ΑΓΙΟΣ ΥΠΑΤΙΟΣ Ο ΠΕΡΠΑΤΗΤΗΣ
Στη Χλώρακα, πριν χτιστεί το μικρό εκκλησάκι του Αγίου Υπατίου, υπήρχε μόνο μια
πέτρα.
Μια μεγάλη πελεκητή πέτρα, ριγμένη καταγής κάτω από μια γέρικη τρεμιθιά, κοντά στην
παλιά βρύση του χωριού. Οι παλιοί έλεγαν πως είχε κυλήσει εκεί ύστερα από μεγάλο
σεισμό, πριν από εκατοντάδες χρόνια, όταν γκρεμίστηκαν σπίτια και κάμαρες στο
ύψωμα πάνω από τη βρύση.
Κανείς δεν ήξερε την αλήθεια. Άλλοι έλεγαν πως η πέτρα ήταν κομμάτι από καμάρα
παλιού χρυσοχόου. Άλλοι πως ήταν αρχαίο θυσιαστήρι. Οι πιο γέροι όμως χαμήλωναν
τη φωνή όταν μιλούσαν γι’ αυτήν.
Γιατί μέσα στην πέτρα, έλεγαν, υπήρχε κούφωμα κρυφό. Μια πέτρινη θύρα, τόσο καλοφτιαγμένη
που χανόταν μέσα στα σκαλίσματα του βράχου. Εκεί φύλαγε ο χρυσοχόος τα χρυσάφια
του, ψήγματα χρυσού που μάζευαν οι ζευγολάτες από τα χωράφια της περιοχής που
ως σήμερα λέγεται Χρυσός.
Ο χρυσοχόος πέθανε ξαφνικά. Και το μυστικό θάφτηκε μαζί του. Ύστερα ήρθε ο
σεισμός. Η κάμαρα γκρεμίστηκε νύχτα, και η μεγάλη πέτρα ξερίζωσε από το βουνό
και κύλησε ώσπου στάθηκε δίπλα στη βρύση, κάτω από την τρεμιθιά. Εκεί έμεινε
για αιώνες, σαν να περίμενε κάτι.
Με τα χρόνια, οι χωριανοί άρχισαν να τη συνταιριάζουν με τον Άγιο Υπάτιο.
Έφερναν τα παιδιά τους όταν αργούσαν να περπατήσουν. Οι γυναίκες έδεναν μια
λεπτή κλωστή στα μικρά ποδαράκια των μωρών και, κρατώντας τα από τα χέρια, τα
γύριζαν γύρω από την πέτρα. Μια φορά. Δυο φορές. Τρεις. Κι όταν έσπαζε η
κλωστή, οι μανάδες σταυροκοπιούνταν.
— Τώρα εννά περπατήσει.
Και πολλές φορές, πράγματι περπατούσε. Έτσι ο Άγιος έγινε γνωστός ως Περπατητής.
Κάποτε, πολλά χρόνια πριν, ένας νεαρός του χωριού ανακάλυψε τυχαία το μυστικό
της πέτρας. Λένε πως κυνηγούσε λαγούς στο ύψωμα όταν γλίστρησε πάνω στον βράχο.
Το χέρι του χώθηκε σε μια σχισμή, κι ακούστηκε βαθύς κούφιος ήχος. Δοκίμασε ξανά.
Η πέτρα μετακινήθηκε ελάχιστα. Τότε είδε τη θύρα.
Τη νύχτα γύρισε μόνος με λυχνάρι. Και βγήκε από εκεί πλούσιος. Κανείς δεν έμαθε
ποτέ πόσο χρυσάφι υπήρχε μέσα. Μονάχα πως ο νεαρός αγόρασε χωράφια, σπίτια και
αμπέλια. Κι αργότερα έγινε ο πιο σκληρός τοκογλύφος της Πάφου. Άρπαζε γη από φτωχούς
και σπίτια από χήρες.
Κάθε φορά όμως που περνούσε από την τρεμιθιά, απέστρεφε το βλέμμα του. Σαν να
φοβόταν ακόμη την πέτρα.
Τα χρόνια κύλησαν. Η περιοχή γύρω από τη βρύση έμεινε άγρια, γεμάτη βάτους και
τρεμυθιές. Τον χειμώνα την έπνιγαν οι ομίχλες, κι οι κυνηγοί περνούσαν από κει
με τα σκυλιά και τα δίκαννά τους.
Ώσπου ήρθε εκείνη η μέρα. Ήταν χειμώνας του 2000. Κρύο βαρύ. Ψιλή βροχή έπεφτε
από το πρωί, κι ο αέρας μύριζε βρεγμένο χώμα και αγριοθυμάρι.
Ένας νεαρός κυνηγός είχε χαθεί μέσα στην ομίχλη. Τα σκυλιά του γρύλιζαν
ανήσυχα, κι όσο προχωρούσε προς την παλιά βρύση τόσο ένιωθε τον τόπο παράξενα
σιωπηλό.
Κι εκεί, κάτω από την τρεμιθιά, είδε έναν γέροντα. Καθόταν πάνω στην πέτρα.
Φορούσε παλιό σκούρο ράσο και κρατούσε τα χέρια στα γόνατά του. Η βροχή έπεφτε
επάνω του, μα εκείνος έμενε ακίνητος, σαν να μην τον άγγιζε το κρύο. Ο κυνηγός
τον πλησίασε.
— Παππού, του είπε, ίντα μανιχά στέκεσαι δαμαί μες τη βροχή;
Ο γέροντας σήκωσε αργά το βλέμμα. Τα μάτια του ήταν βαθιά και θλιμμένα.
— Όλοι έχουν μια στέγη πάνω που την κεφαλή τους, είπε σιγανά.
— Μόνο εγιώ έμεινα δαμαί, χειμώνα καλοτζ̌αίριν, δίχως σκέπη.
Ο κυνηγός ένιωσε ρίγος να περνά στην πλάτη του. Πήγε να ξαναμιλήσει.
Μα εκείνη τη στιγμή ένα σύννεφο ομίχλης κατέβηκε από το ύψωμα και σκέπασε την τρεμιθιά.
Κι όταν καθάρισε ο αέρας, ο γέροντας είχε χαθεί.
Μονάχα η βροχή έπεφτε ακόμη πάνω στην πέτρα.
Το ίδιο βράδυ ο κυνηγός πήγε και βρήκε τον θείο του, τον Χαράλαμπο, ψάλτη στην
Παναγία τη Θεοσκέπαστη. Ο γέρος άκουσε χωρίς να μιλήσει.
Μόνο όταν τελείωσε η διήγηση, σταυροκοπήθηκε
αργά.
— Ο Άγιος ήταν, είπε.
— Τζ̆αι θέλει σπίτι.
Από τότε ο Χαράλαμπος άρχισε να τρέχει στη κοινότητα και γραφεία. Ζήτησε άδεια
να χτίσουν ένα μικρό εικονοστάσι κοντά στην πέτρα. Μα οι άρχοντες του χωριού
αρνήθηκαν.
— Εν υπάρχει χώρος, του είπαν.
Κι έτσι πέρασαν χρόνια. Ο Χαράλαμπος γέρασε. Άλλοι πέθαναν. Άλλοι ξενιτεύτηκαν.
Η τρεμιθιά όμως έμενε εκεί, και η πέτρα μαζί της.
Ώσπου άλλαξαν οι καιροί. Νέος κοινοτάρχης έγινε ο Ανδρέας Μαυρέσης. Κι όταν
άκουσε ξανά την ιστορία του Αγίου Υπατίου, φρόντισε να αγοραστεί η γη γύρω από
την παλιά βρύση. Ύστερα ήρθε η βοήθεια του ευεργέτη Γιαννάκη Αριστοδήμου. Και
τότε, για πρώτη φορά ύστερα από αιώνες, υψώθηκε στέγη πάνω από την πέτρα του
Αγίου.
Σήμερα το μικρό εκκλησάκι στέκει ήσυχο πάνω από το πέλαγο. Κι οι παλιοί λένε
πως τις βροχερές νύχτες, όταν φυσά από τη θάλασσα και οι τρεμιθιές βογκούν στον
αέρα, κάποιος γέροντας κάθεται ακόμη κάτω από τα δέντρα και κοιτάζει το φως της
καντήλας. Σαν άνθρωπος που περίμενε πολύ καιρό να γυρίσει επιτέλους σπίτι.
ΘΑΥΜΑ
ΙΔΕΣΘΑΙ
Μια φορά έναν καιρό, στη Χλώρακα, ζούσε μια οικογένεια καμηλιέρηδων. Οι άνθρωποι
εκείνοι, στα παλιά χρόνια, είχαν καμήλες και με αυτές κουβαλούσαν φορτία,
γύριζαν χωριά και έβγαζαν το ψωμί τους.
Από αυτή την οικογένεια ήταν ο Χαμπής, άνθρωπος ήσυχος και δουλευτής. Είχε δυο
καμήλες και ένα μικρό γιο, τον Γιαννή, παιδί επτά χρονών, γεμάτο ζωή και
παιχνίδι.
Μια μέρα, ο Χαμπής γύρισε νωρίς από τη δουλειά και έδεσε τις καμήλες στην αυλή
για να ξαποστάσει. Το μεσημέρι ήταν βαρύ και ο ύπνος τον πήρε γρήγορα.
Μα έξω, ένα μικρό πουλάρι δεν έστεκε ήσυχο. Έτρεχε, φώναζε, έκανε φασαρία.
— Γιαννή! φώναξε ο πατέρας μέσα στον ύπνο του.
— Δέσε το ζώο και σώπασέ το!
Και το παιδί έτρεξε.
Ο μικρός Γιαννής ήταν καλόκαρδος, μα βιαστικός. Ήθελε να τελειώσει γρήγορα για να
πάει να παίξει.
Δεν βρήκε παλούκι. Δεν βρήκε δέντρο. Δεν βρήκε πέτρα.
Κι έτσι, μέσα στην αθωότητά του, έδεσε το πουλάρι πάνω στην κατσούνα της καμήλας.
Ο χρόνος πέρασε.
Και όταν γύρισε να ξυπνήσει τον πατέρα του, τον περίμενε μια εικόνα που του πάγωσε
την καρδιά.
Το πουλάρι ήταν κρεμασμένο από την καμπούρα της καμήλας καθώς αυτή είχε σηκωθεί
όρθια, ακίνητο, σχεδόν άψυχο.
Το παιδί έτρεξε. Έκοψε το σχοινί. Μα ήταν αργά. Το ζώο έπεσε στη γη νεκρό.
Ο Γιαννής γονάτισε. Και έκλαψε όπως κλαίνε τα παιδιά όταν καταλαβαίνουν για
πρώτη φορά το βάρος μιας πράξης. Όχι από φόβο για το ξύλο του πατέρα του. Αλλά
από πόνο για το ζώο που αγαπούσε σαν φίλο.
— Θεέ μου… είπε μέσα από τα δάκρυά του,
— γιατί έγινε αυτό;
Και τότε σήκωσε το βλέμμα του. Πιο πέρα, στα χωράφια, υπήρχε μια παλιά πέτρα,
λαξευμένη. Μέσα της έστεκε εικόνισμα της Αγίας Μαρίνας και ένα μικρό καντήλι
αναμμένο. Εκεί, παλιά, υπήρχε εκκλησία που χάλασε από σεισμό. Μα οι άνθρωποι δεν
την ξέχασαν ποτέ. Και κάθε μέρα άναβαν το καντήλι της Αγίας.
Ο Γιαννής την ήξερε την ιστορία. Ήξερε πως η Αγία Μαρίνα προστάτευε τα παιδιά.
Και μέσα στην απελπισία του, στάθηκε σαν να βρήκε τον μόνο δρόμο που του έμενε.
Πήγε, γονάτισε μπροστά στο εικόνισμα και ψιθύρισε:
— Αγία Μαρίνα μου… βοήθα με… Και έμεινε εκεί ώρα πολλή.
Ύστερα σηκώθηκε. Και πήρε τον δρόμο πίσω, σκυφτός, με την καρδιά βαριά.
Μα τότε… κάτι άλλαξε. Στην αυλή, εκεί που πριν λίγο υπήρχε μόνο θλίψη,
ο ήλιος έπεφτε αλλιώς… Και το παιδί είδε.
Οι καμήλες έστεκαν όρθιες. Και δίπλα τους… το πουλάρι… Ζωντανό.
Ο Γιαννής έμεινε ακίνητος. Και μετά έτρεξε. Το αγκάλιασε και έκλαιγε και
γελούσε μαζί. Και έλεγε ξανά και ξανά:
— Θαύμα… θαύμα έγινε…
Από τότε λένε πως ο Γιαννής δεν ξέχασε ποτέ εκείνη τη μέρα. Και μεγάλωσε με την
πίστη πως όταν η καρδιά ενός παιδιού είναι καθαρή, ακόμη και το αδύνατο μπορεί
να συμβεί.
Και ως τα βαθιά γεράματα του, πίστευε βαθιά πως όποιος πιστεύει βαθιά,
βλέπει θαύματα εκεί που οι άλλοι βλέπουν τύχη.
ΓΙΑΤΡΙΣΣΑ
ΕΛΕΟΥΣΑ
Στη Χλώρακα, εκεί όπου ο άνεμος της θάλασσας ανακατεύεται με τη μυρωδιά του
βασιλικού και της νοτισμένης γης, πάνω από το γκρεμό της βρύσης του χωριού, ζούσε
η Αθθούλλα Πάζαρου. Γυναίκα ήσυχη, νοικοκυρά από τις παλιές, με μάτια γεμάτα
καλοσύνη και πίστη βαθιά στον Θεό. Από εκείνες τις γυναίκες που άναβαν το καντήλι
πριν ακόμη χαράξει και που ήξεραν να παρηγορούν τον ξένο με μια κουβέντα κι ένα
κομμάτι ψωμί.
Ένα απόγευμα του φθινοπώρου τηλεφώνησε στον Κυριάκο, που είχε αποκτήσει πια
φήμη ανθρώπου που κατέγραφε ιστορίες παλιές, γεγονότα ξεχασμένα και μνήμες χωριανών.
—Έλα να σου πω κάτι που δεν πρέπει να χαθεί, του είπε με φωνή χαμηλή.
—Ιστορία αληθινή, που την άκουσα από τον πατέρα μου τον Λεωνίδα.
Ο Κυριάκος πήγε στο σπίτι της ένα δειλινό. Η αυλή μοσχοβολούσε γιασεμί και
δυόσμο. Η Αθθούλλα τον κάθισε σε ξύλινη καρέκλα, του πρόσφερε καφέ σκέτο όπως
συνήθιζε να τον πίνει, και λουκούμι τριαντάφυλλο. Ύστερα στάθηκε για λίγο
σιωπηλή, σαν να μάζευε τις λέξεις μέσα από τα βάθη του χρόνου.
—Ήταν παλιά εποχή… πολύ παλιά, άρχισε να λέει. Τότε που δεν υπήρχαν αυτοκίνητα ούτε
δρόμοι σωστοί. Μόνο χώμα, πέτρα και μονοπάτια.
Η οικογένεια του πατέρα της, του Λεωνίδα, ζούσε τότε στην Πέγεια. Πολυμελής
οικογένεια, φτωχή μα δεμένη σαν γροθιά. Εφτά γιοι και τρεις κόρες. Δέκα παιδιά,
όλα στριμωγμένα σε ένα παλιό πέτρινο σπίτι με χαμηλή στέγη και αυλή γεμάτη
κότες, στάμνες και δεμάτια ξύλα.
Ο κόσμος τότε ήταν αλλιώτικος. Οι άνθρωποι μετρούσαν τις αποστάσεις με τον
χρόνο του γαϊδουριού και όχι με το ρολόι. Ο δρόμος που ένωνε το χωριό με το Κτήμα
της Πάφος ήταν στενός και χωμάτινος, πιο πολύ σαν μονοπάτι παρά σαν δρόμος. Τον
χειμώνα γινόταν λάσπη και το καλοκαίρι σήκωνε σύννεφα σκόνης.
Τα σπίτια ήταν σκορπισμένα στην ύπαιθρο. Γύρω χωράφια, μάντρες, κοπάδια και
αλώνια. Η ζωή δύσκολη, μα οι άνθρωποι ανθεκτικοί.
Ο Λεωνίδας ήταν τότε δέκα χρονών παιδί, όταν συνέβη το κακό.
Η αδελφή του η Παναγιώτα, κοπέλα όμορφη και γλυκομίλητη, αρρώστησε ξαφνικά.
Στην αρχή νόμισαν πως ήταν ένας απλός πυρετός. Μα όσο περνούσαν οι ώρες και οι
μέρες, η κατάστασή της χειροτέρευε. Έπεσε κατάκοιτη, με το σώμα της να καίγεται
σαν πυρωμένο σίδερο. Σπασμοί την τίναζαν ολόκληρη, κι η ανάσα της έβγαινε κοφτή
και βαριά.
Η μάνα της άλλαζε βρεγμένα μαντήλια στο μέτωπό της, ενώ οι αδελφές της έκλαιγαν
σιωπηλά στη γωνιά. Ο πατέρας στεκόταν ανήμπορος, με μάτια κόκκινα από την αγρύπνια.
Όλη νύχτα άκουγες μόνο προσευχές.
—Παναγία μου, σώσε το παιδί μου…
—Χριστέ μου, λυπήσου μας…
Μα η Παναγιώτα δεν καλυτέρευε.
Πριν ακόμη λαλήσει ο πρώτος πετεινός, την τρίτη μέρα, ακόμη θεοσκότεινα, ένας
από τους μεγάλους γιους σαμάρωσε το γαϊδούρι και πήρε τον δρόμο για το Κτήμα,
να φέρει τον γιατρό, τον Όμηρο.Το ταξίδι ήταν μακρύ. Ο αέρας παγωμένος και η γη
βρεγμένη από τη νυχτερινή υγρασία. Το γαϊδούρι προχωρούσε αργά μέσα στο
σκοτάδι, κι ο νέος παρακαλούσε από μέσα του να προλάβουν.
Ο γιατρός Όμηρος ήταν γνωστός άνθρωπος στην επαρχία. Είχε δει φτώχεια,
αρρώστιες και θανάτους πολλούς. Όταν άκουσε για την κοπέλα, δεν αρνήθηκε
στιγμή. Ανέβηκε στο γαϊδούρι και ξεκίνησαν πίσω. Ο γιατρός καβάλα, και ο γιος πεζός.
Η μέρα είχε πια ξημερώσει για καλά όταν έφτασαν στο σπίτι.
Ο γιατρός μπήκε μέσα σκυθρωπός. Εξέτασε την Παναγιώτα προσεκτικά. Άκουσε την
ανάσα της, άγγιξε το μέτωπό της, κοίταξε τα μάτια της που είχαν θαμπώσει από τον
πυρετό.
Στο τέλος σηκώθηκε αργά.
—Αν βγάλει τη μέρα… ναι για όχι, είπε βαριά.
Τα λόγια του έπεσαν σαν πέτρα πάνω στην οικογένεια.
Η μάνα σωριάστηκε σε μια καρέκλα κλαίγοντας. Τα μικρότερα παιδιά κρύφτηκαν πίσω
από την πόρτα τρομαγμένα.
Ο γιατρός όμως, βλέποντας τη φτώχεια τους, συγκινήθηκε. Έβαλε το χέρι στην τσέπη,
έβγαλε δύο χρυσές λίρες και τις γλίστρησε κάτω από το μαξιλάρι της άρρωστης
χωρίς να πει λέξη.
Ύστερα τον ανέβασαν πάλι στο γαϊδούρι και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.
Η μέρα κύλησε βαριά σαν μολύβι.
Μα όσο κι αν η συμφορά στεκόταν πάνω από το σπίτι, η ζωή δεν σταματούσε. Τα ζώα
ήθελαν τροφή, τα χωράφια δουλειά και το σιτάρι έπρεπε να ανεμιστεί πριν πέσει η
νύχτα.
Έτσι, κατά το δειλινό, οι γονιοί της Παναγιώτας πήγαν στο αλώνι να ανεμίσουν το
σιτάρι. Ο ήλιος έδυε βάφοντας τον ουρανό κόκκινο. Η σκόνη από το σιτάρι ανέβαινε
χρυσή στον αέρα. Κι εκεί, πάνω στο μονοπάτι, παρουσιάστηκε μια γύφτισσα.
Φορούσε μακριά ξεθωριασμένη φούστα και μαύρο μαντήλι στο κεφάλι. Τα μάτια της όμως
γυάλιζαν παράξενα.
Στάθηκε μπροστά τους και είπε:
—Πολύ πικραμένοι μου φαίνεστε. Τι έχετε;
Ο γέρος αναστέναξε.
—Η κόρη μας πεθαίνει. Ο γιατρός είπε πως δεν θα βγάλει τη νύχτα.
Η γύφτισσα έμεινε σιωπηλή για λίγο. Ύστερα μίλησε ήρεμα:
—Αν σας τη γιάνω… θα μου δώσετε έναν τενεκέ σιτάρι;
Ο παππούς την κοίταξε δύσπιστα.
—Μπορείς να μας τη γιάνεις;
Εκείνη χαμογέλασε αχνά.
—Εγώ μπορώ να κάνω και χρυσά παπούτσια να φορώ.
Ο γέρος σταυροκοπήθηκε.
—Αν μου τη γιάνεις, σου δίνω δυο τενεκέδες σιτάρι.
Πήραν μαζί τον δρόμο για το σπίτι.
Μόλις μπήκε μέσα η γύφτισσα, η ατμόσφαιρα άλλαξε. Σαν να κόπασε για λίγο ο θόρυβος
του πόνου.
—Φέρτε μου ένα πιάτο νερό, είπε.
Της έφεραν ένα βαθύ πιάτο. Εκείνη έβγαλε από τον κόρφο της ένα μικρό
σταυρουδάκι, παλιό και μαυρισμένο από τον χρόνο.
Το κράτησε πάνω στο νερό και είπε:
—Αν το σταυρουδάκι πεταχτεί έξω, η κόρη σας θα ζήσει. Αν μείνει μέσα… θα φύγει.
Κι άρχισε να ψιθυρίζει λόγια ακατάληπτα. Προσευχές ή ξόρκια, κανείς δεν ήξερε.
Το σπίτι είχε βουβαθεί.
Ξαφνικά, το σταυρουδάκι αναπήδησε μόνο του και πετάχτηκε έξω από το νερό.
Η μάνα έβαλε τα χέρια στο στόμα.
Η γύφτισσα ξανάκανε το ίδιο. Και πάλι το σταυρουδάκι τινάχτηκε έξω.
Την ίδια στιγμή ακούστηκαν φωνές από το μέσα δωμάτιο.
—Έγιανε! Έγιανε η Παναγιώτα!
Η άρρωστη είχε ανοίξει τα μάτια της. Ο πυρετός είχε πέσει. Ανέπνεε καθαρά και
ζητούσε νερό.
Το σπίτι γέμισε κλάματα χαράς.
Η μάνα αγκάλιαζε τα παιδιά της, ο πατέρας έκλαιγε σαν μικρό παιδί κι ο μικρός
Λεωνίδας κοιτούσε τη γύφτισσα με μάτια ορθάνοιχτα.
Εκείνη πήρε αμίλητη το κανίσι της, δυο τενεκέδες σιτάρι και μια όρνιθα, κι
έφυγε όπως ήρθε, αθόρυβα και σιωπηλή. Κανείς δεν την ξαναείδε ποτέ.
Η Παναγιώτα έζησε μέχρι τα ενενήντα της χρόνια. Δεν ξαναρρώστησε ποτέ στη ζωή
της.
Και χρόνια αργότερα, όταν η οικογένεια θυμόταν εκείνη τη νύχτα, όλοι έλεγαν το
ίδιο πράγμα χαμηλόφωνα, με δέος:
—Δεν ήταν γύφτισσα… Ήταν η Γιάτρισσα Ελεούσα. Ήταν η ίδια η Παναγία.
ΤΟΥ ΑΗ ΓΙΑΝΝΙΟΥ
Ο Γιαννής ο Βάννας ήταν άνθρωπος δουλευτής. Από τα χαράματα βρισκόταν άλλοτε στο περβόλι του, ανάμεσα σε λεμονιές και θερμοκήπεια, άλλοτε πίσω από τον πάγκο του μικρού καφενείου του, κι άλλοτε στο τιμόνι του παλιού ταξιού του, που μύριζε βενζίνη, καπνό και καλοκαιρινή σκόνη.
Δεν έκανε συχνά τη γραμμή από Πάφο - Λεμεσό όπως οι άλλοι ταξιτζήδες. Ο κόσμος όμως τον εμπιστευόταν. Ήξερε πως ο Βάννας ήταν προσεκτικός άνθρωπος και τίμιος. Όποιος τον χρειαζόταν, πήγαινε από βραδύς στο καφενείο να τον βρει και να κλείσει την κούρσα.
Ένα δειλινό του καλοκαιριού, λίγο πριν δύσει ο ήλιος πίσω από τη θάλασσα της Χλώρακας, μπήκε στο καφενείο ο Στέλιος του Κλέαθθου. Κρατούσε το καπέλο του στα χέρια και φαινόταν συλλογισμένος.
—Γιαννή, είπε χαμηλόφωνα, αύριο χαράματα φεύγω για Λεμεσό. Μετακομίζω μόνιμα. Θέλω να με πάρεις.
Ο Βάννας τον κοίταξε για λίγο χωρίς να μιλήσει. Ήξερε τι σημαίνει να ξεριζώνεται άνθρωπος από τον τόπο του.
—Εντάξει, Στέλιο. Πριν φέξει να ’σαι έτοιμος.
Την άλλη μέρα, ανήμερα του Άη Γιαννιού, σηκώθηκαν πριν ακόμα ξημερώσει. Ο ουρανός ήταν παράξενα βαρύς για καλοκαίρι. Ένα γκρίζο πέπλο σκέπαζε τη γη και ο αέρας κουβαλούσε μυρωδιά βροχής.
Φόρτωσαν τα μπαγκάζια στο ταξί κι έβαλαν μπρος.
Ο δρόμος προς τη Λεμεσό ήταν δύσκολος εκείνα τα χρόνια. Στενός, γεμάτος στροφές, ανηφόρια και μικρά γεφύρια που έτριζαν κάθε φορά που περνούσε αυτοκίνητο.
—Ας ελπίσουμε να ’χουμε καλό ταξίδι, είπε ο Βάννας καθώς έσφιγγε το τιμόνι.
Ο Στέλιος σταυροκοπήθηκε σιωπηλά.
Πέρασαν χωριά και χαράδρες, ώσπου έφτασαν στην Πέτρα του Ρωμιού. Εκεί ο καιρός αγρίεψε ξαφνικά. Ο ουρανός άνοιξε και μια άγρια καλοκαιρινή μπόρα ξέσπασε πάνω τους. Η βροχή χτυπούσε το παρμπρίζ σαν χαλίκι και οι υαλοκαθαριστήρες μόλις που πρόφταιναν να καθαρίζουν το νερό.
Ο Βάννας έσκυψε μπροστά, προσπαθώντας να διακρίνει τον δρόμο.
—Θα περάσει, είπε περισσότερο για να δώσει θάρρος παρά γιατί το πίστευε.
Μα όσο προχωρούσαν προς την Επισκοπή, τόσο το μπουρίνι λυσσομανούσε. Ο δρόμος είχε γίνει ποτάμι. Νερά κατέβαιναν ορμητικά από τους λόφους και ο αέρας κουνούσε το αυτοκίνητο σαν καρυδότσουφλο.
Κι όμως, ο Βάννας συνέχιζε αργά και προσεκτικά. Σκεφτόταν πως απέμεναν λίγα μόνο μίλια μέχρι τη Λεμεσό. Αν κρατούσαν λίγο ακόμη, θα έφταναν σώοι.
Το πρώτο φως της αυγής άρχισε τότε να χρωματίζει αχνά τον ουρανό.
Δίπλα από το υπόστεγο μιας βεράντας, στην άκρη του δρόμου στο έμπα του χωριού της Επισκοπής, είδαν μια ανθρώπινη μορφή να στέκει ακίνητη μέσα στη βροχή και να τους γνέφει.
Ο Βάννας φρέναρε.
Η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα ένας άντρας βρεγμένος, με ήρεμο πρόσωπο και μάτια φωτεινά.
—Να με πάρετε μαζί σας; ρώτησε ήσυχα.
—Μετα χαράς, του είπε ο Βάννας.
Το αυτοκίνητο συνέχισε τον δρόμο του μέσα στη θύελλα. Για λίγη ώρα κανείς δεν μιλούσε. Μονάχα η βροχή ακουγόταν να χτυπά τη λαμαρίνα.
Ξαφνικά, λίγο πριν το γεφύρι της Ερήμης, ο άγνωστος μίλησε:
—Μην προχωρήσετε άλλο. Το γεφύρι έσπασε. Αν περάσετε, θα σας πάρει το ποτάμι.
Ο Βάννας πάγωσε.
Σταμάτησε αμέσως το αυτοκίνητο και κατέβηκαν με τον Στέλιο μέσα στη βροχή. Προχώρησαν λίγα μέτρα μπροστά και τότε το είδαν.
Το γεφύρι είχε κοπεί στα δύο. Τα νερά ορμούσαν αφρισμένα μέσα στο σκοτάδι σαν μανιασμένο θεριό. Αν είχαν προχωρήσει λίγα λεπτά ακόμη, το ποτάμι θα τους είχε παρασύρει.
Ο Στέλιος σταυροκοπήθηκε τρέμοντας.
—Παναγία μου…
Ο Βάννας γύρισε αμέσως προς το αυτοκίνητο.
—Να ευχαριστήσουμε τον άνθρωπο…
Μα όταν άνοιξαν την πόρτα, το πίσω κάθισμα ήταν άδειο. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους αποσβολωμένοι. Δεν άκουσαν πόρτα να ανοίγοκλείνει. Δεν είχαν δει κανέναν να φεύγει μέσα στη βροχή. Ο Βάννας έσκυψε καλύτερα. Τότε πρόσεξε κάτι πάνω στο κάθισμα. Ήταν ένα μικρό εικόνισμα. Το πήρε στα χέρια του και το χάιδεψε με τα δάχτυλά του. Μέσα στο φέγγος της αυγής, διέκρινε καθαρά τη μορφή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Έμεινε για λίγο σιωπηλός. Έπειτα σταύρωσε το στήθος του και είπε με φωνή που έτρεμε:
—Αλήθεια… είχαμε Άγιο μαζί μας.
Και χρόνια μετά, όσοι άκουγαν την ιστορία του Βάννα και του Στέλιου, έλεγαν πως εκείνο το ξημέρωμα του Άη Γιαννιού δεν ήταν άνθρωπος που μπήκε στο ταξί, αλλά ο ίδιος ο Άγιος που τους φύλαξε από ένα μεγάλο κακό.
ΟΙ ΔΥΟ ΕΚΛΗΣΙΕΣ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
Στη Χλώρακα, εκεί όπου οι παλιές πέτρες κρατούν ακόμη τη δροσιά της νύχτας και ο αέρας από τη θάλασσα μπερδεύεται με τη μυρωδιά του βασιλικού και της νοτισμένης γης, η πίστη των ανθρώπων δεν έμενε ποτέ κλεισμένη μέσα στα λόγια. Έπαιρνε μορφή, γινόταν τόπος, γινόταν εκκλησία.
Η παλαιά εκκλησία της Παναγίας της Χρυσελεούσης στεκόταν μικρή, σχεδόν ταπεινή, μα γεμάτη ζωή. Στις μεγάλες γιορτές δεν χωρούσε τον κόσμο. Οι άνθρωποι συνωστίζονταν, άλλοι έμεναν έξω από την πόρτα, κι η προσευχή τους έβγαινε στον δρόμο σαν ανάσα που δεν έβρισκε χώρο να σταθεί. Κι όμως, κανείς δεν παραπονιόταν. Ήταν σαν να πίστευαν πως ακόμη κι έξω από τον ναό, βρίσκονταν πάλι μέσα του.
Αλλά μια μέρα, οι παλαιότεροι του χωριού αποφάσισαν πως έπρεπε να χτιστεί ένας μεγαλύτερος ναός, δίπλα στον παλιό, στην ίδια πλατεία που είχε ποτιστεί από γενιές ανθρώπων, γιορτών και πένθους.
Το 1924 άρχισε το έργο. Οι πρώτες πέτρες δεν ήταν απλώς υλικό. Ήταν σαν να ξεριζώνονταν από την ίδια τη γη της Χλώρακας και να έβρισκαν νέα θέση πάνω από το χώμα της. Οι μαστόροι δούλευαν ασταμάτητα, με τα χέρια σκληρά από τον ήλιο και τον ασβέστη, και έλεγαν πως αυτός ο ναός δεν θα ήταν σαν τους άλλους. Θα ήταν κάτι πιο βαρύ, πιο βαθύ, σαν να έπρεπε να αντέξει όχι μόνο τον χρόνο, αλλά και τις προσευχές των ανθρώπων.
Το κτίσιμο κράτησε χρόνια. Πέντε ολόκληρα χρόνια πέτρα την πέτρα, μέχρι που το 1928 ο νέος ναός στάθηκε ολοκληρωμένος. Ήταν επιβλητικός, κτισμένος με πελεκητή πέτρα εξαιρετικής ποιότητας, και έμοιαζε να κοιτάζει το χωριό όχι με υπεροψία, αλλά με σιωπηλή προστασία. Εκείνη τη χρονιά έγιναν τα εγκαίνια από τον Μητροπολίτη Πάφου Ιάκωβο, και ο κόσμος ένιωσε πως κάτι είχε αλλάξει στη Χλώρακα, σαν να είχε αποκτήσει νέο κέντρο η καρδιά της.
Για να φτάσει όμως ως εκεί, χρειάστηκαν θυσίες. Μεγάλο μέρος της εκκλησιαστικής περιουσίας πουλήθηκε, και η πέτρα του ναού λατομεύτηκε από τα ίδια τα χώματα του χωριού. Ήταν από τα καλύτερα υλικά της περιοχής, το ίδιο είδος πέτρας που χρησιμοποιήθηκε και για την εκκλησία της Θεοσκέπαστης στην Κάτω Πάφο. Κι έτσι, κάθε λίθος έμοιαζε να κουβαλά μέσα του όχι μόνο βάρος, αλλά και ιστορία.
Το 1953, όμως, ήρθε ο μεγάλος σεισμός. Τη νύχτα εκείνη, οι άνθρωποι θυμούνται ακόμη τον ήχο. Δεν ήταν μόνο ο ήχος της γης που έσπαζε. Ήταν σαν να λύγιζε κάτι πιο βαθύ, κάτι που δεν φαινόταν. Η στέγη του ναού κατέρρευσε και για λίγο φάνηκε πως ό,τι χτίστηκε με κόπο τόσων χρόνων θα χανόταν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.
Κι όμως, δεν χάθηκε. Οι κάτοικοι δεν άφησαν την εκκλησία να μείνει γκρεμισμένη. Με εράνους, με προσφορές από όλη την Κύπρο, με εργάτες και μαστόρους που δούλεψαν πολλές φορές χωρίς αμοιβή, ο ναός ξανασηκώθηκε. Χρόνια ολόκληρα πέρασαν μέχρι να αποκατασταθεί, και το 1959 στάθηκε πάλι όρθιος, σαν να μην είχε ποτέ λυγίσει.
Από τότε, όμως, κάτι άλλο άρχισε να λέγεται στο χωριό. Ότι η εκκλησία αυτή δεν ήταν απλώς μεγάλη ή όμορφη. Ήταν και θαυματουργή:
Στον παλαιό μικρό ναό φυλασσόταν η εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτρας. Μια εικόνα σκοτεινή από τον χρόνο, μα ζωντανή, με βλέμμα που δεν έμοιαζε να είναι μόνο ζωγραφισμένο. Οι γυναίκες του χωριού την πλησίαζαν με φόβο και ελπίδα μαζί. Και κάποιες, όταν είχαν προβλήματα αιμορραγίας, έλεγαν πως η προσευχή μπροστά της έφερνε ανακούφιση, κι άλλες φορές ίαση.
Έτσι όταν χτίστηκε ο νέος ναός, η εικόνα μεταφέρθηκε στο μεγάλο τέμπλο. Μα δεν έμεινε ποτέ μόνο εκεί, όπως έλεγαν οι παλαιότεροι. Γιατί ο τόπος της δεν ήταν εύκολος να αλλάξει.
Υπήρχαν νύχτες που οι άνθρωποι ορκίζονταν πως κάτι είχε συμβεί. Πως η εικόνα δεν βρισκόταν εκεί που την είχαν αφήσει. Πως είχε επιστρέψει στο παλιό τέμπλο, στον μικρό ναό, σαν να την τραβούσε πίσω κάτι που δεν εξηγείται.
Άλλοτε πάλι, όταν προσπάθησαν να την απομακρύνουν οριστικά, το ξύλινο τέμπλο ράγισε. Όχι με τρόπο συνηθισμένο, αλλά σαν να αντιστάθηκε το ίδιο το ξύλο. Το σημάδι εκείνο, λένε, φαίνεται ακόμη.
Κι έπειτα ήρθε εκείνη η νύχτα. Μια νύχτα καλοκαιριού που άρχισε ήσυχα, χωρίς προειδοποίηση. Κι όμως, μέσα σε λίγες ώρες, ο ουρανός άλλαξε. Σηκώθηκε άνεμος δυνατός, θύελλα, και η κακοκαιρία σκέπασε το χωριό. Οι παλιοί έλεγαν πως δεν ήταν απλώς καιρός, αλλά κάτι σαν αναστάτωση στον ίδιο τον αέρα.
Το πρωί, όταν όλα ησύχασαν, η εικόνα δεν ήταν εκεί. Τη βρήκαν ξανά στο παλιό τέμπλο, σαν να μην είχε φύγει ποτέ. Σαν να είχε επιστρέψει εκεί που ανήκε χωρίς να ρωτήσει κανέναν.
Τότε οι άνθρωποι σώπασαν περισσότερο από πριν. Δεν μιλούσαν πια εύκολα για το πού πρέπει να βρίσκεται. Μιλούσαν πιο πολύ για το πού θέλει να βρίσκεται.
Και όταν τελικά, μετά από προσευχές και δεήσεις, η εικόνα επέστρεψε οριστικά στον μεγάλο ναό, δεν υπήρξε πια αντίσταση. Μόνο μια σιωπηλή αποδοχή, σαν να είχε συμφωνήσει κι η ίδια να μείνει.
«Σήμερα, στο τέμπλο του ιερού, η εικόνα της Παναγίας της Χρυσοαιματούσας, όπως την αποκαλούν πια πολλοί, στέκεται ήρεμη. Πίσω της κρέμεται ακόμη εκείνη η κόκκινη κορδέλα, που περνά από χέρι σε χέρι, από ελπίδα σε ελπίδα. Οι γυναίκες που υποφέρουν από αιμορραγίες, αφού την αντικαταστήσουν με μια καινούργια, τη ζώνονται και η πίστη τους γίνεται θεραπεία. Κι έτσι, η σιωπή της εκκλησίας δεν είναι ποτέ άδεια, είναι γεμάτη από εκείνα που δεν λέγονται, αλλά συνεχίζουν να πιστεύονται.»
Και στα σπίτια της Χλώρακας, οι παλαιότεροι λένε πως τα θαύματα δεν σταμάτησαν ποτέ.
Απλώς έμαθαν να μην κάνουν θόρυβο.
Η ΚΑΤΑΡΑ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ
Παλιά, τότε που η Χλώρακα ήταν ακόμη μια χούφτα πέτρινα σπίτια γαντζωμένα πάνω
σε ένα ψηλό οροπέδιο, οι άνθρωποι ζούσαν με το βλέμμα στραμμένο στη θάλασσα. Οι
βοσκοί και οι γεωργοί έκτιζαν τις μάντρες και τα σπίτια τους στα ψηλώματα, εκεί
όπου μπορούσαν να διακρίνουν από μακριά τα πανιά των πειρατών και των Σαρακηνών
πριν ακόμη πλησιάσουν την ακτή. Κάθε άνεμος που ερχόταν από τη δύση κουβαλούσε
μαζί του φόβο. Κι όμως, οι άνθρωποι έμεναν πεισματικά στον τόπο τους, σκάβοντας
και καλλιεργώντας τη γη, σαν να ήξεραν πως η ζωή πρέπει να συνεχίζεται ακόμη
και κάτω από τη σκιά της απειλής.
Από τα υψώματα της σημερινής οδού Χατζηφιλίππου ως τις γόνιμες πλαγιές της Λέμπας,
εκεί όπου απλώνεται ο παλιός προϊστορικός συνοικισμός, η γη ήταν μοιρασμένη σε
μικρά χωράφια, αλώνια και βοσκοτόπια. Τα βράδια, όταν έσβηναν οι φωτιές και μόνο
τα σκυλιά ακούγονταν να γαβγίζουν μέσα στη νύχτα, οι γέροντες έλεγαν ιστορίες
για ανθρώπους που χάθηκαν στη θάλασσα και για αγίους που φανερώνονταν στους
ταπεινούς.
Με τα χρόνια, ο οικισμός χωρίστηκε. Το βορειοδυτικό του μέρος έγινε η Λέμπα,
ένα χωριό όπου Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι ζούσαν πλάι πλάι, δουλεύοντας
την ίδια γη και πίνοντας νερό από τα ίδια πηγάδια. Όμως ο καιρός αλλάζει τις καρδιές
των ανθρώπων όπως ο αέρας αλλάζει την άμμο. Οι καιροί έγιναν δύσκολοι, οι σχέσεις
ψυχράθηκαν,η έχθρα φούντωσε ανάμεσα τους, και σιγά σιγά οι Ελληνοκύπριοι
άρχισαν να φεύγουν από το χωριό. Άφησαν πίσω σπίτια, περιβόλια και αναμνήσεις·
μα δεν ξέχασαν ποτέ ένα μικρό εκκλησάκι στην άκρη του δρόμου, αφιερωμένο στον Άγιο
Στέφανο.
Το εκκλησάκι εκείνο δεν υπήρχε από πάντα. Στη θέση του στεκόταν κάποτε μια παλιά
αποθήκη, χτισμένη μέσα στο μεγάλο αγρόκτημα του Νικολαΐδη, ενός πλούσιου
γαιοκτήμονα που είχε τα κτήματά του στα ανατολικά της Λέμπας, προς τη μεριά της
Χλώρακας. Ο τόπος ήταν ευλογημένος: δέντρα πυκνά, νερά που κυλούσαν ακόμη και
το καλοκαίρι, και χωράφια που μοσχοβολούσαν χώμα μετά τη βροχή.
Η αποθήκη δίπλα στον αμαξιτό δρόμο, πρόσφερε καταφύγιο στους περαστικούς. Τα
βράδια του χειμώνα, όταν οι ουρανοί άνοιγαν και η βροχή μαστίγωνε τη γη, οι διαβάτες
άναβαν μικρές φωτιές εκεί μέσα και περίμεναν να κοπάσει η καταιγίδα.
Ένα τέτοιο βράδυ, λένε, έφτασε εκεί ένας ξένος. Ήταν κουρασμένος, βρεγμένος ως
το κόκαλο, και τα μάτια του έμοιαζαν να κουβαλούν δρόμους πολλών χρόνων. Κανείς
δεν έμαθε ποτέ το όνομά του. Το ξημέρωμα, πριν ακόμη φέξει καλά, βγήκε από την
αποθήκη και είπε στους ανθρώπους του κτήματος πως τη νύχτα είδε σε όραμα έναν
νέο άντρα ντυμένο με φως, που κρατούσε στο χέρι του κλαδί φοίνικα.
«Εδώ θέλω να με θυμούνται», είπε πως άκουσε τη μορφή να λέει. «Εδώ να βρουν
παρηγοριά οι πονεμένοι.»
Ήταν ο Άγιος Στέφανος που επιθυμούσε μια στέγη, να μένει δίπλα τους να τους
προφυλάσσει.
Ο ξένος έφυγε όπως ήρθε, χωρίς να πάρει τίποτα μαζί του. Όμως τα λόγια του
ρίζωσαν στις ψυχές των ανθρώπων. Η φήμη απλώθηκε από τη Λέμπα στη Χλώρακα κι
από εκεί στην Έμπα. Άλλοι πίστεψαν, άλλοι γέλασαν. Μα οι πιο πολλοί, όταν περνούσαν
από την αποθήκη, έκαναν τον σταυρό τους.
Ο Νικολαΐδης, άνθρωπος πρακτικός μα και βαθιά θρησκευόμενος, αποφάσισε τελικά
να μετατρέψει τον χώρο σε τόπο προσευχής. Γύρω στα 1900, έχτισε ένα μικρό ιερό
και μια πέτρινη αγία τράπεζα. Η παλιά αποθήκη έγινε εκκλησάκι του Αγίου
Στεφάνου.
Κι από τότε, το μικρό ξωκλήσι έγινε καταφύγιο ψυχών.
Οι γυναίκες άναβαν κεριά για τους άντρες που ταξίδευαν στη θάλασσα. Οι γεωργοί
προσεύχονταν για βροχή. Οι φτωχοί ζητούσαν δύναμη για να αντέξουν τον χειμώνα
και οι μανάδες έφερναν τα άρρωστα παιδιά τους να τα σταυρώσει ο παπάς.
Κάποιοι έλεγαν πως τα βράδια του Δεκέμβρη, όταν φυσούσε βοριάς από τη θάλασσα,
φαινόταν ένα αχνό φως να τρεμοπαίζει μέσα στο εκκλησάκι, ακόμη κι όταν δεν
υπήρχε κανείς εκεί. Άλλοι ορκίζονταν πως άκουγαν ψαλμωδίες μέσα στη νύχτα.
Μα είτε ήταν θαύμα είτε πίστη, κανείς δεν μπορούσε να αρνηθεί πως ο Άγιος
Στέφανος έγινε κομμάτι της ζωής των ανθρώπων. Γιατί ο πρώτος μάρτυρας της
πίστης έμοιαζε να καταλαβαίνει τον δικό τους αγώνα: τη φτώχεια, τον ξεριζωμό, τον
φόβο και την επιμονή να κρατηθούν όρθιοι.
Και ακόμη και σήμερα, όσοι περνούν από εκεί, λένε πως το μικρό εκκλησάκι δεν
είναι απλώς ένα παλιό κτίσμα της υπαίθρου. Είναι μια μνήμη ζωντανή. Ένα σημάδι
πως οι τόποι δεν σώζονται μόνο από πέτρες και χώμα, αλλά από τις προσευχές και
τις ιστορίες των ανθρώπων που τους αγάπησαν.
Τα χρόνια πέρασαν και η Κύπρος μπήκε σε δύσκολες εποχές. Γύρω στο 1963, όταν ο
φόβος και η καχυποψία άρχισαν ξανά να χωρίζουν τους ανθρώπους, η περιοχή γύρω
από τον Άγιο Στέφανο βυθίστηκε σε μια παράξενη σιωπή. Οι δρόμοι άδειαζαν νωρίς,
οι φωνές χαμήλωναν τα βράδια και οι άνθρωποι σταυροκοπιούνταν μόλις άκουγαν μακρινά
νέα για συγκρούσεις και αίμα.
Δίπλα στο εκκλησάκι υπήρχε τότε μια μικρή παράγκα, φτιαγμένη από τσιμεντόπετρες
και αμιάντους. Εκεί ζούσε μια Τουρκοκυπριακή οικογένεια με τα παιδιά της. Ήταν
άγρια παιδιά, μεγαλωμένα μέσα στη στέρηση και την ταραχή των καιρών, χωρίς φόβο
και χωρίς σεβασμό για όσα οι Χριστιανοί θεωρούσαν ιερά.
Στην αρχή, οι ζημιές ήταν μικρές. Έσπαγαν κεριά, πετούσαν χώματα στο πάτωμα,
γελούσαν δυνατά μέσα στον ναό. Μα όσο περνούσε ο καιρός, οι βεβηλώσεις έγιναν
χειρότερες. Οι γυναίκες της Έμπας και της Χλώρακας έκλαιγαν όταν έβλεπαν τα
σημάδια στις εικόνες και στο πάτωμα, και οι γέροντες κουνούσαν βαριά το κεφάλι.
«Ο Άγιος βλέπει», έλεγαν σιγανά. «Κανείς δεν κοροϊδεύει τα άγια χωρίς κρίση.»
Κι όμως, τα παιδιά συνέχιζαν.
Ένα απόγευμα του καλοκαιριού, καθώς ο ήλιος έγερνε προς τη θάλασσα και το
εκκλησάκι ήταν βυθισμένο στη χρυσαφένια σκόνη του δειλινού, τα παιδιά μπήκαν
ξανά μέσα. Εκείνη τη φορά είχαν ξεπεράσει κάθε όριο. Ο ένας στεκόταν μπροστά
στο παλιό εικονίσμα του Αγίου Στεφάνου και με ένα αιχμηρό αντικείμενο έξυνε το
μάτι του Αγίου, γελώντας.
Την ίδια στιγμή, η ξύλινη πόρτα άνοιξε απότομα. Ένας χωρικός Χριστιανός είχε
έρθει να προσκυνήσει.
Για μια στιγμή πάγωσαν όλα, καθώς αντίκρισε το παιδί την ώρα που έγδερνε το μάτι
του Αγίου. Το λιβάνι ακόμη μύριζε στον αέρα και το καντήλι τρεμόπαιζε μπροστά
στην πληγωμένη εικόνα.
«Ανάθεμα το κρίμα σας!» φώναξε.
Τα Τουρκάκια πανικοβλήθηκαν. Χωρίς να κοιτάξουν πίσω, όρμησαν έξω από το
εκκλησάκι και έτρεξαν προς τον δρόμο. Ο ένας πήδηξε τον χαμηλό τοίχο της αυλής για
να ξεφύγει. Μα η μοίρα τον περίμενε στο επόμενο βήμα. Ένα διερχόμενο αυτοκίνητο
τον χτύπησε με δύναμη και το παιδί σκοτώθηκε ακαριαία.
Το χωριό πάγωσε. Οι πιο ηλικιωμένοι έκαναν τον σταυρό τους και ψιθύριζαν πως η
θεία δίκη είχε ήδη αρχίσει.
Μα ο θρύλος δεν τελείωσε εκεί. Λίγες μέρες αργότερα, το δεύτερο παιδί πήγε για
μπάνιο στα νερά του Κοτσιά. Η θάλασσα εκείνες τις μέρες ήταν ανήσυχη. Τα
ρεύματα κατέβαιναν δυνατά προς τα βαθιά. Το παιδί χάθηκε μέσα στα κύματα και
δεν ξαναγύρισε ποτέ.
Τον έψαχναν μέρες ολόκληρες. Και όταν τελικά βρέθηκε, το σώμα του είχε ξεβραστεί
μακριά, στις ακτές του Ακάμα. Οι ψαράδες που τον αντίκρισαν πρώτοι είπαν πως το
πρόσωπό του ήταν παραμορφωμένο από τη θάλασσα. Το ένα του μάτι έλειπε. Το έφαγαν
οι φτείρες της θάλασσας.
Όλοι ανατρίχιασαν.
«Αυτός ήταν που χάραξε το μάτι του Αγίου», ψιθύρισαν.
Μα ούτε τότε τελείωσε η ιστορία. Το τρίτο Τουρκάκι, που είχε βρεθεί μαζί με τα
άλλα μέσα στο εκκλησάκι τις μέρες της βεβήλωσης, έμοιαζε από τότε στοιχειωμένο.
Οι γυναίκες του χωριού έλεγαν πως περπατούσε σκυφτό και ανήσυχο, σαν να άκουγε
πίσω του βήματα που κανείς άλλος δεν μπορούσε να ακούσει. Κάθε φορά που
περνούσε έξω από τον Άγιο Στέφανο, απέστρεφε το βλέμμα του και βιαζόταν να
φύγει.
Ύστερα ήρθαν οι μεγάλες ταραχές. Η Κύπρος καιγόταν από φόβο και οργή. Οι δρόμοι
γέμισαν φωνές, απειλές και όπλα. Άνθρωποι που μέχρι χθες χαιρετούσαν ο ένας τον
άλλο άρχισαν να κοιτάζονται με καχυποψία. Κι ένα απόγευμα, όταν η ένταση
ξέσπασε σε βία, οι Τούρκοι σκότωσαν έναν Χριστιανό στην περιοχή και οι φασαρίες
άναψαν σαν φωτιά στον ξερό αγρό.
Μέσα στον πανικό που ακολούθησε, ακούστηκαν πυροβολισμοί. Κανείς δεν έμαθε ποτέ
από πού ήρθε η σφαίρα. Άλλοι είπαν πως ήταν αδέσποτη. Άλλοι πως χάθηκε μέσα στη
σύγχυση και το μίσος εκείνων των ημερών. Μα η σφαίρα βρήκε το τρίτο παιδί και
το άφησε νεκρό στο χώμα, πριν ακόμη προλάβει να ενηλικιωθεί.
Τότε πια ο φόβος σκέπασε ολόκληρη την περιοχή. Οι παλιοί άρχισαν να μιλούν ψιθυριστά
για κατάρα. Έλεγαν πως ο Άγιος δεν άφησε ατιμώρητη τη βεβήλωση του ναού του. Άλλοι
πάλι έλεγαν πως δεν ήταν θεία κρίση, αλλά η τραγωδία μιας εποχής όπου ο θάνατος
παραμόνευε παντού και οι άνθρωποι έψαχναν απεγνωσμένα νόημα μέσα στο σκοτάδι.
Όπως κι αν είχε, τα γεγονότα πήραν μέσα στις αφηγήσεις των ανθρώπων μορφή σχεδόν
θρυλική. Σαν να επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά η ίδια αρχαία σύγκρουση ανάμεσα
στην πίστη, τον φόβο και τη μοίρα.
Από τότε, η ιστορία πέρασε από στόμα σε στόμα και ρίζωσε βαθιά στη μνήμη της Λέμπας,
της Χλώρακας και της Έμπας. Άλλοι τη διηγούνταν σαν προειδοποίηση προς όσους
δεν σέβονται τα ιερά. Άλλοι σαν παράδειγμα θείας τιμωρίας. Και άλλοι σαν μια
σκοτεινή ανάμνηση των δύσκολων εκείνων χρόνων, όπου η βία και η δεισιδαιμονία
περπατούσαν μαζί.
Και ακόμη σήμερα, όσοι περνούν το κατώφλι του μικρού εκκλησιού του Αγίου Στεφάνου
λένε πως η παλιά εικόνα σώζεται ακόμη, σημαδεμένη στο μάτι. Το φως από το
καντήλι πέφτει πάνω στην πληγή της εικόνας και κάνει το πρόσωπο του Αγίου να
μοιάζει λες και κοιτάζει σιωπηλά τον επισκέπτη. Σαν να κρατά επάνω της τη μνήμη
εκείνης της βεβήλωσης. Σαν να θυμίζει πως υπάρχουν τόποι όπου η ιστορία και ο
θρύλος μπλέκονται τόσο βαθιά, που κανείς πια δεν μπορεί να ξεχωρίσει πού
τελειώνει η αλήθεια και πού αρχίζει ο φόβος των ανθρώπων.
Έτσι, το εκκλησάκι του Αγίου Στεφάνου της Λέμπας έμεινε μέσα στα χρόνια όχι μόνο
ως τόπος λατρείας, αλλά και ως τόπος μνήμης. Ένα σημείο όπου οι ψίθυροι των
παλιών συνεχίζουν ακόμη να ζουν μέσα στους πέτρινους τοίχους, και όπου η
ανθρώπινη καρδιά εξακολουθεί να γράφει ιστορίες που ο χρόνος δεν ξεκαθάρισε ποτέ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου