρι.
Μια μέρα, δίχως εξήγηση, εγκατέλειψε τη γυναίκα του και το χωριό. Πήρε τον
δρόμο προς την Τίμη, εκεί όπου κανείς δεν γνώριζε καλά το παρελθόν του και
μπορούσε ξανά να στήσει τη ζωή του όπως ήθελε.
Εκεί γνώρισε μια κοπέλα τόσο όμορφη, που οι γυναίκες στα σοκάκια χαμήλωναν τη
φωνή όταν περνούσε. Είχε μάτια μαύρα σαν νύχτα χωρίς φεγγάρι και πρόσωπο
φωτεινό σαν εικόνα αγίας. Ο Νικολός την παντρεύτηκε γρήγορα, σχεδόν αρπαχτά,
λες και φοβόταν μήπως του τη στερήσει ο κόσμος.
Μα ούτε εκείνη γνώρισε χαρά. Ο άντρας της δεν πήγαινε σε δουλειά.
Ξημεροβραδιαζόταν στα καφενεία και στα κρασοπουλειά. Καθόταν με τις ώρες
αραχτός, με το ποτήρι στο χέρι, καπνίζοντας και βλαστημώντας, ενώ η γυναίκα του
τον περίμενε σπίτι με το λυχνάρι αναμμένο. Τα βράδια γύριζε μεθυσμένος, με μάτια
θολά και γλώσσα βαριά από κρασί και κακία.
«Κεντικελένης άνθρωπος», έλεγαν οι χωριανοί.
«Αχαΐρευτος.»
Μα ο Νικολός δεν νοιαζόταν για λόγια.
Στο καφενείο γνώρισε έναν Τουρκοκύπριο, άνθρωπο ίδιο με αυτόν. Άστατος, πονηρός,
με ψυχή βουτηγμένη στο ποτό και στις μικροαπατεωνιές. Οι δυο τους έγιναν
αχώριστοι. Περιδιάβαιναν τα κρασοπουλειά, γελούσαν δυνατά, έπιναν μέχρι να μη
στέκονται όρθιοι και μηχανεύονταν κάθε λογής παγαποντιά.
Μόνο που ο Τούρκος κουβαλούσε μέσα του έναν μεγάλο καημό. Είχε αγαπήσει παράφορα
μια Τουρκάλα, την κόρη του Χότζα. Ήταν κορίτσι σεμνό και όμορφο, κι εκείνος την
ήθελε μανιασμένα για γυναίκα του. Πήγε πολλές φορές στον πατέρα της να τη
ζητήσει. Μα ο Χότζας ήταν ανένδοτος.
«Σε άνθρωπο σαν εσένα δεν δίνω το παιδί μου», του είπε μια φορά μπροστά σε
άλλους.
«Καλύτερα να τη δω θαμμένη παρά γυναίκα σου.»
Τα λόγια αυτά έγιναν μαχαίρι στην καρδιά του. Κάθε βράδυ ξεφούρνιζε τον πόνο του
στον Νικολό. Έπιναν ώρες ατέλειωτες, κι ο ένας άναβε το μίσος του άλλου. Ώσπου
μια νύχτα, μέσα σε σύννεφο καπνού και μυρωδιά κρασιού, γεννήθηκε το κακό.
Ο Νικολός έσκυψε κοντά του και ψιθύρισε:
«Αν δεν υπάρχει ο γέρος… ποιος θα σας εμποδίσει;»
Ο άλλος σήκωσε αργά το κεφάλι. Δεν χρειάστηκαν άλλες κουβέντες.
Το σχέδιο σφραγίστηκε ανάμεσα σε δυο ποτήρια κρασί και δυο ψυχές χαμένες.
Έτσι ένα πρωινό, πριν ακόμη ξημερώσει καλά, ο Νικολός βγήκε στις ερημιές έξω
από το χωριό. Ο αέρας μύριζε υγρασία και θυμάρι. Πουλιά φώναζαν μακριά, κι ο
ήλιος μόλις άρχιζε να βάφει κόκκινους τους λόφους.
Κρύφτηκε πίσω από μια συστάδα δέντρων, κρατώντας το όπλο του.
Περίμενε. Και όταν ο Χότζας φάνηκε στον χωματόδρομο καβάλα στο άλογό του,
ανυποψίαστος, ο Νικολός σημάδεψε χωρίς δισταγμό.
Ο πυροβολισμός αντήχησε σαν κεραυνός μέσα στην ερημιά.
Ο Χότζας σωριάστηκε από τ’ άλογο και το αίμα του άρχισε να ποτίζει αργά το ξερό
χώμα, βάφοντάς το κόκκινο κάτω από το πρώτο φως της μέρας. Και το χώμα της
ερημιάς ήπιε το αίμα του σιωπηλά, σαν να γνώριζε πως εκείνο το πρωινό είχε
γεννηθεί ένα μεγάλο κρίμα.
Ο Νικολός έμεινε για λίγο ακίνητος, κοιτάζοντας το σώμα. Ούτε τύψη. Ούτε φόβος.
Μόνο μια παράξενη ψυχρότητα.
Ύστερα ανέβηκε βιαστικά στο άλογό του και πήρε τον δρόμο προς την πόλη. Σκόπευε
να παρουσιαστεί στην αστυνομία σαν αθώος περαστικός.
Να πει πως βρήκε τον Χότζα σκοτωμένο. Να κλάψει ίσως λίγο. Να ξεγελάσει τους
πάντες.
Μα η μοίρα είχε ήδη πάρει τον δρόμο της. Όταν έφτασε κοντά στην Αχέλια, το
άλογο άρχισε να κατηφορίζει με ορμή προς το ποτάμι. Ο Νικολός, ζαλισμένος από
την ένταση και την αλαζονεία του, δεν πρόσεξε το χαμηλό, χοντρό κλαδί ενός
μεγάλου δέντρου.
Το χτύπημα ήρθε ξαφνικά. Βίαιο. Το κλαδί τον βρήκε κατακέφαλα και στο στήθος με
τέτοια δύναμη, που τον εκσφενδόνισε από τη σέλα. Έπεσε στο χώμα σαν σακί.
Το άλογο συνέχισε τρομαγμένο τον δρόμο του. Ο Νικολός έμεινε εκεί, μέσα στη σκόνη,
να σπαρταρά σαν πληγωμένο ζώο. Από το στόμα του έβγαινε αίμα. Προσπάθησε να
σηκωθεί, να φωνάξει, μα το σώμα του δεν υπάκουε πια.
Λίγη ώρα αργότερα πέρασαν διαβάτες και τον βρήκαν μισοπεθαμένο.
Τον φόρτωσαν όπως όπως για να τον πάνε στο νοσοκομείο. Μα πριν φτάσουν,
ξεψύχησε. Η εσωτερική αιμορραγία τον είχε τελειώσει. Και κάποιοι είπαν τότε
ψιθυριστά:
«Ο Θεός δεν άργησε να δώσει την κρίση Του.»
Στο χωριό λίγοι τον έκλαψαν πραγματικά. Οι περισσότεροι έκαναν τον σταυρό τους
και συνέχισαν τη ζωή τους. Άλλοι έλεγαν πως τέτοιο τέλος το άξιζε. Άλλοι πως
κανείς δεν ξεφεύγει από το κρίμα του.
Η γυναίκα του, έγκυος τότε, δεν φάνηκε να συντρίβεται. Ίσως γιατί είχε ήδη θάψει
μέσα της τον άντρα της πολύ πριν τον πάρει ο θάνατος. Μα κράτησε τα έθιμα, όπως
όφειλε.
Κι όταν γέννησε αγόρι, του έδωσε το όνομα του πατέρα του. Νικόλας. Όχι Νικολός.
Σαν να ήθελε με το όνομα να ξορκίσει το κακό.
Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν δύσκολα. Η χήρα πάλευε μόνη να μεγαλώσει το
παιδί. Δούλευε όπου έβρισκε, έπλενε, ζύμωνε, κουβαλούσε νερό, μα η φτώχεια δεν
έφευγε από το κατώφλι της. Οι γονείς της ήταν φτωχοί μεροκαματιάρηδες και μετά
βίας κατάφερναν να ζήσουν οι ίδιοι.
Ο μικρός Νικόλας μεγάλωνε αδύνατος αλλά ήσυχος, με μάτια γεμάτα απορία για έναν
κόσμο που του είχε στερήσει πατέρα πριν καν τον γνωρίσει.
Μα ο Θεός δεν αφήνει πάντοτε τον άνθρωπο βυθισμένο στο σκοτάδι. Κι εκεί που η
χήρα πίστευε πως η ζωή της θα κυλούσε για πάντα μέσα στη φτώχεια, στον φόβο και
στη μοναξιά, παρουσιάστηκε ξαφνικά ένα προξενιό — σαν χέρι απλωμένο μέσα από
την καταχνιά.
Ένας πλούσιος άντρας από τη Σουσκιού ζητούσε γυναίκα. Ήταν ο Χατζησεραφείμ. Το
όνομά του ακουγόταν σε όλα τα χωριά της περιοχής· από τα καφενεία μέχρι τ’
αλώνια και τα παζάρια. Άνθρωπος μεγάλος στην ηλικία, βαρύς στην όψη και λιγομίλητος.
Το επάγγελμά του ήταν τοκογλύφος, και πολλοί τον φοβούνταν περισσότερο απ’ όσο
φοβούνταν τον ίδιο τον νόμο. Στα σεντούκια του κοιμόταν χρυσάφι, μα στις καρδιές
των φτωχών το όνομά του άφηνε παγωνιά.
Ήταν σκληρός με τους χρεωμένους. Δεν συγχωρούσε εύκολα χρέη, ούτε λυπόταν τα
δάκρυα εκείνων που αδυνατούσαν να πληρώσουν. Πόσοι και πόσοι δεν έχασαν
χωράφια, ζώα ή σπίτια περνώντας από τα χέρια του… Κι όταν οι άνθρωποι τον
έβλεπαν να πλησιάζει καβάλα στ’ άλογό του, χαμήλωναν το βλέμμα και σώπαιναν.
Μα καμιά φορά οι άνθρωποι έχουν δυο πρόσωπα: ένα για τον κόσμο, κι ένα για
εκείνους που αγαπούν.
Κι έτσι, εκεί όπου ο Νικολός είχε αφήσει πίσω του μόνο δυστυχία και φόβο, ο γέρος
τοκογλύφος έφερε γαλήνη.
Αγάπησε τη γυναίκα σαν αληθινός σύντροφος και πήρε τον μικρό Νικόλα σαν δικό
του παιδί. Του έδωσε στέγη, τροφή και ρούχα, μα πάνω απ’ όλα του χάρισε ασφάλεια,
κάτι που το παιδί δεν είχε γνωρίσει ποτέ.
Και έτσι, μέσα από τον θάνατο, την αμαρτία και τη δυστυχία, η ζωή βρήκε τρόπο
να ανθίσει ξανά. Γιατί καμιά φορά, ακόμη κι όσοι γεννιούνται μέσα στο σκοτάδι,
δεν είναι καταδικασμένοι να ζήσουν για πάντα μέσα σ’ αυτό.
ΟΙ
ΣΑΡΑΝΤΑ ΝΥΧΤΕΣ
Στη Παναγία Χρυσοαιματούσα της Χλώρακας, έλεγαν οι παλιοί πως οι μεγάλες αγάπες
φαίνονται από νωρίς. Από το πώς κοιτάζονται δυο παιδιά μέσα στην εκκλησιά, από
το πώς σμίγουν τα μάτια τους την ώρα που ψέλνει ο παπάς το «Μετά φόβου Θεού»,
από το πώς κοκκινίζει η κοπέλα όταν περνά ο νέος δίπλα της στην αυλή με τα
κυπαρίσσια.
Έτσι έγινε και μ’ εκείνους. Από μικρά παιδιά αντάμωναν κάθε Κυριακή κάτω από
τους ασβεστωμένους τοίχους της εκκλησιάς. Εκείνος στεκόταν πάντοτε στη μεριά
των ανδρών, κοντά στον πατέρα του. Εκείνη δίπλα στη μάνα της, κρατώντας σφιχτά
το μαντίλι της. Κι όμως, μέσα στο θυμίαμα και στις ψαλμωδίες, έβρισκαν τρόπο να
κοιτάζονται.
Στην αρχή ήσαν μονάχα παιδικές ματιές. Ύστερα έγιναν χαμόγελα. Και σαν
μεγάλωσαν λίγο ακόμη, έγιναν σιωπηλή υπόσχεση.
Το χωριό όλο ήξερε πως κάποια μέρα θα παντρεύονταν. Δεν χρειάζονταν λόγια γι’
αυτό. Το έβλεπαν όλοι στον τρόπο που περπατούσαν μαζί στα στενά της Χλώρακας,
πάντα ήσυχοι, πάντα αγαπημένοι, σαν να είχαν γεννηθεί ο ένας για τον άλλον.
Ήσαν και οι δυο παιδιά καλά. Δεν έβλαψαν άνθρωπο ποτέ τους. Βοηθούσαν τους γέρους,
σέβονταν τους γονείς τους, νήστευαν τις μεγάλες μέρες και δεν έλειπαν από τη
λειτουργία. Οι γριές του χωριού τους καμάρωναν.
«Να τους έχει ο Θεός καλά», έλεγαν.
«Σπάνια βρίσκεις τέτοια αγάπη.»
Κι εκείνοι πίστευαν πως η ζωή τους θα κυλούσε έτσι για πάντα.
Μα τα ανθρώπινα αλλιώς λογαριάζονται και αλλιώς τα φέρνει ο Θεός.
Ήταν άνοιξη όταν άρχισε το κακό. Στην αρχή η κοπέλα παραπονέθηκε για μια ζαλάδα.
Ύστερα ήρθε η αδυναμία. Έπειτα ο πυρετός. Οι μέρες περνούσαν κι αντί να σηκωθεί
από το κρεβάτι, έλιωνε σαν το κερί μπροστά στο εικόνισμα.
Ο νέος δεν έφευγε από κοντά της. Καθόταν ώρες δίπλα της και της κρατούσε το
χέρι. Της διάβαζε ψαλμούς. Της έφερνε νερό από την πηγή. Τα βράδια, όταν όλοι
αποκοιμιούνταν, έβγαινε στην αυλή και παρακαλούσε με δάκρυα την Παναγία να μην
του την πάρει.
Μα η αρρώστια δεν λυπήθηκε ούτε τη νιότη ούτε την καλοσύνη της.
Ένα βράδυ, λίγο πριν σημάνουν μεσάνυχτα, η κοπέλα άνοιξε αργά τα μάτια της και
τον κοίταξε σαν να τον έβλεπε για τελευταία φορά.
— Μη φοβάσαι, του ψιθύρισε.
— Μην μιλάς έτσι… της είπε και τα χείλη του έτρεμαν.
— Αν φύγω… να μη θυμώσεις του Θεού.
Ήθελε να της πει πως δεν θα την άφηνε να φύγει. Πως θα έκανε τα πάντα. Πως θα
πέθαινε κι εκείνος μαζί της αν χρειαζονταν.
Μα δεν πρόλαβε. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, την ώρα που το καντήλι τρεμόσβησε
μπροστά στην εικόνα του Χριστού, η ανάσα της χάθηκε ήσυχα σαν ψίθυρος.
Και τότε ακούστηκε μέσα στο σπίτι το πρώτο κλάμα.
Όλο το χωριό τη συνόδεψε στην κηδεία. Οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα από το
πρωί, και γυναίκες μαυροφορεμένες θρηνούσαν στον δρόμο. Άλλοι έκλαιγαν για την
κοπέλα που έφυγε τόσο νέα. Μα πιο πολύ πονούσαν για εκείνον. Στεκόταν σαν
χαμένος δίπλα στο φέρετρο. Άσπρος σαν πεθαμένος. Δεν μιλούσε σε κανέναν. Μόνο
κοιτούσε το πρόσωπό της σαν να περίμενε να ανοίξει τα μάτια.
Όταν κατέβασαν το σώμα στο χώμα, λύγισαν τα γόνατά του.
Από εκείνη τη μέρα δεν ήταν πια ο ίδιος άνθρωπος. Έπαψε να κατεβαίνει στο
καφενείο. Έπαψε να γελά. Άφησε τα γένια του να μεγαλώσουν και κλεινόταν μόνος
στο σπίτι ώρες ολόκληρες. Τα βράδια οι γείτονες άκουγαν το κλάμα του μέσα από
τους τοίχους.
Άλλοτε πάλι τον άκουγαν να μιλά μόνος του.
Κι ύστερα άρχισαν τα παράξενα.
Την πρώτη φορά νόμισε πως ονειρευόταν. Ένιωσε κάποιον να κάθεται στο πλάι του
κρεβατιού. Το στρώμα βούλιαξε απαλά, σαν από γνώριμο βάρος. Άνοιξε τα μάτια του
και την είδε. Καθόταν δίπλα του όπως παλιά.
Φορούσε το λευκό της μαντίλι. Το πρόσωπό της ήταν γαλήνιο και χλωμό, όχι σαν
νεκρής αλλά σαν ανθρώπου κουρασμένου από μακρύ ταξίδι.
Δεν φοβήθηκε. Μονάχα άρχισε να τρέμει.
Η κοπέλα σήκωσε αργά το χέρι της και του χάιδεψε τα μαλλιά. Το άγγιγμά της ήταν
παγωμένο σαν νυχτερινή δροσιά.
— Γιατί κλαις; του είπε σιγανά.
— Εσύ πέθανες… ψιθύρισε εκείνος.
— Όχι. Μονάχα έφυγα λίγο πιο πέρα.
Και τότε άρχισε να του τραγουδά χαμηλόφωνα έναν παλιό εκκλησιαστικό ύμνο που
συνήθιζε να ψέλνει στις παρακλήσεις του Δεκαπενταύγουστου.
Ο νέος έκλαψε σαν μικρό παιδί.
Μα μόλις ακούστηκαν τα μεσάνυχτα, η μορφή της σηκώθηκε αργά. Έσκυψε, τον φίλησε
στο μέτωπο, και χάθηκε σαν καπνός προς το παράθυρο.
Εκείνος πετάχτηκε όρθιος.
— Μείνε! φώναξε.
Μα το δωμάτιο ήταν άδειο.
Από εκείνη τη νύχτα η οπτασία ερχόταν ξανά και ξανά. Πάντοτε μετά τα μεσάνυχτα.
Πάντοτε σιωπηλή στην αρχή.
Καθόταν στο προσκέφαλό του, του μιλούσε γλυκά, του τραγουδούσε, του έλεγε να
τρώει, να προσεύχεται, να μην αφήνει τον εαυτό του να χαθεί.
Κάποτε της μιλούσε κι εκείνος ώρες ολόκληρες.
Της έλεγε πόσο του έλειπε. Της έλεγε πως ήθελε να πεθάνει για να τη βρει.
Κι εκείνη τότε σκοτείνιαζε.
— Μη λες τέτοια λόγια, του αποκρινόταν.
— Χωρίς εσένα δεν έχει ζωή.
— Η ζωή δεν ανήκει σε μας.
Οι μέρες περνούσαν και το χωριό άρχισε να ψιθυρίζει. Άλλοι έλεγαν πως ο πόνος
του τού σάλεψε το μυαλό. Άλλοι πως τον πείραζαν πονηρά πνεύματα. Μερικοί
σταυροκοπιούνταν όταν τον έβλεπαν να περνά.
Μονάχα ο γέρο παπάς της Χρυσοαιματούσας τον κοίταζε με λύπηση.
Ένα δειλινό τον βρήκε μόνο στην αυλή της εκκλησιάς.
— Παιδί μου, του είπε, οι πολύ μεγάλες αγάπες δεν πεθαίνουν εύκολα. Μα ούτε οι
ψυχές πρέπει να μένουν δεμένες στη γη.
Ο νέος χαμήλωσε το κεφάλι.
— Έρχεται κάθε νύχτα, πάτερ…
Ο γέροντας δεν φάνηκε να ξαφνιάζεται.
— Και συ την κρατάς με το κλάμα σου.
Εκείνος άρχισε να τρέμει.
— Τι να κάνω;
— Να προσευχηθείς να αναπαυθεί.
Πέρασαν έτσι σαράντα μέρες. Κι ήρθε το μνημόσυνο. Από το πρωί η εκκλησιά μύριζε
λιβάνι και βρασμένο στάρι. Οι γυναίκες ετοίμαζαν τα κόλλυβα σιωπηλές. Οι καμπάνες
χτυπούσαν αργά και πένθιμα κάτω από τον μουντό ουρανό.
Ο νέος στάθηκε στη θέση του με μάτια βαθουλωμένα από την αγρύπνια.
Για πρώτη φορά όμως δεν ένιωθε απόγνωση. Μια παράξενη γαλήνη είχε καθίσει μέσα
του.
Την ώρα που ο παπάς διάβαζε το «Αιωνία η μνήμη», ο νέος αισθάνθηκε ξαφνικά τον
αέρα της εκκλησιάς να αλλάζει. Το φως από τα κεριά άρχισε να τρεμοπαίζει γύρω
του σαν χρυσή ανάσα.
Και τότε την είδε. Στεκόταν μακριά, κοντά στην Ωραία Πύλη. Μα δεν ήταν μόνη.
Δίπλα της στέκονταν μορφές φωτεινές, ντυμένες στο λευκό.
Κι εκείνη χαμογελούσε όπως τότε που ήταν κορίτσι. Δεν υπήρχε λύπη στο πρόσωπό
της. Μονάχα ειρήνη.
Τον κοίταξε για τελευταία φορά. Κι ύστερα, αργά, σαν να απομακρυνόταν μέσα σε
φως αυγής, χάθηκε.
Ο νέος γονάτισε και ξέσπασε σε κλάματα. Όχι όμως σαν πριν. Ήταν δάκρυα ανακούφισης.
Γιατί εκείνη τη στιγμή κατάλαβε.
Το σαρανταήμερο των ψυχών είχε τελειώσει. Όπως έλεγαν οι παλιοί και όπως
δίδασκε η Εκκλησία, η ψυχή περιπλανιέται για σαράντα μέρες στους τόπους που αγάπησε,
προτού πάρει τον δρόμο της για την αιώνια ανάπαυση.
Και τώρα η αγαπημένη του είχε φύγει.
Η ψυχή της είχε πάρει τον δρόμο της. Κι εκείνος, όσο κι αν την αγαπούσε, δεν
έπρεπε πια να την κρατά δεμένη με τον πόνο και τα δάκρυά του.
Από εκείνη την ημέρα ο νέος δεν ξαναείδε ποτέ την οπτασία της.
Και τότε κατάλαβε κάτι που ως τότε η θλίψη δεν τον άφηνε να νιώσει· πως οι
άνθρωποι, όσο κι αν αγαπιούνται, δεν ανήκουν ο ένας στον άλλον αλλά στον Θεό.
Και πως η αληθινή αγάπη δεν είναι να κρατάς εκείνον που έφυγε δεμένο στη γη με
τον θρήνο σου, αλλά να προσεύχεσαι γι’ αυτόν και να τον αφήνεις να αναπαυθεί
ειρηνικά.
Έτσι ο νέος έπαψε να παρακαλεί τον θάνατο. Άρχισε ξανά να ζει ήσυχα, με
προσευχή και ταπεινοσύνη, κρατώντας την αγαπημένη του όχι πια μέσα στον θρήνο,
αλλά μέσα στη μνήμη και στην ελπίδα της αιώνιας συνάντησης.
Κι όσοι τον γνώρισαν στα κατοπινά του χρόνια έλεγαν πως ο πόνος τον είχε
αλλάξει. Είχε γίνει άνθρωπος πράος, γεμάτος καλοσύνη και συμπόνια για κάθε δυστυχισμένο.
Γιατί υπάρχουν θλίψεις που είτε καταστρέφουν τον άνθρωπο είτε τον φέρνουν πιο κοντά
στον Θεό. Κι εκείνος διάλεξε το δεύτερο.
ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ
ΣΤΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙ
Κάποτε στη Χλώρακα ζούσε ένας νέος που πίστευε πως γεννήθηκε για ήρωας. Το
όνομά του ήταν Διονής, μα ο ίδιος το άλλαξε και το έκανε Διενής, γιατί ήθελε να
μοιάζει στον Διγενή Ακρίτα που τόσο θαύμαζε. Οι χωριανοί όμως τον έλεγαν Ιενή.
Ήταν ψηλός, γεροδεμένος και όμορφος σαν παλικάρι βγαλμένο από παλιά παραμύθια.
Είχε μακριά μαλλιά που τα άφηνε να ανεμίζουν όταν καλπάζοντας περνούσε με το
άλογο του μέσα από τις στράτες του χωριού. Τον καιρό εκείνο οι άντρες δεν άφηναν
μακριά την κόμη. Ο Ιενής όμως ήθελε να μοιάζει στους ήρωες που διάβαζε και
άκουγε στις ιστορίες.
Μιλούσε συχνά για τον Σαμψών, για τον Ηρακλή, για τον Αχιλλέα και τον Διγενή.
Πίστευε αληθινά πως κάτι από το αίμα εκείνων των ανθρώπων κυλούσε και μέσα στις
δικές του φλέβες. Κι όταν έπινε κρασί, η πίστη αυτή φούντωνε περισσότερο.
Δεν φοβόταν τίποτε, έτσι έλεγε. Ούτε φίδι, ούτε νύχτα, ούτε άνθρωπο.
Γυρνούσε μόνος στα βουνά, κοιμόταν στις λαγκαδιές, κυνηγούσε γεράκια και σκότωνε
οχιές με τη μαγκούρα του. Κι όσο περισσότερο τον θαύμαζαν οι άλλοι, τόσο πιο
πολύ μεγάλωνε μέσα του η ανάγκη να αποδείξει πως ήταν διαφορετικός από τους
κοινούς ανθρώπους.
Μονάχα ένας στο χωριό δεν τον χώνευε. Ένας μικρόσωμος, σκυθρωπός άνθρωπος, που σύχναζε
κάθε βράδυ στην ταβέρνα του Φκωνή. Ζήλευε τον Ιενή. Ζήλευε το ανάστημά του, τη
δύναμή του, τον τρόπο που οι άλλοι σώπαιναν όταν μιλούσε. Κι όσο άκουγε τα καυχήματά
του, τόσο κάτι σκοτεινό μεγάλωνε μέσα του. Ήθελε να τον δει να λυγίζει.
Η ταβέρνα του Φκωνή στεκόταν δίπλα στην πλατεία της εκκλησιάς. Ήταν χαμηλό
χωματένιο χαμόσπιτο, κτισμένο με πέτρες και πηλό, με σκεπή από καλάμια και χώμα
που έσταζε βροχή κάθε χειμώνα πάνω στα τραπέζια. Το πάτωμα ήταν σκαμμένο μέσα
στη γη για να μη χτυπούν οι πελάτες το κεφάλι στο χαμηλό ταβάνι.
Μέσα μύριζε κρασί, ξίδι, καπνό και τηγανισμένο λαρδί. Στους τοίχους κρέμονταν παστά
λαρδιά και ξερά κρεμμύδια, ενώ πάνω στα τραπέζια υπήρχαν βραστές πατάτες,
παντζάρια, κάππαρη και βραστά αυγά μέσα σε μαύρο λάδι και ξύδι. Στη γωνιά
υψώνονταν τα μεγάλα βαρέλια με το στερκό κρασί, κι ο ίδιος ο Φκωνής, θεόρατος
μέσα στη μαύρη βράκα και το αλατζιάτινο ζιμπούνι του, περπατούσε σκυφτός για να
μη βρίσκει στο ταβάνι.
Τα βράδια οι φτωχοί χωρικοί μαζεύονταν εκεί για να ξεχάσουν τη μιζέρια τους.
Έπιναν, γελούσαν, έλεγαν ιστορίες. Και ο Ιενής πάντα μιλούσε πιο δυνατά απ’
όλους.
Εκείνο το βράδυ φυσούσε αέρας και η φλόγα της λάμπας πετρελαίου τρεμόπαιζε πάνω
στα πρόσωπα σαν να τα παραμόρφωνε. Ο μικρόσωμος ανθρωπάκος καθόταν απέναντι από
τον Ιενή και τον άκουγε να καυχιέται πάλι για την αντρειοσύνη του.
Κάποια στιγμή ακούμπησε αργά το ποτήρι κάτω. Και άρχισε να διηγείται τρομερές
ιστορίες, σαν να ήθελε να χαλάσει το θάρρος του Διονή.
— Ξέρεις, είπε, άλλοι λαλούν πως ο πιο μεγάλος φόος εν των πεθαμένων.
Η κουβέντα πάγωσε πάνω στο τραπέζι. Ο καπνός από τη λάμπα έμεινε ακίνητος για
μια στιγμή, σαν κι αυτός να άκουσε.
Κι εκείνος συνέχισε. Για νυχτερινούς ήχους στα νεκροταφεία. Για σκιές που
περπατούν μετά τα μεσάνυχτα ανάμεσα στους τάφους. Για έναν γέρο που πέρασε έξω
από την κάτω εκκλησιά και άκουσε καμπάνα να χτυπά, ενώ ήξερε καλά πως η καμπάνα
είχε κατέβει χρόνια πριν.
Οι άντρες στο τραπέζι σταυροκοπιούνταν σιγανά, χωρίς να το δείχνουν. Ο αέρας έξω
έσπρωχνε τις πόρτες. Κι ο Ιενής γέλασε.
— Παραμύθκια των γεναίτζιων, είπε.
Ο μικρός άνθρωπος τον κοίταξε για λίγο σιωπηλός. Ύστερα χαμήλωσε τη φωνή του.
— Άμαν εν παραμύθκια, πάαινε απόψεν στο κοιμητήρι να παλουκώσεις τον άππαρόν σου.
Για μια στιγμή κανείς δεν μίλησε. Μόνο το κρασί έσταζε μέσα στις κούπες.
Το χαμόγελο του Ιενή δεν έσβησε. Αντίθετα, άνοιξε περισσότερο, σαν να τον
προκάλεσε η ίδια η φράση.
— Μόνο τούτον; είπε.
— Μόνο τούτον.
Η φωνή του μικρού ανθρώπου ήταν τώρα ήρεμη. Σχεδόν σίγουρη. Και μέσα σε αυτή τη
σιγουριά χώθηκε το δηλητήριο. Γιατί δεν ήταν πια αστείο. Ήταν στοίχημα.
Οι άντρες σώπασαν. Ο Φκωνής κοίταζε μέσα από τους καπνούς, χωρίς να μιλά. Κάποιος
έσπρωξε αμήχανα την καρέκλα του. Έξω, ο αέρας είχε δυναμώσει.
Όταν χτύπησαν μεσάνυχτα, ο Ιενής σηκώθηκε. Το κρασί είχε κοκκινίσει το πρόσωπό
του και τα μάτια του γυάλιζαν μέσα στο μισοσκόταδο της ταβέρνας. Χαμογέλασε με
εκείνο το σίγουρο χαμόγελο ανθρώπου που πίστευε πως τίποτε στον κόσμο δεν
μπορούσε να τον λυγίσει.
— Να μου φυλάξετε το ποτήρι, είπε στον Φκωνή. Γλήορα εν να ’ρτω.
Πήρε τον σκούφο του και βγήκε στη νύχτα. Το γέλιο και οι φωνές έμειναν πίσω του
σαν κάτι μακρινό.
Ο δρόμος περνούσε δίπλα από χωράφια και σκοτεινές συκιές.
Το φεγγάρι κρυβόταν πίσω από σύννεφα και ο κόσμος είχε στενέψει σε έναν στενό
διάδρομο γης και σιωπής. Μονάχα οι οπλές του αλόγου ακούγονταν πάνω στις πέτρες,
σαν να χτυπούσαν όχι τον δρόμο, αλλά κάτι πιο βαθύ από κάτω του.
Στην αρχή ο Ιενής ένιωθε ακόμη περήφανος. Σκεφτόταν πως αύριο όλο το χωριό θα
μιλούσε πάλι για την αφοβιά του.
Μα όσο προχωρούσε, τόσο κάτι βάραινε μέσα του. Δεν ήταν ακόμη φόβος. Ήταν σαν
να άδειαζε σιγά σιγά από μέσα του εκείνη η σιγουριά που τον κρατούσε όρθιο από
παιδί. Σαν κάτι να έφευγε χωρίς να το καταλαβαίνει.
Άθελά του, το μάτι του έπεσε στην παλιά εκκλησία με το καμπαναριό χωρίς καμπάνα.
Με βιά λάχτισε το άλογο. Ήθελε να τελειώνει, να γυρίσει πίσω στη ζεστασιά της
ταβέρνας.
Επιτέλους έφτασε. Ξεπέζεψε και κοίταξε γύρω. Μέσα στο θαμπό φως του φεγγαριού,
βρήκε μια συστάδα θάμνων και αποφάσισε να σσιηνιάσει εκεί το άλογο. Θα το
παλούκωνε, και θα το άφηνε να το βρούν το πρωί, σημάδι πως κέρδισε το στοίχημα.
Έσκυψε να παλουκώσει το παλούκι στο χώμα. Το σίδερο δεν μπήκε εύκολα, σαν η γη
να αντιστεκόταν. Προσπάθησε ξανά. Τα χέρια του δεν υπάκουαν όπως άλλοτε. Για
πρώτη φορά δεν σκέφτηκε πως θα τα καταφέρει. Σκέφτηκε μόνο πως δυσκολευόταν.
Και αυτή η σκέψη τον αιφνιδίασε. Αποφάνθηκε όμως πως ήταν επηρεασμένος από τις
διηγήσεις του κοντού ανθρωπάκου, το περισσό πιοτό, και από τη σκοτεινή νύχτα.
Ο αέρας πέρασε μέσα από τα κυπαρίσσια και ακούστηκε σαν ψίθυρος. Ο Ιενής χαμογέλασε
μόνος του.
— Φοούμαι σαν μωρό, μουρμούρισε.
Μα το γέλιο δεν ήρθε. Έμεινε ακίνητος. Και τότε ένιωσε το σώμα του να μην του
ανήκει όπως πριν. Όχι πως δεν μπορούσε να κινηθεί, μα σαν να μην μπορούσε να
σηκωθεί. Κάτι τον τραβούσε πίσω.
Ο αέρας γύρω του έγινε βαρύς. Έσφιξε τα δόντια και ξαναδοκίμασε, μα τίποτα.
Κάποιο χέρι τον κρατούσε.
— Εν τζιαι φοούμαι τίποτε, σκέφτηκε.
Και τη στιγμή που το σκέφτηκε, κατάλαβε πως δεν ήταν πια αλήθεια.
Ο τρόμος τον κατέλαβε. Γιατί κατάλαβε πως δεν φοβόταν τους ζωντανούς, μα φοβόταν
τους νεκρούς. Και τώρα κάποιο χέρι από το μνήμα τον τραβούσε να τον πάρει κάτω,
μαζί του, μέσα στο χώμα.
Έκανε να φωνάξει, μα η φωνή δεν βγήκε. Μόνο ένας πνιχτός ήχος. Κι ύστερα σιωπή.
Για πρώτη φορά ένιωσε πως κάτι μέσα του δεν τον ακολουθούσε. Σαν να είχε μείνει
μόνος. Και τότε δεν υπήρχε πια στοίχημα. Δεν υπήρχε ταβέρνα. Δεν υπήρχε χωριό.
Υπήρχε μόνο φόβος, κι ένας άνθρωπος που στεκόταν μέσα στη νύχτα, χωρίς να ξέρει
αν μπορούσε να φύγει. Έπεσε στα γόνατα. Τα μάτια του γούρλωσαν μέσα στον τρόμο,
και το μυαλό του βυθίστηκε σε μια σκοτεινή θολούρα όπου οι ζωντανοί και οι
πεθαμένοι έγιναν ένα.
Στην ταβέρνα άρχισαν να ανησυχούν.
— Αργεί πολλά, είπε ο Φκωνής.
Σηκώθηκε αργά, ξεκρέμασε τη λάμπα από το δοκάρι και οι άντρες βγήκαν μαζί στη νύχτα,
χωρίς άλλα λόγια. Μονάχα ο αέρας ακουγόταν ανάμεσα στα σπίτια και το φως της
λάμπας έτρεμε πάνω στον δρόμο.
Τον βρήκαν πεσμένο δίπλα στο άλογο, άσπρο σαν πεθαμένο. Κι όταν ο Φκωνής χαμήλωσε
τη λάμπα, είδε αμέσως τι είχε συμβεί.
Το σιδερένιο παλούκι είχε περάσει μέσα από τις βαριές δίπλες της βράκας του και
είχε καρφωθεί βαθιά στο χώμα. Ο Ιενής, μέσα στον πανικό του, πίστεψε πως κάποιο
χέρι από τον κάτω κόσμο τον κρατούσε.
Ο γίγαντας ταβερνιάρης έσκυψε αργά και τον ξεπαλούκωσε χωρίς να πει λέξη.
Ο Ιενής δεν γύρισε ποτέ πραγματικά από εκείνη τη νύχτα. Σαν κάτι να έμεινε για
πάντα πίσω, μέσα στο κοιμητήρι. Εκεί θάφτηκαν η λεβεντιά, το θάρρος και η δύναμη
που κουβαλούσε από παιδί.
Λίγες μέρες αργότερα έκοψε τα μακριά του μαλλιά. Δεν ξαναμίλησε για αντρειοσύνη.
Δεν ξανακαβάλησε άλογο.
Γυρνούσε μόνος στις στράτες του χωριού με βλέμμα χαμένο, σαν άνθρωπος που
άκουγε πράγματα που οι άλλοι δεν μπορούσαν να ακούσουν.
Κι όταν περνούσε έξω από την ταβέρνα του Φκωνή, οι παλιοί θαμώνες χαμήλωναν τη
φωνή τους.
Γιατί ήξεραν πως εκείνη τη νύχτα δεν φοβήθηκε τους πεθαμένους. Φοβήθηκε αυτό
που κατοικούσε μέσα του.
Η
ΩΡΑΙΑ ΤΗΣ ΣΑΡΚΟΦΑΓΟΥ
Κανείς δεν πλησίαζε το σπήλιο του Λεωνίδα όταν έπεφτε ο ήλιος. Οι γέροι της
Χλώρακας έλεγαν πως η γη εκεί ήταν κούφια και γεμάτη νεκρούς. Άλλοι μιλούσαν
για παλιούς Ελληνιστικούς τάφους, σκαμμένους βαθιά στον βράχο από ανθρώπους που
χάθηκαν πριν έρθουν οι Φράγκοι και οι Τούρκοι. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας,
έλεγαν ακόμα, κρύβονταν εκεί μέσα κατατρεγμένοι Χριστιανοί, γιατί το σπήλιο ήταν
καλά κρυμμένο πίσω από βάτους, πέτρες και αγριελιές. Αν δεν γνώριζες το μέρος,
μπορούσες να περάσεις δίπλα του εκατό φορές χωρίς να το δεις.
Μονάχα οι βοσκοί ανέβαιναν καμιά φορά ως εκεί, ακολουθώντας τα πρόβατα. Ένας από
αυτούς ήταν ο Φυτόςς.
Ζούσε μόνος στην άκρη του χωριού, σε χαμηλό πλιθάρινο σπίτι με μισογκρεμισμένη
αυλή. Δεν είχε γυναίκα ούτε παιδιά. Οι συγχωριανοί του έλεγαν πως μικρός ήταν
αλλιώτικος άνθρωπος, γελαστός, πρόθυμος, γεμάτος ζωή, μα ύστερα πέθαναν οι γονιοί
του κι έμεινε μόνος με το κοπάδι του και τη σιωπή των λόφων.
Με τα χρόνια συνήθισε τόσο τη μοναξιά, που άρχισε να φοβάται τους ανθρώπους
περισσότερο απ’ τη νύχτα. Μιλούσε στα πρόβατά του, στα δέντρα, στο νερό της
βρύσης. Κι όταν κατέβαινε στο χωριό για αλεύρι ή λάδι, απέφευγε τα πολλά λόγια.
Ήταν τέλος καλοκαιριού όταν βρήκε το σπήλιο. Ο ήλιος χαμήλωνε πάνω από τη
θάλασσα και τα πρόβατα είχαν απλωθεί στον κάμπο γύρω από την παλιά βρύση. Ο
Φυτός κάθισε κάτω από τη μεγάλη δρυ και έτρωγε ψωμί με ελιές, ακούγοντας μόνο
τα κουδούνια του κοπαδιού και τον αέρα που περνούσε μέσα από τα ξερά χόρτα.
Τότε πρόσεξε πως ένα πρόβατο είχε απομακρυνθεί. Ανέβηκε σε ένα ψήλωμα και χάθηκε
πίσω από μια συστάδα θάμνων. Της σφύριξε, τίποτα. Ξανασφύριξε πιο δυνατά. Πάλι
τίποτα. Αναστέναξε, πήρε τη μαγκούρα του και άρχισε να ανεβαίνει την πλαγιά.
Παραμέρισε βάτους και θυμάρια, ώσπου ξαφνικά είδε μπροστά του μια σχισμή στον
βράχο. Ήταν στενή και σκοτεινή, σαν στόμα ανοιχτό μέσα στη γη. Το πρόβατο
στεκόταν λίγο πιο πέρα και τον κοίταζε ακίνητο.
Πλησίασε. Κούφιος αέρας έβγαινε από μέσα. Στάθηκε για λίγο διστακτικός. Ύστερα
βγήκε πάλι έξω, μάζεψε ξερά ξύλα, άναψε δαυλό και μπήκε στο άνοιγμα. Το σπήλιο
ήταν μεγάλο. Η φωτιά φώτιζε υγρά τοιχώματα και βαθιές κοιλότητες που χάνονταν
στο σκοτάδι. Η μυρωδιά της γης και της κλεισούρας ήταν βαριά, σαν αναπνοή
αρχαίου πράγματος που κοιμόταν αιώνες.
Προχώρησε αργά. Και τότε το είδε. Λίγο ψηλότερα από το έδαφος, στην πέτρινη
πλευρά του σπηλαίου, υπήρχε τοίχος χτισμένος με πέτρες και χώμα, σαν να έκλεινε
είσοδο.
Στάθηκε συλλογισμένος. Είχε ακούσει ιστορίες. Για τάφους γεμάτους χρυσά
νομίσματα. Για λάρνακες με κοσμήματα. Για ανθρώπους που πλούτισαν μέσα σε μια
νύχτα.
Σήκωσε τη μαγκούρα και χτύπησε με δ’υναμη τον τοίχο. Οι πέτρες υποχώρησαν
εύκολα. Με λίγα ακόμα χτυπήματα άνοιξε πέρασμα αρκετό για να χωρέσει άνθρωπος.
Μπήκε μέσα σκυφτός.
Ο νεκρικός θάλαμος ήταν μικρός και σχεδόν άθικτος. Στη μέση στεκόταν μια πέτρινη
σαρκοφάγος σκεπασμένη με χώμα και σκόνη αιώνων.
Ο Φυτός πλησίασε κρατώντας τον δαυλό. Γονάτισε. Άρχισε να καθαρίζει με τα χέρια
του την πέτρα.
Και τότε την είδε. Το σκέπασμα της σαρκοφάγου είχε σκαλισμένη επάνω του μορφή γυναίκας. Νέας γυναίκας.
Ο Φυτός στάθηκε ακίνητος, με τον δαυλό υψωμένο, σαν να φοβόταν πως ακόμη και η ανάσα
του μπορούσε να διαλύσει εκείνη την αλλόκοτη ομορφιά που κοιμόταν μέσα στη γη
τόσους αιώνες. Η φλόγα έτρεμε στο χέρι του και το φως γλιστρούσε πάνω στην
πέτρα σαν νερό. Άλλοτε φώτιζε το πρόσωπό της κι άλλοτε το βύθιζε ξανά στη σκιά,
κι έτσι έμοιαζε σαν η γυναίκα να ζωντάνευε αργά μέσα στο μισοσκόταδο του τάφου.
Τα χείλη της ήταν μισάνοιχτα, σαν να κρατούσαν μια ανάσα που δεν βγήκε ποτέ. Τα
βλέφαρά της χαμηλωμένα, γαλήνια, λες και κοιμόταν βαθιά και μπορούσε από στιγμή
σε στιγμή να ανοίξει τα μάτια της. Τα μαλλιά της κυλούσαν στους ώμους σμιλεμένα
με τέτοια τέχνη, που ο Φυτός ένιωσε την παράλογη επιθυμία να τα αγγίξει για να δει αν ήταν στ’ αλήθεια πέτρα.
Δεν είχε ξαναδεί τόσο όμορφο πρόσωπο. Όχι μόνο επειδή ήταν όμορφη σαν γυναίκα
ζωντανή, αλλά γιατί πάνω της υπήρχε εκείνη η σιωπηλή τελειότητα που έχουν τα
πράγματα που νίκησε ο χρόνος. Ούτε λύπη, ούτε φόβος, ούτε γηρατειά μπορούσαν
πια να την αγγίξουν. Έμενε εκεί ανέγγιχτη, νέα για πάντα, κάτω από τη γη και το
σκοτάδι.
Ο Φυτός ένιωσε την καρδιά του να σφίγγεται παράξενα. Σαν να τον είχε βρει ξαφνικά
μεγάλος πυρετός. Άπλωσε αργά το χέρι. Τα δάχτυλά του άγγιξαν το μάγουλό της.
Η πέτρα ήταν παγωμένη. Κι όμως, για μια στιγμή, του φάνηκε πως κάτω από την
ψυχρή επιφάνεια κρυβόταν ζεστασιά, σαν να κοιμόταν ακόμη μέσα της κάποια μακρινή
ζωή. Τράβηξε το χέρι πίσω απότομα. Ο δαυλός έτριξε. Μια στάλα λιωμένης ρητίνης
έπεσε πάνω στην πέτρα.
Ο Φυτός δεν κατάλαβε πόση ώρα πέρασε. Καθόταν μόνο απέναντί της και κοιτούσε.
Έξω, βαθιά πάνω από τη γη, ο ήλιος είχε ήδη χαθεί και τα πρόβατα θα σκορπούσαν
μέσα στη νύχτα. Μα εκείνος δεν μπορούσε πια να φύγει. Κάτι αόρατο τον κρατούσε
δεμένο μέσα σε εκείνον τον τάφο, όχι φόβος, αλλά μια γλυκιά και τρομερή έλξη,
σαν να είχε περάσει το κατώφλι κάποιου ονείρου από το οποίο δεν υπήρχε
επιστροφή.
Έξω είχε νυχτώσει όταν κατάφερε να σηκωθεί. Έφυγε παραπατώντας, σαν άνθρωπος που ξύπνησε από όνειρο.
Μα την άλλη μέρα ξαναγύρισε. Και την άλλη. Και ύστερα κάθε μέρα.
Στην αρχή έφερνε μόνο δαυλό και νερό. Έπειτα κουβέρτες. Ύστερα ψωμί, πήλινα δοχεία,
εργαλεία. Καθόταν με τις ώρες απέναντί της χωρίς να μιλά. Κάποτε της μιλούσε
ψιθυριστά. Της έλεγε πράγματα που δεν είχε πει ποτέ σε άνθρωπο. Για τη μάνα του
που πέθανε νέα. Για τον πατέρα του που τον χτυπούσε όταν ήταν παιδί. Για τις
νύχτες που φοβόταν τη μοναξιά. Για τη ζωή που πέρασε χωρίς κανείς να τον
αγαπήσει.
Κι όσο περνούσε ο καιρός, τόσο πιο αδύνατο του γινόταν να φύγει μακριά της. Δεν
ήταν μονάχα η ομορφιά της. Ήταν η σιωπή της. Δεν τον ειρωνευόταν. Δεν τον
πλήγωνε. Δεν ζητούσε τίποτα. Έμενε εκεί αιώνια νέα, αιώνια ήρεμη, σαν να τον
περίμενε μέσα στο σκοτάδι τόσους αιώνες.
Ο Φυτός άρχισε να μένει στο σπήλιο. Έπινε νερό από την παλιά βρύση και
καλλιεργούσε λίγα χόρτα κοντά στην είσοδο. Τα πρόβατα χάθηκαν σιγά σιγά, το
σπίτι ερήμωσε, και οι χωριανοί όταν τον έβλεπαν καμιά φορά από μακριά, μιλούσαν
χαμηλόφωνα.
— Τρελάθηκε, έλεγαν.
— Έγινε ασκητής.
— Τον πήρε ο Θεός.
Κανείς όμως δεν ήξερε την αλήθεια. Ο Φυτός δεν προσευχόταν σε Θεό. Προσευχόταν
στην πέτρα.
Τα χρόνια πέρασαν. Τα μαλλιά του άσπρισαν. Η πλάτη του κύρτωσε. Τα χέρια του έγιναν
κόκαλα. Μα εκείνη έμενε ίδια. Άφθαρτη. Ακίνητη. Νέα.
Και κάποιες νύχτες, όταν το φως του λυχναριού έτρεμε πάνω στο πρόσωπό της, ο
γέρος πια Φυτός, πίστευε πως τα μάτια της τον κοιτούσαν πραγματικά. Πως αν
άπλωνε λίγο ακόμα το χέρι του, θα ζεσταινόταν η πέτρα. Πως θα ανάσαινε. Μα ποτέ
δεν της ζήτησε να ζωντανέψει. Την αγαπούσε ακριβώς έτσι όπως ήταν. Αιώνια
μακρινή. Αιώνια δική του.
Χρόνια αργότερα, ένας κυνηγός βρήκε το σώμα του μέσα στο σπήλιο. Ήταν πεσμένος
δίπλα στη σαρκοφάγο, σαν να είχε αποκοιμηθεί στα πόδια της.
Ο κυνηγός είπε στους χωριανούς πως βρήκε έναν γέρο ασκητή νεκρό μέσα στη γη.
Δεν μίλησε για άγαλμα. Δεν μίλησε για σαρκοφάγο.
Μονάχα χρόνια αργότερα άρχισαν να ψιθυρίζονται άλλα πράγματα. Πως ο κυνηγός
ξαναγύρισε κρυφά στο σπήλιο. Πως πούλησε τη σαρκοφάγο σε αρχαιοκάπηλους. Και
πως τώρα, σε κάποια μακρινή πόλη της Αμερικής, η πέτρινη γυναίκα στέκει πίσω
από γυαλί, κάτω από ψυχρά φώτα, ενώ ξένοι περνούν μπροστά της αδιάφοροι χωρίς
να γνωρίζουν πως κάποτε ένας βοσκός την αγάπησε περισσότερο από κάθε ζωντανό πλάσμα
πάνω στη γη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου